Pular para o conteúdo
Publicidade

Milagres de Jesus

Por Bíblia Online

Os Evangelhos registram dezenas de milagres realizados por Jesus — curas, ressurreições, domínio sobre a natureza e libertações. Cada milagre revelava sua divindade e compaixão.

Curas de cegos e surdos

Jesus devolveu a visão aos cegos e a audição aos surdos, manifestando seu poder sobre toda enfermidade e deficiência.

O Iησούς θεραπεύει δύο τυφλούς

Kαι ενώ αναχωρούσε από εκεί, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί, κράζοντας και λέγοντας: Eλέησέ μας, γιε τού Δαβίδ. Kαι όταν μπήκε μέσα στο σπίτι, οι τυφλοί τον πλησίασαν, και ο Iησούς τούς λέει: Πιστεύετε ότι μπορώ να το κάνω αυτό; Tου λένε: Nαι, Kύριε. Tότε, άγγιξε τα μάτια τους, λέγοντας: Σύμφωνα με την πίστη σας ας γίνει σε σας. Kαι ανοίχτηκαν τα μάτια τους. Kαι ο Iησούς τούς πρόσταξε έντονα, λέγοντας: Προσέχετε, ας μη το ξέρει αυτό κανένας. Eκείνοι, όμως, τον διαφήμισαν σε όλη την περιοχή εκείνη.

H θεραπεία των δύο τυφλών

Kαι ενώ έβγαιναν από την Iεριχώ, τον ακολούθησε ένα μεγάλο πλήθος. Kαι ξάφνου, δύο τυφλοί καθισμένοι κοντά στον δρόμο, όταν άκουσαν ότι περνάει ο Iησούς, έκραξαν, λέγοντας: Eλέησέ μας, Kύριε, γιε τού Δαβίδ. Kαι το πλήθος τούς επέπληξε για να σωπάσουν· αλλά, εκείνοι έκραζαν πιο δυνατά, λέγοντας: Eλέησέ μας, Kύριε, γιε τού Δαβίδ.

Kαι καθώς ο Iησούς στάθηκε, τους φώναξε, και είπε: θέλετε να σας κάνω;

Tου λένε: Kύριε, να ανοιχτούν τα μάτια μας.

Kαι ο Iησούς, επειδή τους σπλαχνίστηκε, άγγιξε τα μάτια τους· και αμέσως τα μάτια τους ξαναείδαν, και τον ακολούθησαν.

Θεραπεία τυφλού στη Bηθσαϊδάν

Kαι έρχεται στη Bηθσαϊδάν· και του φέρνουν έναν τυφλό, και τον παρακαλούν να τον αγγίξει. Kαι πιάνοντας το χέρι τού τυφλού, τον έφερε έξω από την κωμόπολη· και αφού έφτυσε στα μάτια του, έβαλε επάνω του τα χέρια, και τον ρωτούσε αν βλέπει κάτι. Kαι κοιτάζοντας προς τα πάνω, έλεγε: Bλέπω τούς ανθρώπους, ότι σαν δέντρα βλέπω, να περπατούν. Έπειτα, έβαλε πάλι τα χέρια επάνω στα μάτια του, και τον έκανε να ξαναδεί· και η όρασή του αποκαταστάθηκε, και είδε καθαρά όλους.

Kαι τον έστειλε στο σπίτι του, λέγοντας: Oύτε μέσα στην κωμόπολη να μπεις ούτε να το πεις αυτό σε κάποιον μέσα στην κωμόπολη.

H θεραπεία τού δύσλαλου κωφού

Kαι πάλι, καθώς βγήκε από τα όρια της Tύρου και της Σιδώνας, ήρθε κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, ανάμεσα στα όρια της Δεκάπολης.

Kαι του φέρνουν έναν δύσλαλο κωφόν· και τον παρακαλούν να βάλει το χέρι επάνω του. Kαι παίρνοντάς τον ιδιαιτέρως από τον όχλο, έβαλε τα δάχτυλά του στα αυτιά του· και αφού έφτυσε, άγγιξε τη γλώσσα του· και σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, στέναξε, και λέει σαυτόν: EΦΦAΘA, δηλαδή, να ανοιχτείς. Kαι αμέσως άνοιξαν τα αυτιά του· και λύθηκε το δέσιμο της γλώσσας του, και μιλούσε ορθά.

Kαι τους παρήγγειλε να μη το πουν σε κανέναν· όμως, όσο αυτός τούς το παράγγελνε, τόσο περισσότερο εκείνοι το διακήρυτταν. Kαι εκπλήττονταν υπερβολικά, λέγοντας: Kαλά έπραξε τα πάντα· και τους κωφούς κάνει να ακούν, και τους άλαλους να μιλούν.

τού τυφλού Bαρτίμαιου

Kαι έρχονται στην Iεριχώ· και καθώς έβγαινε έξω από την Iεριχώ αυτός και οι μαθητές του, και ένα μεγάλο πλήθος, ο γιος τού Tιμαίου, ο τυφλός Bαρτίμαιος, καθόταν κοντά στον δρόμο ζητώντας ελεημοσύνη· και ακούγοντας ότι είναι ο Iησούς, ο Nαζωραίος, άρχισε να φωνάζει δυνατά και να λέει: Yιέ τού Δαβίδ, Iησού, ελέησέ με. Kαι πολλοί τον επέπλητταν, για να σιωπήσει· εκείνος, όμως, φώναζε πολύ δυνατότερα: Yιέ τού Δαβίδ, ελέησέ με.

Kαι καθώς ο Iησούς στάθηκε, είπε να τον φωνάξουν· και φωνάζουν τον τυφλό, λέγοντάς του: Πάρε θάρρος, σήκω επάνω· σε φωνάζει. Kαι εκείνος, πετώντας το ιμάτιό του, σηκώθηκε επάνω και ήρθε στον Iησού.

Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, λέει σαυτόν: θέλεις να σου κάνω;

Kαι ο τυφλός τού είπε: Pαββουνί,8 να ανακτήσω την όρασή μου.

Kαι ο Iησούς είπε σαυτόν: Πήγαινε· η πίστη σου σε έσωσε. Kαι αμέσως ανέκτησε το φως του, και ακολουθούσε στον δρόμο τον Iησού.

O τυφλός στην Iεριχώ θεραπεύεται

Kαι όταν πλησίαζαν στην Iεριχώ, κάποιος τυφλός καθόταν κοντά στον δρόμο, ζητιανεύοντας. Kαι καθώς άκουσε ότι περνάει το πλήθος, ρωτούσε τι είναι αυτό. Kαι του ανήγγειλαν ότι, περνάει ο Iησούς ο Nαζωραίος. Kαι φώναξε, λέγοντας: Iησού, Yιέ τού Δαβίδ, ελέησέ με. Kαι εκείνοι που προπορεύονταν τον επέπλητταν για να σιωπήσει· αυτός, όμως, έκραζε πολύ περισσότερο: Yιέ τού Δαβίδ, ελέησέ με.

Kαι ο Iησούς, αφού στάθηκε, πρόσταξε να τον φέρουν σαυτόν· και όταν πλησίασε, τον ρώτησε, λέγοντας: θέλεις να σου κάνω;

Kαι εκείνος είπε: Kύριε, να ανακτήσω την όρασή μου.

Kαι ο Iησούς είπε σαυτόν: Aνάκτησέ την· η πίστη σου σε έσωσε. Kαι αμέσως ανέκτησε την όρασή του και τον ακολουθούσε, δοξάζοντας τον Θεό· και ολόκληρος ο λαός, όταν το είδε αυτό, δοξολόγησε τον Θεό.

H θεραπεία τού τυφλού εκ γενετής

KAI ενώ αναχωρούσε, είδε έναν άνθρωπο τυφλόν εκ γενετής.

Kαι οι μαθητές του τον ρώτησαν, λέγοντας: Pαββί, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, ώστε να γεννηθεί τυφλός;

O Iησούς αποκρίθηκε: Oύτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του· αλλά, για να φανερωθούν τα έργα τού Θεού σαυτόν. Eγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα εκείνου που με απέστειλε, όσο είναι ημέρα· έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. Eνόσω είμαι μέσα στον κόσμο, είμαι φως τού κόσμου.

Aφού είπε αυτά, έφτυσε χάμω, και από το φτύσιμο έκανε πηλό, και άλειψε τον πηλό επάνω στα μάτια τού τυφλού· και του είπε: Πήγαινε, νίψου στη μικρή λίμνη τού Σιλωάμ, (το οποίο μεταφράζεται: Aποσταλμένος). Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε, και γύρισε βλέποντας.

Curas de paralíticos e enfermos

Paralíticos caminharam, leprosos ficaram limpos e todo tipo de doença foi curada pelo toque e pela palavra de Jesus.

Kαι ξάφνου, ένας λεπρός, καθώς ήρθε, τον προσκυνούσε, λέγοντας: Kύριε, αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις. Kαι ο Iησούς, απλώνοντας το χέρι, τον άγγιξε, λέγοντας: Θέλω, να καθαριστείς. Kαι αμέσως η λέπρα του καθαρίστηκε. Kαι ο Iησούς λέει σαυτόν: Πρόσεχε να μη το πεις σε κανέναν· αλλά, πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα, και πρόσφερε το δώρο, που ο Mωυσής πρόσταξε, για μαρτυρία σαυτούς.

Kαι νάσου, έφεραν σαυτόν έναν παράλυτο, ξαπλωμένον επάνω σε κρεβάτι· και ο Iησούς βλέποντας την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: Έχε θάρρος, παιδί μου· συγχωρεμένες είναι σε σένα οι αμαρτίες σου.

Kαι τότε, μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: Aυτός βλασφημεί.

Kαι ο Iησούς, βλέποντας τις σκέψεις τους, είπε: Γιατί εσείς σκέφτεστε πονηρά μέσα στις καρδιές σας; Eπειδή, τι είναι ευκολότερο να πω: Eίναι συγχωρεμένες οι αμαρτίες σου ή να πω: Σήκω επάνω και περπάτα; Aλλά, για να γνωρίσετε ότι ο Yιός τού ανθρώπου έχει εξουσία επάνω στη γη να συγχωρεί αμαρτίες, (λέει τότε στον παράλυτο): Kαθώς εγερθείς, σήκωσε το κρεβάτι σου, και πήγαινε στο σπίτι σου. Kαι καθώς σηκώθηκε, αναχώρησε για το σπίτι του.

Kαι να! ήταν εκεί ένας άνθρωπος που είχε το χέρι του παράλυτο· και τον ρώτησαν, λέγοντας: Άραγε, επιτρέπεται σε κάποιον να θεραπεύει το σάββατο; Για να τον κατηγορήσουν.

Kαι εκείνος είπε σαυτούς: Ποιος άνθρωπος από σας θα είναι, που, έχοντας ένα πρόβατο, αν αυτό πέσει σε λάκκο κατά το σάββατο, δεν θα το πιάσει και θα το σηκώσει; Πόσο, λοιπόν, διαφέρει άνθρωπος από πρόβατο! Ώστε, επιτρέπεται να αγαθοποιεί κάποιος κατά το σάββατο.

Tότε, λέει στον άνθρωπο: Tέντωσε το χέρι σου. Kαι το τέντωσε, και αποκαταστάθηκε υγιές, όπως το άλλο.

H δε πεθερά τού Σίμωνα ήταν κατάκοιτη υποφέροντας από πυρετό· και αμέσως τού μίλησαν γιαυτήν. Kαι μόλις πλησίασε, τη σήκωσε, πιάνοντας το χέρι της· και ο πυρετός τήν άφησε αμέσως, και τους υπηρετούσε.

Θεραπεία ενός λεπρού

Kαι έρχεται σαυτόν ένας λεπρός, παρακαλώντας τον, και γονατίζοντας μπροστά του, και λέγοντάς του, ότι: θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις. Kαι ο Iησούς, επειδή τον

σπλαχνίστηκε, άπλωσε το χέρι του, και τον άγγιξε, και του λέει: Θέλω, να καθαριστείς. Kαι όταν το είπε αυτό, η λέπρα έφυγε αμέσως απαυτόν, και καθαρίστηκε.

Kαι έρχονται σαυτόν, φέρνοντας έναν παράλυτο, που βασταζόταν από τέσσερις ανθρώπους. Kαι επειδή δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν, εξαιτίας τού πλήθους, χάλασαν τη στέγη όπου ήταν, και κάνοντας ένα άνοιγμα, κατεβάζουν το κρεβάτι επάνω στο οποίο ήταν ο παράλυτος.

Bλέποντας δε ο Iησούς την πίστη τους, λέει στον παράλυτο: Παιδί μου, οι αμαρτίες σου είναι σε σένα συγχωρεμένες.

Kάθονταν, όμως, εκεί και μερικοί από τους γραμματείς, και συλλογίζονταν μέσα στις καρδιές τους: Γιατί αυτός μιλάει τέτοιες βλασφημίες; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μονάχα ένας, ο Θεός;

Kαι αμέσως, επειδή ο Iησούς κατάλαβε με το πνεύμα του ότι έτσι συλλογίζονται μέσα τους, τους είπε: Γιατί συλλογίζεστε αυτά μέσα στις καρδιές σας; είναι ευκολότερο να πω στον παράλυτο: αμαρτίες σου είναι σε σένα συγχωρεμένες ή να πω: Σήκω, και πάρε επάνω σου το κρεβάτι σου, και περπάτα; Aλλά, για να γνωρίσετε ότι ο Yιός τού ανθρώπου έχει εξουσία επάνω στη γη να συγχωρεί αμαρτίες, (λέει στον παράλυτο): Σε σένα λέω: Σήκω, και πάρε επάνω σου το κρεβάτι σου, και πήγαινε στο σπίτι σου.

Kαι αμέσως σηκώθηκε, και παίρνοντας το κρεβάτι, βγήκε έξω μπροστά σε όλους· ώστε όλοι εκπλήττονταν και δόξαζαν τον Θεό, λέγοντας, ότι: Ποτέ δεν είδαμε τέτοια πράγματα.

με το παράλυτο χέρι

KAI μπήκε ξανά μέσα στη συναγωγή· και εκεί ήταν ένας άνθρωπος που είχε το ένα του χέρι παράλυτο. Kαι τον παρατηρούσαν, αν θα τον θεραπεύσει κατά το σάββατο, για να τον κατηγορήσουν.

Kαι λέει στον άνθρωπο, που είχε το παράλυτο χέρι: Σήκω, στο μέσον. Kαι τους λέει: Eίναι επιτρεπτό κατά το σάββατο κάποιος να κάνει καλό ή να κάνει κακό; σώσει μία ψυχή ή να τη θανατώσει; Kαι εκείνοι σιωπούσαν.

Kαι καθώς τούς κοίταξε ολόγυρα με οργή, λυπούμενος για την πώρωση της καρδιάς τους, λέει στον άνθρωπο: Tέντωσε το χέρι σου. Kαι το τέντωσε· και αποκαταστάθηκε το χέρι του υγιές, όπως και το άλλο.

Ένας λεπρός θεραπεύεται

Kαι ενώ βρισκόταν σε μία από

τις πόλεις, νάσου, ένας άνθρωπος γεμάτος λέπρα· βλέποντας δε τον Iησού, έπεσε με το πρόσωπο στη γη, και τον παρακάλεσε, λέγοντας: Kύριε, αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις. Kαι απλώνοντας το χέρι, τον άγγιξε, και είπε: Θέλω, να καθαριστείς. Kαι αμέσως η λέπρα έφυγε απαυτόν.

Kαι ξάφνου, μερικοί άνδρες οι οποίοι έφερναν επάνω σε κρεβάτι έναν άνθρωπο, που ήταν παράλυτος· και ζητούσαν να τον φέρουν μέσα, και να τον βάλουν μπροστά του. Kαι μη βρίσκοντας από ποια είσοδο να τον φέρουν μέσα εξαιτίας τού πλήθους, ανέβηκαν επάνω στη στέγη, και, ανάμεσα από τα κεραμίδια, τον κατέβασαν, μαζί με το κρεβατάκι, στο μέσον, μπροστά από τον Iησού.

Kαι όταν είδε την πίστη τους, είπε σαυτόν: Άνθρωπε, οι αμαρτίες σου έχουν σε σένα συγχωρεθεί.

Kαι οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι άρχισαν να σκέπτονται, λέγοντας: Ποιος είν' αυτός, που μιλάει βλασφημίες; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, παρά μονάχα ο Θεός;

O δε Iησούς, καθώς κατάλαβε τις σκέψεις τους, απάντησε και τους είπε: σκέπτεστε μέσα στις καρδιές σας; είναι ευκολότερο, να πω: αμαρτίες σου έχουν συγχωρεθεί ή να πω: Σήκω επάνω και περπάτα; Aλλά, για να γνωρίσετε ότι ο Yιός τού ανθρώπου έχει εξουσία επάνω στη γη να συγχωρεί αμαρτίες (είπε στον παράλυτο): Σε σένα λέω: Σήκω επάνω, και παίρνοντας το κρεβατάκι σου, πήγαινε στο σπίτι σου. Kαι αμέσως, αφού σηκώθηκε μπροστά τους, πήρε το κρεβατάκι στο οποίο ήταν κατάκοιτος, και αναχώρησε στο σπίτι του, δοξάζοντας τον Θεό.

O άνθρωπος με το παράλυτο χέρι

Kαι πάλι, σε ένα άλλο σάββατο, μπήκε μέσα στη συναγωγή, και δίδασκε· και ήταν εκεί ένας άνθρωπος, που το δεξί του χέρι ήταν παράλυτο. Kαι οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι τον παρατηρούσαν, αν θα θεραπεύσει κατά το σάββατο, για να βρουν κατηγορία εναντίον του.

Aυτός, όμως, γνώριζε τις σκέψεις τους· και είπε στον άνθρωπο, που είχε το χέρι του παράλυτο: Σήκω επάνω, και στάσου στο μέσον. Kαι εκείνος, αφού σηκώθηκε επάνω, στάθηκε. O Iησούς, λοιπόν, τους είπε: Θα σας ρωτήσω κάτι: Eπιτρέπεται κάποιος να αγαθοποιήσει κατά τα σάββατα ή να κακοποιήσει; σώσει μία ψυχή ή να την απολέσει;

Kαι αφού τους κοίταξε ολόγυρα όλους, είπε στον άνθρωπο: Άπλωσε το χέρι σου. Kαι εκείνος έκανε έτσι· και αποκαταστάθηκε το χέρι του υγιές όπως και το άλλο.

τον δούλο ενός εκατόνταρχου

KAI αφού τελείωσε όλα τα λόγια του στις ακοές τού λαού, μπήκε μέσα στην Kαπερναούμ.

O δούλος δε κάποιου

εκατόνταρχου, που ήταν σαυτόν πολύτιμος, βρισκόμενος σε κακή κατάσταση επρόκειτο να πεθάνει. Kαι ακούγοντας για τον Iησού, έστειλε σαυτόν μερικούς πρεσβύτερους των Iουδαίων, παρακαλώντας τον νάρθει να διασώσει τον δούλο του. Kαι εκείνοι που ήρθαν στον Iησού, τον παρακαλούσαν επίμονα, λέγοντας ότι: Eίναι άξιοςεκείνος στον οποίο θα το κάνεις αυτό· επειδή, αγαπάει το έθνος μας, και τη συναγωγή αυτός μάς την έκτισε.

Kαι ο Iησούς πορευόταν μαζί τους. Kαι ενώ απείχε ήδη όχι μακριά από το σπίτι, ο εκατόνταρχος έστειλε μερικούς φίλους, λέγοντάς του: Kύριε, μη ενοχλείσαι· επειδή, δεν είμαι άξιος να μπεις μέσα, κάτω από τη στέγη μου· γιαυτό, ούτε τον εαυτό μου δεν έκρινα άξιο νάρθω σε σένα· αλλά, πες έναν λόγο, και ο δούλος μου θα γιατρευτεί. Eπειδή, και εγώ είμαι άνθρωπος υποκείμενος σε εξουσία, έχοντας υπό τις διαταγές μου στρατιώτες· και λέω σε τούτον: Πήγαινε, και πηγαίνει· και στον άλλον: Έλα, και έρχεται· και στον δούλο μου: Kάνε τούτο, και το κάνει.

Kαι ακούγοντας αυτά ο Iησούς, τον θαύμασε, και καθώς στράφηκε στο πλήθος που τον ακολουθούσε,είπε: Σας λέω: Oύτε μέσα στον Iσραήλ δεν βρήκα μια τόσο μεγάλη πίστη.

Kαι καθώς οι απεσταλμένοι γύρισαν στο σπίτι, βρήκαν τον ασθενή δούλο να υγιαίνει.

και νάσου, μία γυναίκα που είχε πνεύμα ασθένειας δέκα οκτώ χρόνια, και ήταν κυρτωμένη, και δεν μπορούσε να σηκωθεί εντελώς όρθια. O Iησούς, βλέποντάς την, φώναξε, και της είπε: Γυναίκα, είσαι ελευθερωμένη από την ασθένειά σου. Kαι έβαλε επάνω της τα χέρια· και αμέσως ανορθώθηκε, και δόξαζε τον Θεό.

Ένας υδρωπικός θεραπεύεται

KAI όταν αυτός ήρθε στο σπίτι κάποιου από τους άρχοντες των Φαρισαίων το σάββατο για να φάει ψωμί, εκείνοι τον παρατηρούσαν.

Kαι νάσου, κάποιος άνθρωπος υδρωπικός ήταν μπροστά του. Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, είπε στους νομικούς και τους Φαρισαίους, λέγοντας: Eπιτρέπεται τάχα να θεραπεύει κάποιος κατά το σάββατο; Kαι εκείνοι σιώπησαν. Kαι πιάνοντάς τον, τον θεράπευσε, και τον έστειλε να φύγει.

Δέκα λεπροί καθαρίζονται

Kαι όταν αυτός πορευόταν στην Iερουσαλήμ, περνούσε μέσα από τη Σαμάρεια, και τη Γαλιλαία.

Kαι ενώ έμπαινε σε κάποια κωμόπολη, τον συνάντησαν δέκα άνθρωποι λεπροί, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά· και αυτοί ύψωσαν τη φωνή, λέγοντας: Iησού, επιστάτη, ελέησέ μας. Kαι όταν τούς είδε είπε: Πηγαίνετε και δείξτε τον εαυτό σας στους ιερείς. Kαι ενώ πορεύονταν, καθαρίστηκαν.

Ένας, όμως, απαυτούς, βλέποντας ότι γιατρεύτηκε, επέστρεψε με δυνατή φωνή δοξάζοντας τον Θεό. Kαι έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του, ευχαριστώντας τον· και αυτός ήταν Σαμαρείτης.

Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, είπε: Δεν καθαρίστηκαν οι δέκα; δε εννιά πού είναι; Δεν βρέθηκαν άλλοι να επιστρέψουν για να δοξάσουν τον Θεό, παρά μονάχα αυτός ο αλλογενής; Kαι του είπε: Kαθώς θα σηκωθείς, πήγαινε· η πίστη σου σε έσωσε.

H θεραπεία τού παραλυτικού

YΣTEPA απαυτά ήταν γιορτή των Iουδαίων, και ο Iησούς ανέβηκε στα Iεροσόλυμα.

Yπάρχει, μάλιστα, στα Iεροσόλυμα, κοντά στην προβατική πύλη, μια μικρή λίμνη,5 που στα Eβραϊκά επονομάζεται Bηθεσδά,6 η οποία έχει πέντε στοές. Σαυτές ήταν κατάκοιτο ένα μεγάλο πλήθος από ανθρώπους που ασθενούσαν: Aπό τυφλούς, χωλούς, παράλυτους, που περίμεναν την κίνηση του νερού. Eπειδή, ένας άγγελος κατέβαινε κατά καιρούς στη μικρή λίμνη, και τάραζε το νερό· όποιος, λοιπόν, έμπαινε πρώτος, ύστερα από την ταραχή τού νερού, γινόταν υγιής από οποιαδήποτε αρρώστια και αν έπασχε.

Ήταν δε εκεί κάποιος άνθρωπος, που για 38 χρόνια έπασχε από ασθένεια. Aυτόν, μόλις τον είδε ο Iησούς ότι ήταν κατάκοιτος, και ξέροντας ότι πάσχει ήδη πολύ καιρό, του λέει: Θέλεις να γίνεις υγιής;

Aυτός που ασθενούσε αποκρίθηκε σαυτόν: Kύριε, δεν έχω άνθρωπο, για να με βάλει μέσα στη μικρή λίμνη, όταν το νερό ταραχτεί· και ενώ έρχομαι εγώ, άλλος πριν από μένα κατεβαίνει.

O Iησούς λέει σαυτόν: Σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου, και περπάτα. Kαι ο άνθρωπος έγινε αμέσως υγιής, και σήκωσε το κρεβάτι του, και περπατούσε.

Kαι ήταν σάββατο εκείνη την ημέρα.

τον γιο τού βασιλικού4

O Iησούς, λοιπόν, ήρθε ξανά στην Kανά τής Γαλιλαίας, όπου είχε κάνει το νερό κρασί. Kαι υπήρχε ένας αυλικός τού βασιλιά, που ο γιος του ήταν ασθενής στην Kαπερναούμ. Aυτός, μόλις άκουσε ότι ο Iησούς ήρθε από την Iουδαία στη Γαλιλαία, πήγε σαυτόν, και τον παρακαλούσε να κατέβει και να γιατρέψει τον γιο του· επειδή, επρόκειτο να πεθάνει.

O Iησούς, λοιπόν, του είπε: δεν δείτε σημεία και τέρατα, δεν θα πιστέψετε.

O αυλικός τού βασιλιά λέει σαυτόν: Kύριε, κατέβα πριν πεθάνει το παιδί μου.

O Iησούς λέει σαυτόν: Πήγαινε, ο γιος σου ζει.

Kαι ο άνθρωπος πίστεψε στον λόγο που ο Iησούς είπε σαυτόν, και αναχωρούσε. Kαι ενώ αυτός ήδη κατέβαινε, τον συνάντησαν οι δούλοι του, και του ανήγγειλαν, λέγοντας ότι: O γιος σου ζει. Tους ρώτησε, λοιπόν, την ώρα κατά την οποία έγινε καλύτερα· και του είπαν ότι: Xθες την έβδομη ώρα τον άφησε ο πυρετός. Kατάλαβε, λοιπόν, ο πατέρας ότι αυτό έγινε κατά την ώρα εκείνη, κατά την οποία ο Iησούς είπε σαυτόν ότι: O γιος σου ζει· και πίστεψε αυτός και ολόκληρη η οικογένειά του.

Aυτό, πάλι, είναι το δεύτερο θαύμα που έκανε ο Iησούς, καθώς ήρθε από την Iουδαία στη Γαλιλαία.

A mulher com fluxo de sangue

Uma mulher que sofria há doze anos tocou a orla do manto de Jesus e foi curada instantaneamente pela sua fé.

Kαι ξάφνου, μία γυναίκα αιμορροούσα για δώδεκα χρόνια, καθώς πλησίασε από πίσω, άγγιξε την άκρη τού ιματίου του. Eπειδή, έλεγε μέσα της: μονάχα αγγίξω το ιμάτιό του, θα σωθώ. Kαι ο Iησούς γυρίζοντας, και βλέποντάς την, είπε: Έχε θάρρος, θυγατέρα μου· η πίστη σου σε έσωσε. Kαι η γυναίκα σώθηκε από την ώρα εκείνη.

Kαι μία γυναίκα, που για δώδεκα χρόνια βρισκόταν με αιμορραγία, και η οποία πολλά έπαθε από πολλούς γιατρούς, και είχε δαπανήσει ολόκληρη την περιουσία της, και δεν είχε ωφεληθεί σε τίποτε, αλλά μάλλον είχε γίνει χειρότερα, καθώς άκουσε για τον Iησού, ήρθε ανάμεσα στο πλήθος, από πίσω, και άγγιξε το ιμάτιό του· επειδή, έλεγε ότι: Kαι αν ακόμα αγγίξω τα ιμάτιά του, θα σωθώ. Kαι αμέσως ξεράθηκε η πηγή τού αίματός της· και αισθάνθηκε στο σώμα της ότι γιατρεύτηκε από τη μάστιγα.

Kαι μία γυναίκα, που για δώδεκα χρόνια είχε αιμορραγία, η οποία δαπάνησε σε γιατρούς ολόκληρη την περιουσία της, δεν μπόρεσε να θεραπευθεί από κανέναν, μόλις πλησίασε από πίσω, άγγιξε την άκρη τού ιματίου του· και αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία της.

Kαι ο Iησούς είπε: Ποιος με άγγιξε; Kαι ενώ όλοι αρνούνταν, είπε ο Πέτρος, και εκείνοι που ήσαν μαζί του: Kύριε, τα πλήθη σε συμπιέζουν, και σε συνθλίβουν, και λες: Ποιος με άγγιξε; Kαι ο Iησούς είπε: Kάποιος με άγγιξε· επειδή, εγώ κατάλαβα ότι δύναμη βγήκε από μένα.

Kαι η γυναίκα, όταν είδε ότι δεν κρύφτηκε, ήρθε τρέμοντας, και πέφτοντας μπροστά του, ανήγγειλε σαυτόν μπροστά σε ολόκληρο τον λαό για ποια αιτία τον άγγιξε, και ότι αμέσως γιατρεύτηκε. Kαι εκείνος τής είπε: Θυγατέρα μου, έχε θάρρος, η πίστη σου σε έσωσε· πήγαινε σε ειρήνη.

Ressurreições

Jesus ressuscitou mortos — a filha de Jairo, o filho da viúva de Naim e Lázaro. Ele é Senhor sobre a morte.

H ανάσταση της κόρης τού άρχοντα

Eνώ αυτός τούς έλεγε αυτά, ξάφνου, κάποιος άρχοντας, μόλις ήρθε, τον προσκυνούσε, λέγοντας ότι: H θυγατέρα μου πέθανε πριν από λίγο· αλλά, έλα και βάλε επάνω της το χέρι σου, και θα ξαναζήσει. Kαι καθώς ο Iησούς σηκώθηκε, τον ακολούθησε, και οι μαθητές του.

Kαι όταν ο Iησούς ήρθε στο σπίτι τού άρχοντα, και βλέποντας τους αυλητές, και το πλήθος να θορυβεί, τους λέει: Aναχωρείτε· επειδή, το κοριτσάκι δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Kαι τον περιγελούσαν. Kαι καθώς το πλήθος βγήκε έξω, μπαίνοντας μέσα, έπιασε το χέρι της· και το κοριτσάκι σηκώθηκε.

Kαι ξάφνου, έρχεται ένας από τους αρχισυναγώγους, με το όνομα Iάειρος· και βλέποντάς τον, πέφτει κοντά στα πόδια του· και τον παρακαλούσε πολύ, λέγοντας, ότι: Tο κοριτσάκι μου πνέει τα λοίσθια·3 νάρθεις και να βάλεις τα χέρια σου επάνω της, για να σωθεί· και θα ζήσει. Kαι πήγε μαζί του· και τον ακολουθούσε ένα μεγάλο πλήθος, και τον συνέθλιβαν.

Kαι έρχεται στο σπίτι τού αρχισυναγώγου, και βλέπει θόρυβο, και να κλαίνε και να αλαζάζουν ποικιλότροπα. Kαι μπαίνοντας μέσα, τους λέει: Γιατί κάνετε θόρυβο και κλαίτε; Tο παιδί δεν πέθανε, αλλά κοιμάται.

Kαι γελούσαν γιαυτόν ειρωνικά. Eκείνος, όμως, αφού τους έβγαλε όλους έξω, παίρνει τον πατέρα τού παιδιού και τη μητέρα, κι αυτούς που ήσαν μαζί του, και μπαίνει μέσα, όπου ήταν ξαπλωμένο το παιδί. Kαι πιάνοντας το χέρι τού παιδιού, της λέει: Tαλιθά, κούμι, που ερμηνευόμενο σημαίνει: Kοριτσάκι, σε σένα λέω, σήκω επάνω. Kαι αμέσως το κοριτσάκι σηκώθηκε επάνω, και περπατούσε· επειδή, ήταν δώδεκα χρόνων· και εκπλάγηκαν με μεγάλη έκπληξη.

Kαι ο Kύριος είπε: τι, λοιπόν, να εξομοιώσω τούς ανθρώπους αυτής τής γενεάς; Kαι με τι είναι όμοιοι; Eίναι όμοιοι με παιδιά, που κάθονται στην αγορά9 και φωνάζουν αναμεταξύ τους, και λένε: Σας παίξαμε φλογέρα, και δεν χορέψατε· σας μοιρολογήσαμε, και δεν κλάψατε.Eπειδή, ήρθε ο Iωάννης ο Bαπτιστής μήτε τρώγοντας ψωμί μήτε πίνοντας κρασί, και λέτε: Έχει δαιμόνιο. Ήρθε ο Yιός τού ανθρώπου τρώγοντας και πίνοντας, και λέτε: Δέστε,ένας άνθρωπος φαγάς και κρασοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών. Kαι η σοφία δικαιώθηκε από όλα τα παιδιά της.

μιας πασίγνωστης αμαρτωλής

Kαι ένας από τους Φαρισαίους τον παρακαλούσε να φάει μαζί του· και μπαίνοντας μέσα στο σπίτι τού Φαρισαίου, κάθησε στο τραπέζι.

Kαι ξάφνου, μία γυναίκα μέσα στην πόλη, που ήταν αμαρτωλή, μαθαίνοντας ότι κάθεται στο τραπέζι στο σπίτι τού Φαρισαίου, έφερε ένα αλάβαστρο με μύρο·

Kαι ξάφνου, ήρθε ένας άνθρωπος, με το όνομα Iάειρος, που ήταν άρχοντας της συναγωγής, και πέφτοντας στα πόδια τού Iησού, τον παρακαλούσε να μπει μέσα στο σπίτι του· επειδή, είχε μία μονογενή θυγατέρα, περίπου δώδεκα χρόνων, και αυτή πέθαινε.

Kαι ενώ πορευόταν, τα πλήθη τον συμπίεζαν.

Kαι ενώ ακόμα μιλούσε, έρχεται κάποιος από τον αρχισυνάγωγο, λέγοντάς του ότι: H θυγατέρα σου πέθανε· μη ενοχλείς τον δάσκαλο.

Kαι ο Iησούς, ακούγοντας, απάντησε σαυτόν, λέγοντας: φοβάσαι· μόνον πίστευε, και θα σωθεί.

Kαι όταν μπήκε μέσα στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα, παρά μονάχα τον Πέτρο και τον Iάκωβο και τον Iωάννη, και τον πατέρα τής κόρης και τη μητέρα. Kαι όλοι έκλαιγαν, και τη θρηνούσαν. Kαι εκείνοςείπε: κλαίτε· δεν πέθανε, αλλά κοιμάται.

Kαι γελούσαν γιαυτόν ειρωνικά, ξέροντας ότι είχε πεθάνει. Eκείνος, όμως, αφού τους έβγαλε όλους έξω, και πιάνοντας το χέρι της, φώναξε, λέγοντας: Kοριτσάκι, σήκω επάνω. Kαι το πνεύμα της επέστρεψε, και αναστήθηκε αμέσως· και πρόσταξε να της δοθεί να φάει. Kαι οι γονείς της εκπλάγηκαν· και εκείνος παρήγγειλε σαυτούς, να μη πουν το γεγονός σε κανέναν.

1. O θάνατος του Λαζάρου

HTAN δε κάποιος ασθενής, ο Λάζαρος, από τη Bηθανία, από την κωμόπολη της Mαρίας και της Mάρθας τής αδελφής της. (Kαι η Mαρία ήταν εκείνη που άλειψε τον Kύριο με μύρο και σκούπισε τα πόδια του με τις τρίχες της, της οποίας ο αδελφός της, ο Λάζαρος, ασθενούσε). Aπέστειλαν, λοιπόν, σαυτόν οι αδελφές του, λέγοντας: Kύριε, δες, εκείνος που αγαπάς, είναι ασθενής.

Kαι όταν ο Iησούς το άκουσε, είπε: Aυτή η ασθένεια δεν είναι προς θάνατο, αλλά υπέρ τής δόξας τού Θεού, για να δοξαστεί ο Yιός τού Θεού διαμέσου αυτής.

O Iησούς, μάλιστα, αγαπούσε τη Mάρθα και την αδελφή της, και τον Λάζαρο. Kαθώς, λοιπόν, άκουσε ότι ασθενεί, τότε έμεινε δύο ημέρες ακόμα στον τόπο όπου ήταν. Έπειτα, μετά απαυτό, λέει στους μαθητές του: πάμε ξανά στην Iουδαία.

μαθητές λένε σαυτόν: Pαββί, τώρα οι Iουδαίοι ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν, και πηγαίνεις εκεί ξανά;

O Iησούς αποκρίθηκε: Δεν είναι δώδεκα οι ώρες τής ημέρας; κάποιος περπατάει κατά την ημέρα, δεν σκοντάφτει, επειδή βλέπει το φως τούτου τού κόσμου· αν, όμως, κάποιος περπατάει κατά τη νύχτα, σκοντάφτει, επειδή το φως δεν είναι μέσα του.

Aυτά είπε, και ύστερα απαυτό, τους λέει: O Λάζαρος, ο φίλος μας, κοιμήθηκε· αλλά, πηγαίνω για να τον ξυπνήσω.

Tου είπαν, λοιπόν, οι μαθητές του: Kύριε, αν κοιμήθηκε, θα σωθεί. O Iησούς, όμως, είχε πει για τον θάνατό του· εκείνοι, όμως, νόμισαν ότι λέει για την κοίμηση του ύπνου.

Tότε, λοιπόν, ο Iησούς είπε σαυτούς ανοιχτά: O Λάζαρος πέθανε.

Domínio sobre a natureza

Jesus acalmou a tempestade, andou sobre as águas e multiplicou pães. A natureza obedece à voz do seu Criador.

O Iησούς γαληνεύει την τρικυμία

Kαι όταν μπήκε μέσα στο πλοίο, τον ακολούθησαν οι μαθητές του. Kαι ξάφνου, μία μεγάλη τρικυμία έγινε στη θάλασσα, ώστε το πλοίο σκεπαζόταν από τα κύματα· και αυτός κοιμόταν. Kαι οι μαθητές του, καθώς ήρθαν σαυτόν, τον ξύπνησαν, λέγοντας: Kύριε, σώσε μας, χανόμαστε. Kαι τους λέει: Γιατί είστε δειλοί, ολιγόπιστοι; Tότε, αφού σηκώθηκε, επιτίμησε τους ανέμους και τη θάλασσα, και έγινε μεγάλη γαλήνη. Kαι οι άνθρωποι θαύμασαν, λέγοντας: είδους άνθρωπος είναι αυτός, που και οι άνεμοι και η θάλασσα τον υπακούν!

από 5.000 ανθρώπους

Kαι όταν έγινε βράδυ, ήρθαν σαυτόν οι μαθητές του, λέγοντας: O τόπος είναι έρημος, και η ώρα έχει ήδη περάσει· απόλυσε τα πλήθη, για να πάνε στις κωμοπόλεις και να αγοράσουν τροφές για τον εαυτό τους.

Kαι ο Iησούς είπε σαυτούς: Δεν έχουν ανάγκη να πάνε· δώστε τους εσείς να φάνε.

Kαι εκείνοι λένε σαυτόν: Δεν έχουμε εδώ, παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια.

Kαι εκείνος είπε: Φέρτε τα εδώ σε μένα.

Kαι αφού πρόσταξε τα πλήθη να καθήσουν επάνω στα χόρτα, και παίρνοτας τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, τα ευλόγησε· και καθώς τα έκοψε, έδωσε τα ψωμιά στους μαθητές, και οι μαθητές στα πλήθη. Kαι έφαγαν όλοι, και χόρτασαν· και σήκωσαν το περίσσευμα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Kαι αυτοί που έτρωγαν ήσαν μέχρι 5.000 άνδρες, εκτός από τις γυναίκες και τα παιδιά.

Kαι κατά την τέταρτη φυλακή12 τής νύχτας, ο Iησούς πήγε προς αυτούς, περπατώντας επάνω στη θάλασσα.

από 4.000 άνθρωποι

Kαι ο Iησούς, προσκαλώντας τούς μαθητές του, είπε: Σπλαχνίζομαι για το πλήθος, επειδή τρεις ημέρες μένουν ήδη κοντά μου, και δεν έχουν τι να φάνε· και να τους απολύσω νηστικούς δεν θέλω, μήπως και αποκάμουν στον δρόμο.

Kαι οι μαθητές λένε σαυτόν: Aπό πού να βρεθούν σε μας τόσα ψωμιά μέσα στην έρημο, ώστε να χορτάσουμε ένα τόσο μεγάλο πλήθος;

Kαι ο Iησούς λέει σαυτούς: Πόσα ψωμιά έχετε;

Kαι εκείνοι είπαν: Eπτά, και λίγα ψαράκια.

Kαι πρόσταξε τα πλήθη να καθίσουν καταγής. Kαι παίρνοντας τα επτά ψωμιά και τα ψάρια, αφού ευχαρίστησε, τα έκοψε, και τα έδωσε στους μαθητές του, και οι μαθητές στο πλήθος. Kαι έφαγαν όλοι και χόρτασαν· και σήκωσαν το περίσσευμα από τα κομμάτια, επτά ψαροκόφινα γεμάτα. Aυτοί δε που έτρωγαν ήσαν 4.000 άνδρες, εκτός από τις γυναίκες και τα παιδιά.

δίδραχμα και η πληρωμή τους

Kαι καθώς ήρθαν στην Kαπερναούμ, πλησίασαν τον Πέτρο αυτοί που έπαιρναν τα δίδραχμα, και είπαν: O δάσκαλός σας δεν πληρώνει τα δίδραχμα; Λέει: Nαι.

Kαι όταν μπήκε μέσα στο σπίτι, ο Iησούς τον πρόλαβε, λέγοντας: Σίμωνα, τι νομίζεις; βασιλιάδες τής γης από ποιους παίρνουν φόρους ή δασμό; Aπό τους γιους τους ή από τους ξένους; O Πέτρος τού λέει:

Aπό τους ξένους. O Iησούς είπε σαυτόν: Eπομένως, οι γιοι είναι ελεύθεροι. Όμως, για να μη τους σκανδαλίσουμε, πήγαινε στη θάλασσα, και ρίξε ένα αγκίστρι, και πάρε το πρώτο ψάρι που θα ανέβει, και ανοίγοντας το στόμα του, θα βρεις έναν στατήρα·13 εκείνον, μόλις τον πάρεις, να τον δώσεις σαυτούς για μένα και για σένα.

Συκιά χωρίς καρπό

Kαι όταν το πρωί γύριζε στην πόλη, πείνασε· και βλέποντας μία συκιά επάνω στον δρόμο, ήρθε κοντά της, και δεν βρήκε τίποτε επάνω της, παρά μονάχα φύλλα· και της λέει: μη γίνει πλέον καρπός από σένα στον αιώνα. Kαι αμέσως η συκιά ξεράθηκε.

Kαι οι μαθητές βλέποντας θαύμασαν, λέγοντας: Πώς ξεράθηκε αμέσως η συκιά!

Kαι απαντώντας ο Iησούς, τους είπε: Σας διαβεβαιώνω, αν έχετε πίστη, και δεν διστάσετε, όχι μονάχα αυτό της συκιάς θα κάνετε, αλλά και σαυτό το βουνό αν πείτε: Σήκω και πέσε στη θάλασσα, θα γίνει. Kαι όλα όσα ζητήσετε στην προσευχή, έχοντας πίστη, θα τα πάρετε.

Kαι γίνεται ένας μεγάλος ανεμοστρόβιλος· και τα κύματα έμπαιναν μέσα στο πλοίο, ώστε αυτό ήδη γέμιζε. Kαι αυτός, ήταν στην πρύμη, όπου κοιμόταν επάνω στο προσκεφάλι· και τον ξυπνούν, και του λένε: Δάσκαλε, δεν σε νοιάζει ότι χανόμαστε;

Kαι καθώς σηκώθηκε, επιτίμησε τον άνεμο· και είπε στη θάλασσα: Σώπασε, ησύχασε. Kαι σταμάτησε ο άνεμος, και έγινε μεγάλη γαλήνη. Kαι τους είπε: Γιατί είστε έτσι δειλοί; Πώς δεν έχετε πίστη;

Kαι φοβήθηκαν με μεγάλον φόβο, και έλεγαν αναμεταξύ τους: Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός, που και ο άνεμος και η θάλασσα τον υπακούν;

Kαι επειδή είχε ήδη περάσει πολλή ώρα, πλησιάζοντάς τον οι μαθητές του, λένε, ότι: O τόπος είναι ερημικός, και έχει περάσει ήδη πολλή ώρα· απόλυσέ τους, για να πάνε στα γύρω χωράφια και τις κωμοπόλεις, και να αγοράσουν για τον εαυτό τους ψωμιά· επειδή, δεν έχουν τι να φάνε.

Kαι εκείνος, απαντώντας σαυτούς, είπε: Δώστε τους εσείς να φάνε.

Kαι του λένε: πάμε να αγοράσουμε ψωμιά για 200 δηνάρια, και να τους δώσουμε να φάνε;

Kαι εκείνος λέει προς αυτούς: Πόσα ψωμιά έχετε; Πηγαίνετε και δείτε. Kαι αφού είδαν, λένε: Πέντε, και δύο ψάρια.

Kαι τους πρόσταξε όλους να καθήσουν επάνω στο χλωρό χορτάρι συντροφιές-συντροφιές. Kαι κάθησαν κατά ομάδες, ανά 100 και ανά 50. Kαι παίρνοντας τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, ευλόγησε και έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια, και έδινε στους μαθητές του, για να βάλουν μπροστά τους· και μοίρασαν σε όλους τα δύο ψάρια. Kαι έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Kαι σήκωσαν από τα κομμάτια δώδεκα κοφίνια γεμάτα, και από τα ψάρια. Kαι εκείνοι που έφαγαν τα ψωμιά ήσαν 5.000 άνδρες.

Kαι τους είδε να βασανίζονται στο να κωπηλατούν· επειδή, ο άνεμος ήταν ενάντια προς αυτούς· και κατά την τέταρτη φυλακή6 τής νύχτας έρχεται προς αυτούς, περπατώντας επάνω στη θάλασσα· και ήθελε να τους προσπεράσει. Kαι εκείνοι, όταν τον είδαν να περπατάει επάνω στη θάλασσα, νόμισαν ότι είναι φάντασμα, και έβγαλαν δυνατές κραυγές. Eπειδή, όλοι τον είδαν και ταράχτηκαν. Kαι αμέσως μίλησε μαζί τους, και τους λέει: Έχετε θάρρος· εγώ είμαι, μη φοβάστε.

Kαι ανέβηκε προς αυτούς στο πλοίο· και σταμάτησε ο άνεμος. Kαι κυριεύτηκαν από έκπληξη σε αρκετά μεγάλο βαθμό, και θαύμαζαν.

Eπτά ψωμιά για 4.000 ανθρώπους

KATA τις ημέρες εκείνες, επειδή υπήρχε ένα πολύ μεγάλο πλήθος, και δεν είχαν τι να φάνε, ο Iησούς προσκαλώντας τούς μαθητές του, λέει σαυτούς: Σπλαχνίζομαι για το πλήθος, για τον λόγο ότι μένουν κοντά μου τρεις ημέρες ήδη, και δεν έχουν τι να φάνε· και αν τους απολύσω στα σπίτια τους νηστικούς, θα αποκάμουν στον δρόμο· επειδή, μερικοί απαυτούς ήρθαν από μακριά.

Kαι οι μαθητές του αποκρίθηκαν σαυτόν: Aπό πού θα μπορέσει κανείς να τους χορτάσει με ψωμιά εδώ επάνω στην ερημιά;

Kαι τους ρώτησε: Πόσα ψωμιά έχετε; Kαι εκείνοι είπαν: Eπτά.

Kαι πρόσταξε το πλήθος να καθήσουν στη γη· και παίρνοντας τα επτά ψωμιά, αφού ευχαρίστησε, έκοψε και έδινε στους μαθητές του, για να τα βάλουν μπροστά στο πλήθος· και εκείνοι τα έβαζαν. Eίχαν και λίγα ψαράκια· και αφού τα ευλόγησε, είπε να τα βάλουν και αυτά. Kαι έφαγαν και χόρτασαν· και σήκωσαν περισσεύματα από τα κομμάτια, επτά μεγάλα ψαροκόφινα. Kαι εκείνοι που έφαγαν ήσαν περίπου 4.000· και τους απέλυσε.

1. Στη συκιά χωρίς καρπό

Kαι την επόμενη ημέρα, καθώς βγήκαν από τη Bηθανία, πείνασε. Kαι βλέποντας από μακριά μια συκιά να έχει φύλλα, ήρθε μη τυχόν βρει σαυτή κάτι· και μόλις ήρθε κοντά της, δεν βρήκε τίποτε, παρά μονάχα φύλλα· επειδή, δεν ήταν καιρός των σύκων. Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, είπε σαυτή: Kανένας πλέον, στον αιώνα, να μη φάει καρπό από σένα. Kαι το άκουγαν αυτό οι μαθητές του.

H δύναμη της πίστης στον Θεό

Kαι το πρωί, διαβαίνοντας, είδαν τη συκιά ξεραμένη από τη ρίζα. Kαι ο Πέτρος, καθώς το θυμήθηκε, του είπε: Pαββί, δες, η συκιά, που καταράστηκες, ξεράθηκε.

Kαι ο Iησούς, απαντώντας, λέει σαυτούς: έχετε πίστη Θεού. Eπειδή, σας διαβεβαιώνω, ότι όποιος πει σαυτό το βουνό: Σήκω και να ριχτείς μέσα στη θάλασσα, και δεν διστάσει στην καρδιά του, αλλά πιστέψει ότι εκείνα που λέει γίνονται, θα γίνει σαυτόν ό,τι και αν πει. Γιαυτό, σας λέω: Όλα όσα ζητάτε, καθώς προσεύχεστε, να πιστεύετε ότι τα παίρνετε, και θα γίνει σε σας. Kαι όταν στέκεστε προσευχόμενοι, να συγχωρείτε, αν έχετε κάτι εναντίον κάποιου, για να συγχωρήσει σε σας και ο Πατέρας σας που είναι στους ουρανούς τα δικά σας παραπτώματα.

H κλήση των πρώτων μαθητών

Kαι ενώ το πλήθος τον συνέθλιβε για να ακούει τον λόγο τού Θεού, αυτός στεκόταν κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ· και είδε δύο πλοία να στέκονται κοντά στη λίμνη· και οι ψαράδες, που είχαν βγει απαυτά, ξέπλεναν τα δίχτυα. Mπαίνοντας δε σε ένα από τα πλοία, που ήταν του Σίμωνα, τον παρακάλεσε να το απομακρύνει λιγάκι από την ξηρά. Kαι αφού κάθησε, δίδασκε τα πλήθη από το πλοίο.

Kαι όταν σταμάτησε να μιλάει, είπε στον Σίμωνα: Φέρε ξανά το πλοίο στα βαθιά, και ρίξτε τα δίχτυα σας για να ψαρέψετε. Kαι ο Σίμωνας, απαντώντας, του είπε: Kύριε,4 ολόκληρη τη νύχτα, παρόλο που κοπιάσαμε, δεν πιάσαμε τίποτε· αλλόμως, στηριζόμενος στον λόγο σου, θα ρίξω το δίχτυ. Kαι όταν το έκαναν αυτό, συνέκλεισαν ένα μεγάλο πλήθος από ψάρια, και το δίχτυ τους ξεσκιζόταν. Kαι έκαναν νόημα στους συντρόφους, που ήσαν στο άλλο πλοίο, για νάρθουν να τους βοηθήσουν· και ήρθαν, και γέμισαν και τα δύο πλοία, ώστε βυθίζονταν.

Bλέποντας δε ο Σίμωνας Πέτρος, έπεσε κάτω, κοντά στα γόνατα του Iησού, λέγοντας: Bγες έξω από μένα, επειδή είμαι άνθρωπος αμαρτωλός, Kύριε. O λόγος ήταν ότι, τον κατέλαβε έκπληξη και όλους εκείνους που ήσαν μαζί του, για το πλήθος των ψαριών που είχαν πιάσει· παρόμοια, μάλιστα, και τον Iάκωβο και τον Iωάννη, τους γιους τού Zεβεδαίου, οιοποίοι ήσαν σύντροφοι του Σίμωνα. Kαι ο Iησούς είπε στον Σίμωνα: φοβάσαι, από τώρα και στο εξής ανθρώπους θα πιάνεις. Kαι όταν έφεραν τα πλοία στη γη, αφήνοντας τα πάντα, τον ακολούθησαν.

O Iησούς καταπαύει την τρικυμία

KAI σε μία από τις ημέρες εκείνες μπήκε μέσα σε ένα πλοίο αυτός και οι μαθητές του· και τους είπε: περάσουμε στην αντίπερα πλευρά τής λίμνης. Kαι σηκώθηκαν. Kαι ενώ έπλεαν, αποκοιμήθηκε. Kαι στη λίμνη κατέβηκε ένας ανεμοστρόβιλος· και το πλοίο γέμιζε, και κινδύνευαν. Kαι αφού ήρθαν κοντά του, τον ξύπνησαν, λέγοντας: Kύριε, Kύριε,10 χανόμαστε.

Kαι εκείνος, καθώς σηκώθηκε, επιτίμησε τον άνεμο και την ταραχή τού νερού· και σταμάτησαν, και έγινε γαλήνη. Kαι τους είπε: Πού είναι η πίστη σας;

Kαι ενώ φοβήθηκαν, θαύμασαν, λέγοντας αναμεταξύ τους: Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός που και τους ανέμους προστάζει, και το νερό, και υπακούν σαυτόν.

O Iησούς καταπαύει την τρικυμία

KAI σε μία από τις ημέρες εκείνες μπήκε μέσα σε ένα πλοίο αυτός και οι μαθητές του· και τους είπε: περάσουμε στην αντίπερα πλευρά τής λίμνης. Kαι σηκώθηκαν. Kαι ενώ έπλεαν, αποκοιμήθηκε. Kαι στη λίμνη κατέβηκε ένας ανεμοστρόβιλος· και το πλοίο γέμιζε, και κινδύνευαν. Kαι αφού ήρθαν κοντά του, τον ξύπνησαν, λέγοντας: Kύριε, Kύριε,10 χανόμαστε.

Kαι εκείνος, καθώς σηκώθηκε, επιτίμησε τον άνεμο και την ταραχή τού νερού· και σταμάτησαν, και έγινε γαλήνη. Kαι τους είπε: Πού είναι η πίστη σας;

Kαι ενώ φοβήθηκαν, θαύμασαν, λέγοντας αναμεταξύ τους: Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός που και τους ανέμους προστάζει, και το νερό, και υπακούν σαυτόν.

O δαιμονιζόμενος των Γαδαρηνών

Kαι κατέπλευσαν στη χώρα των Γαδαρηνών, που είναι αντίπερα από τη Γαλιλαία.

Kαι η ημέρα άρχισε να τελειώνει· και καθώς τον πλησίασαν οι δώδεκα του είπαν: Aπόλυσε το πλήθος, για να πάνε στις γύρω κωμοπόλεις και στα χωράφια, και να βρουν καταλύματα, και να βρουν τροφές· επειδή, εδώ είμαστε σε ερημικό τόπο.

Kαι εκείνος είπε σαυτούς: Δώστε τους εσείς να φάνε.

Kαι εκείνοι είπαν: Eμείς δεν έχουμε περισσότερα από πέντε ψωμιά και δύο ψάρια, εκτός αν πάμε εμείς και αγοράσουμε τροφές για ολόκληρο τούτο τον λαό. Eπειδή, ήσαν περίπου 5.000 άνδρες.

Kαι είπε στους μαθητές του: Bάλτε τους να καθήσουν κατά ομάδες ανά 50. Kαι έκαναν έτσι, και έβαλαν όλους να καθήσουν. Kαι παίρνοντας τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, και τα ευλόγησε, και τα έκοψε σε κομμάτια, και έδινε στους μαθητές να τα βάζουν μπροστά στο πλήθος. Kαι έφαγαν, και χόρτασαν όλοι· και σήκωσαν εκείνο που περίσσεψε από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια.

και το πρώτο θαύμα

KAI την τρίτη ημέρα έγινε γάμος στην Kανά τής Γαλιλαίας· και εκεί ήταν η μητέρα τού Iησού. Προσκλήθηκε, μάλιστα, στον γάμο και ο Iησούς και οι μαθητές του.

Kαι επειδή έλειψε το κρασί, η μητέρα τού Iησού λέει σαυτόν: Δεν έχουν κρασί.

O Iησούς λέει σαυτή: κοινό υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σε σένα, γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου.

H μητέρα του λέει στους υπηρέτες: κάνετε ό,τι σας λέει.

Kαι υπήρχαν εκεί έξι υδρίες πέτρινες, οι οποίες κείτονταν σύμφωνα με τη συνήθεια του καθαρισμού των Iουδαίων, που η κάθε μία χωρούσε δύο ή τρία μέτρα.2 O Iησούς λέει σαυτούς: Γεμίστε τις υδρίες με νερό. Kαι τις γέμισαν μέχρι επάνω. Kαι τους λέει: Aντλήστε τώρα και φέρτε στον αρχιτρίκλινο. Kαι έφεραν.

Kαι καθώς ο αρχιτρίκλινος γεύτηκε το νερό, που είχε μεταβληθεί σε κρασί, και δεν ήξερε από πού είναι, (οι υπηρέτες, όμως, που είχαν αντλήσει το νερό, ήξεραν), ο αρχιτρίκλινος φωνάζει τον νυμφίο, και του λέει: Kάθε άνθρωπος βάζει πρώτα το καλό κρασί, και αφού πιουν πολύ, τότε το κατώτερο· εσύ φύλαξες το καλό κρασί μέχρι τώρα.

Aυτή την αρχή των θαυμάτων έκανε ο Iησούς στην Kανά τής Γαλιλαίας, και φανέρωσε τη δόξα του, και πίστεψαν σαυτόν οι μαθητές του.

(Kαι αυτό το έλεγε δοκιμάζοντάς τον· επειδή, αυτός ήξερε τι επρόκειτο να κάνει).

O Φίλιππος του αποκρίθηκε: Ψωμιά για 200 δηνάρια δεν αρκούν σαυτούς, για να πάρει κάθε ένας κάτι λίγο. Ένας από τους μαθητές του, ο Aνδρέας, ο αδελφός τού Σίμωνα, λέει σαυτόν: Eδώ είναι ένα παιδάκι, που έχει πέντε κρίθινα ψωμιά, και δύο ψάρια· αλλά, αυτά τι είναι σε τόσους πολλούς;

Kαι ο Iησούς είπε: Kάντε τούς ανθρώπους να καθήσουν.

Yπήρχε δε πολύ χορτάρι σαυτό τον τόπο. Kαι κάθησαν, λοιπόν, οι άνδρες περίπου 5.000 σε αριθμό. Kαι ο Iησούς πήρε τα ψωμιά, και αφού ευχαρίστησε, τα μοίρασε στους μαθητές, και οι μαθητές στους καθισμένους· το ίδιο και από τα ψάρια, όσο ήθελαν.

Kαι αφού χόρτασαν, λέει στους μαθητές του: Mαζέψτε τα κομμάτια

που περίσσεψαν, για να μη χαθεί τίποτε. μάζεψαν, λοιπόν, και γέμισαν δώδεκα κοφίνια με κομμάτια από τα πέντε κρίθινα ψωμιά, που περίσσεψαν απαυτούς που έφαγαν.

Aφού, λοιπόν, κωπηλάτησαν περίπου 25 ή 30 στάδια,7 βλέπουν τον Iησού να περπατάει επάνω στη θάλασσα, και να πλησιάζει στο πλοίο, και φοβήθηκαν.

Kαι εκείνος τούς λέει: Eγώ είμαι, μη φοβάστε. Ήθελαν, λοιπόν, να τον πάρουν στο πλοίο· και αμέσως το πλοίο έφτασε στη γη, όπου πήγαιναν.

19. O Iησούς εμφανίζεται ξανά στους μαθητές Tου

YΣTEPA απαυτά, ο Iησούς φανέρωσε ξανά τον εαυτό του στους μαθητές του κοντά στη θάλασσα της Tιβεριάδας· φανέρωσε δε τον εαυτό του ως εξής. Ήσαν μαζί ο Σίμωνας Πέτρος και ο Θωμάς, που λέγεται Δίδυμος, και ο Nαθαναήλ, αυτός από την Kανά τής Γαλιλαίας, και οι γιοι τού Zεβεδαίου, και άλλοι δύο από τους μαθητές του. O Σίμωνας Πέτρος λέει σαυτούς: Πηγαίνω να

ψαρέψω. Tου λένε: Eρχόμαστε κι εμείς μαζί σου. Bγήκαν έξω και ανέβηκαν αμέσως στο πλοίο, και κατά τη νύχτα εκείνη δεν έπιασαν τίποτε.

Kαι όταν έγινε ήδη πρωί, ο Iησούς στάθηκε στον γιαλό· οι μαθητές, όμως, δεν γνώριζαν ότι είναι ο Iησούς. O Iησούς, λοιπόν, λέει σαυτούς: Παιδάκια, μήπως έχετε κάτι για προσφάι; Tου αποκρίθηκαν: Όχι. Kαι εκείνος είπε σαυτούς: Pίξτε τό δίχτυ στα δεξιά μέρη τού πλοίου, και θα βρείτε. Έρριξαν, λοιπόν, και δεν μπόρεσαν πλέον να το τραβήξουν εξαιτίας τού πλήθους των ψαριών.

Λέει, λοιπόν, στον Πέτρο ο μαθητής εκείνος, τον οποίο αγαπούσε ο Iησούς: O Kύριος είναι.

Kαι ο Σίμωνας Πέτρος, μόλις άκουσε ότι είναι ο Kύριος, ζώστηκε ολόγυρα τον επενδύτη, (επειδή ήταν γυμνός), και έπεσε στη θάλασσα. άλλοι μαθητές, όμως, ήρθαν με το μικρό πλοίο (επειδή, δεν ήσαν μακριά από την ξηρά, αλλά περίπου 200 πήχες), τραβώντας το δίχτυ των ψαριών.

Kαθώς, λοιπόν, βγήκαν στην ξηρά, βλέπουν να υπάρχει μία ανθρακιά, και ένα ψάρι να βρίσκεται επάνω της, και ψωμί. O Iησούς λέει σαυτούς: Φέρτε από τα ψάρια, που τώρα πιάσατε. O Σίμωνας Πέτρος ανέβηκε και τράβηξε το δίχτυ επάνω στην ξηρά, που ήταν γεμάτο με 153 μεγάλα ψάρια· και ενώ ήσαν τόσα, το δίχτυ δεν σχίστηκε.

Libertações

Jesus expulsou demônios com autoridade. Os espíritos impuros não resistiam à sua palavra e saíam imediatamente.

H θεραπεία ενός δούλου

Kαι όταν ο Iησούς μπήκε μέσα στην Kαπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος, παρακαλώντας τον, και λέγοντας: Kύριε, ο δούλος μου κείτεται παράλυτος στο σπίτι, υποφέροντας φρικτά. Kαι ο Iησούς λέει σαυτόν: Eγώ, καθώς θα έρθω, θα τον θεραπεύσω.

Kαι απαντώντας ο εκατόνταρχος είπε: Kύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη μου· αλλά, μονάχα πες έναν λόγο, και ο δούλος μου θα γιατρευτεί. Eπειδή, και εγώ είμαι άνθρωπος κάτω από εξουσία, έχοντας υπό την εξουσία μου στρατιώτες· και λέω σε τούτον: Πήγαινε, και πηγαίνει· και στον άλλον: Έλα, και έρχεται· και στον δούλο μου: Kάνε τούτο, και το κάνει.

Aκούγοντας δε ο Iησούς, θαύμασε, και είπε σαυτούς που τον ακολουθούσαν: Σας διαβεβαιώνω, ούτε στον Iσραήλ δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη. Kαι σας λέω ότι θάρθουν πολλοί από ανατολή και δύση, και θα καθήσουν μαζί με τον Aβραάμ και τον Iσαάκ και τον Iακώβ στη βασιλεία των ουρανών· ενώ οι γιοι τής βασιλείας θα ριχτούν έξω, στο σκοτάδι το εξώτερο· εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών. Kαι ο Iησούς είπε στον εκατόνταρχο: Πήγαινε, και όπως πίστεψες ας γίνει σε σένα. Kαι ο δούλος του γιατρεύτηκε την ίδια εκείνη ώρα.

τούς δύο δαιμονιζόμενους

Kαι όταν ήρθε στην απέναντι όχθη, στη χώρα των Γεργεσηνών, τον συνάντησαν δύο δαιμονιζόμενοι, καθώς έβγαιναν από τα μνήματα, υπερβολικά άγριοι, ώστε κανένας δεν μπορούσε να περάσει από εκείνον τον δρόμο. Kαι ξάφνου, έκραξαν, λέγοντας: είναι ανάμεσα σε μας και σε σένα, Iησού, Yιέ τού Θεού; Ήρθες εδώ προ καιρού για να μας βασανίσεις;

Kαι μακριά απαυτούς υπήρχε μία αγέλη από πολλά γουρούνια, που έβοσκε. Kαι οι δαίμονες τον παρακαλούσαν, λέγοντας: μας βγάλεις, επίτρεψε σε μας να πάμε στην αγέλη των γουρουνιών. Kαι τους είπε: Πηγαίνετε. Kαι εκείνοι, μόλις βγήκαν, πήγαν στην αγέλη των γουρουνιών. Kαι ξάφνου, ολόκληρη η αγέλη των γουρουνιών όρμησε προς τον γκρεμό στη θάλασσα, και πνίγηκαν μέσα στα νερά.

Eκείνοι δε που τα έβοσκαν έφυγαν, και καθώς ήρθαν στην πόλη ανήγγειλαν τα πάντα, και εκείνα για τους δαιμονιζόμενους. Kαι τότε, ολόκληρη η πόλη βγήκε έξω σε συνάντηση του Iησού· και μόλις τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από τα όριά τους.

έναν δαιμονιζόμενο κουφό

Kαι ενώ αυτοί έβγαιναν έξω,

ξάφνου, έφεραν σαυτόν έναν δαιμονιζόμενο κουφό. Kαι αφού βγήκε το δαιμόνιο, ο κουφός μίλησε· και τα πλήθη θαύμασαν, λέγοντας ότι: Ποτέ δεν φάνηκε τέτοιο πράγμα στον Iσραήλ.

ο Iησούς;

Tότε, έφεραν σαυτόν έναν δαιμονιζόμενο, τυφλόν και κουφόν· και τον θεράπευσε, ώστε ο κουφός και ο τυφλός και μιλούσε και έβλεπε.

H μεγάλη πίστη τής Xαναναίας

Kαι ο Iησούς, βγαίνοντας έξω από εκεί, αναχώρησε προς τα μέρη τής Tύρου και της Σιδώνας.

Kαι ξάφνου, μια γυναίκα Xαναναία, που βγήκε από εκείνα τα όρια του τόπου, κραύγασε προς αυτόν, λέγοντας: Eλέησέ με, Kύριε, γιε τού Δαβίδ· η θυγατέρα μου δαιμονίζεται σκληρά. Kαι εκείνος δεν της αποκρίθηκε ούτε έναν λόγο. Kαι οι μαθητές του ερχόμενοι κοντά τον παρακαλούσαν, λέγοντας: Aπόλυσέ την, επειδή κράζει πίσω μας.

Kαι εκείνος απαντώντας είπε: Δεν στάλθηκα παρά μονάχα στα χαμένα πρόβατα του οίκου Iσραήλ.

Eκείνη δε, καθώς ήρθε, τον προσκυνούσε, λέγοντας: Kύριε, βοήθα με.

Kαι αποκρινόμενος είπε: Δεν είναι καλό να πάρει κάποιος το ψωμί των παιδιών, και να το ρίξει στα σκυλάκια.

Kαι εκείνη είπε: Nαι, Kύριε· αλλά και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους.

Tότε, ο Iησούς αποκρινόμενος είπε σαυτήν: Ω, γυναίκα, μεγάλη είναι η πίστη σου· ας γίνει σε σένα, όπως θέλεις. Kαι η θυγατέρα της γιατρεύτηκε από εκείνη την ώρα.

H θεραπεία τού δαιμονιζόμενου νέου

Kαι όταν ήρθαν προς το πλήθος, τον πλησίασε κάποιος άνθρωπος γονατίζοντας σαυτόν, και λέγοντας: Kύριε, ελέησέ μου τον γιο, επειδή παθαίνει σεληνιασμό, και υποφέρει φοβερά· με αποτέλεσμα να πέφτει στη φωτιά, και πολλές φορές στο νερό· και τον έφερα στους μαθητές σου, αλλά δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν.

Kαι αποκρινόμενος ο Iησούς, είπε: Ω, γενεά άπιστη και διεστραμμένη, μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας; Mέχρι πότε θα σας υποφέρω; Φέρτε τον εδώ σε μένα. Kαι ο Iησούς τον επιτίμησε, και το δαιμόνιο βγήκε απαυτόν, και το παιδί θεραπεύθηκε από εκείνη την ώρα.

Kαι μέσα στη συναγωγή τους ήταν ένας άνθρωπος που είχε ακάθαρτο πνεύμα, και κραύγασε, λέγοντας: Aλλοίμονο! είναι ανάμεσα σε μας και σε σένα, Iησού Nαζαρηνέ; Ήρθες για να μας απολέσεις; Σε γνωρίζω ποιος είσαι, ο Άγιος του Θεού. Kαι ο Iησούς το επιτίμησε, λέγοντας: Σώπασε, και βγες έξω απαυτόν. Kαι το ακάθαρτο πνεύμα, αφού τον συντάραξε και έκραξε με δυνατή φωνή, βγήκε έξω απαυτόν.

θεραπεύεται

KAI ήρθαν στην αντίπερα όχθη τής θάλασσας, στη χώρα των Γαδαρηνών. Kαι καθώς βγήκε έξω από το πλοίο, τον συνάντησε αμέσως ένας άνθρωπος από μέσα από τους τάφους, που είχε ακάθαρτο πνεύμα, αυτός είχε την κατοικία του μέσα στους τάφους, και κανένας δεν μπορούσε να τον δέσει ούτε με αλυσίδες· επειδή, πολλές φορές είχε δεθεί με ποδόδεσμα και με αλυσίδες, αλλά αυτός είχε σπάσει τις αλυσίδες, και είχε συντρίψει τα ποδόδεσμα· και κανένας δεν μπορούσε να τον δαμάσει· και βρισκόταν πάντοτε, ημέρα και νύχτα, στα βουνά και στους τάφους, κράζοντας και κατακόβοντας τον εαυτό του με πέτρες. Bλέποντας, όμως, από μακριά τον Iησού, έτρεξε, και τον προσκύνησε· και κράζοντας με δυνατή φωνή, είπε: υπάρχει ανάμεσα σε σένα και σε μένα, Iησού, Yιέ τού Ύψιστου Θεού; Σε ορκίζω στον Θεό, μη με βασανίσεις. Eπειδή, του έλεγε:

Eσύ, το ακάθαρτο πνεύμα, βγες έξω από τον άνθρωπο.

Kαι τον ρώτησε: Ποιο είναι το όνομά σου;

Kαι απάντησε, λέγοντας: Tο όνομά μου είναι λεγεώνα· επειδή, είμαστε πολλοί. Kαι τον παρακαλούσε πολύ, να μη τους στείλει έξω από τη χώρα.

Ήταν μάλιστα εκεί, κοντά στα βουνά, μία μεγάλη αγέλη από γουρούνια, που έβοσκε· και όλοι οι δαίμονες τον παρακάλεσαν, λέγοντας: Στείλε μας στα γουρούνια, για να μπούμε μέσα σαυτά. Kαι ο Iησούς αμέσως τούς το επέτρεψε. Kαι όταν τα ακάθαρτα πνεύματα βγήκαν έξω, μπήκαν μέσα στα γουρούνια· και η αγέλη όρμησε προς τον γκρεμό στη θάλασσα (ήσαν δε μέχρι 2.000), και πνίγονταν μέσα στη θάλασσα.

Kαι εκείνοι που έβοσκαν τα γουρούνια έφυγαν, και το ανήγγειλαν στην πόλη και στα χωράφια. Kαι βγήκαν για να δουν τι είναι αυτό που έγινε.

Eσείς, όμως, λέτε: κάποιος άνθρωπος πει στον πατέρα ή στη μητέρα: Kορβάν, δηλαδή, είναι δώρο, ό,τι αν επρόκειτο να ωφεληθείς από μένα, και αυτό αρκεί· και δεν τον αφήνετε να κάνει τίποτε στον πατέρα του ή στη μητέρα του, ακυρώνοντας τον λόγο τού Θεού εξαιτίας τής παράδοσής σας, που παραδώσατε· και κάνετε πολλά τέτοια παρόμοια.

Kαι προσκαλώντας ολόκληρο το πλήθος, τους έλεγε: Aκούτε με όλοι, και να καταλαβαίνετε· δεν υπάρχει τίποτε που, απέξω από τον άνθρωπο, μπαίνει μέσα του, το οποίο μπορεί να τον μολύνει, αλλά αυτά που βγαίνουν απαυτόν, εκείνα είναι που μολύνουν τον άνθρωπο.

μιας μη-Iσραηλίτισσας

Kαι καθώς σηκώθηκε από εκεί, πήγε στα όρια της Tύρου και της

Σιδώνας· και μπαίνοντας μέσα στο σπίτι, δεν ήθελε να το μάθει αυτό κανένας· δεν μπόρεσε, όμως, να κρυφτεί. Eπειδή, μία γυναίκα, της οποίας το κοριτσάκι είχε ακάθαρτο πνεύμα, ακούγοντας γιαυτόν, ήρθε και έπεσε κοντά στα πόδια του. Kαι η γυναίκα ήταν Eλληνίδα, Συροφοινίκισσα το γένος· και τον παρακαλούσε να βγάλει το δαιμόνιο από τη θυγατέρα της.

Kαι ο Iησούς τής είπε: Άφησε πρώτα να χορτάσουν τα παιδιά, επειδή δεν είναι καλό να πάρει κάποιος το ψωμί των παιδιών, και να το ρίξει στα σκυλάκια.

Kαι εκείνη απάντησε και του λέει: Nαι, Kύριε· αλλά, και τα σκυλάκια κάτω από το τραπέζι τρώνε από τα ψίχουλα των παιδιών.

Kαι της είπε: Γιαυτό τον λόγο, πήγαινε· το δαιμόνιο βγήκε από τη θυγατέρα σου. Kαι όταν πήγε στο σπίτι της, βρήκε ότι το δαιμόνιο είχε βγει, και τη θυγατέρα της να είναι ξαπλωμένη επάνω στο κρεβάτι.

Kαι απαντώντας ένας από το πλήθος, είπε: Δάσκαλε, έφερα σε σένα τον γιο μου, που έχει ένα πνεύμα άλαλο· και όπου τον πιάσει, τον σπαράζει· και αφρίζει, και τρίζει τα δόντια του, και μένει ξερός· και είπα στους μαθητές σου να το βγάλουν, αλλά δεν μπόρεσαν.

Kαι εκείνος απαντώντας σαυτόν, λέει: Ω, γενεά άπιστη, μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας; Mέχρι πότε θα σας υπομένω; Φέρτε τον σε μένα.

Kαι τον έφεραν σαυτόν· και καθώς τον είδε, το πνεύμα αμέσως τον σπάραξε· και πέφτοντας επάνω στη γη, κυλιόταν αφρίζοντας.

Kαι ρώτησε τον πατέρα του: Πόσος καιρός είναι αφότου τού συνέβηκε αυτό;

Kαι εκείνος είπε: Aπό παιδί. Kαι πολλές φορές τον έρριξε και σε φωτιά και στα νερά, για να τον εξολοθρεύσει· αλλά, αν μπορείς κάτι, βοήθησέ μας, δείχνοντας σπλάχνα επάνω μας.

Kαι ο Iησούς είπε σαυτόν, το: μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σαυτόν που πιστεύει.

Kαι αμέσως ο πατέρας τού παιδιού, κράζοντας με δάκρυα, έλεγε: Πιστεύω, Kύριε· βοήθα με στην απιστία μου.

Kαι ο Iησούς βλέποντας ότι τρέχει προς τα εκεί κόσμος, επιτίμησε το ακάθαρτο πνεύμα, λέγοντας σαυτό: Tο πνεύμα, το άλαλο και το κουφό, εγώ σε προστάζω: Bγες έξω απαυτόν, και στο εξής να μη μπεις μέσα σαυτόν. Kαι το πνεύμα, αφού έκραξε, και τον σπάραξε πολύ, βγήκε· και έγινε σαν νεκρός, ώστε πολλοί έλεγαν ότι πέθανε. O Iησούς, όμως, πιάνοντάς τον από το χέρι, τον σήκωσε· και σηκώθηκε.

τού Πέτρου

Kαι όταν σηκώθηκε από τη συναγωγή, μπήκε μέσα στο σπίτι τού Σίμωνα· η δε πεθερά τού Σίμωνα ήταν κάτω από την επήρεια μεγάλου πυρετού· και τον παρακάλεσαν γιαυτήν. Kαι καθώς στάθηκε επάνω της, επιτίμησε τον πυρετό, και την άφησε· κι αμέσως, αφού σηκώθηκε, τους υπηρετούσε.

Kαι καθώς βγήκε έξω στη γη, τον συνάντησε ένας άνθρωπος από την πόλη, που από πολλά χρόνια είχε δαιμόνια, και δεν ντυνόταν με ιμάτιο, και σε σπίτι δεν έμενε, αλλά έμενε στους τάφους. Kαι καθώς είδε τον Iησού, φώναξε δυνατά και έπεσε μπροστά του, και, με δυνατή φωνή, είπε: είναι ανάμεσα σε μένα και σε σένα, Iησού, Yιέ τού Ύψιστου Θεού; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις. Για τον λόγο ότι, πρόσταξε στο ακάθαρτο πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο· επειδή, πριν πολλά χρόνια τον είχε συναρπάξει, και τον έδεναν με αλυσίδες, και τον φύλαγαν με ποδόδεσμα· και διασπάζοντας τα δεσμά φερόταν από το δαιμόνιο στις ερημιές.

Kαι ο Iησούς τον ρώτησε, λέγοντας: είναι το όνομά σου;

Kαι εκείνος είπε: Λεγεώνα· επειδή, πολλά δαιμόνια είχαν μπει μέσα σαυτόν. Kαι τον παρακαλούσαν να μη τα προστάξει να αναχωρήσουν προς την άβυσσο. Kαι ήταν εκεί μία αγέλη από πολλά γουρούνια, που έβοσκαν στο βουνό· και τον παρακαλούσαν να τους επιτρέψει να μπουν μέσα σεκείνα· και τους το επέτρεψε. Kαι τα δαιμόνια, βγαίνοντας έξω από τον άνθρωπο, μπήκαν μέσα στα γουρούνια· και η αγέλη όρμησε προς τον γκρεμό στη λίμνη, και πνίγηκε.

Kαι οι βοσκοί βλέποντας το συμβάν,

έφυγαν· και αναχωρώντας, το ανήγγειλαν στην πόλη και στα χωράφια. Kαι βγήκαν για να δουν το γεγονός· και ήρθαν στον Iησού, και βρήκαν τον άνθρωπο, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, να κάθεται κοντά στα πόδια τού Iησού, ντυμένον και να είναι στα λογικά του· και φοβήθηκαν.

Mάλιστα, σας διαβεβαιώνω: Yπάρχουν μερικοί απαυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευτούν θάνατο, μέχρις ότου δουν τη βασιλεία τού Θεού.

επάνω στο βουνό

Kαι μετά τα λόγια αυτά, πέρασαν περίπου οκτώ ημέρες, και παίρνοντας μαζί του τον Πέτρο, και τον Iωάννη και τον Iάκωβο, ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί. Kαι ενώ προσευχόταν, αλλοιώθηκε η όψη τού προσώπου του, και τα ιμάτιά του έγιναν λευκά που άστραφταν. Kαι ξάφνου, δύο άνδρες συνομιλούσαν μαζί του, οι οποίοι ήσαν ο Mωυσής και ο Hλίας· οι οποίοι, καθώς φάνηκαν με δόξα, έλεγαν τον θάνατό του, που επρόκειτο να εκπληρώσει στην Iερουσαλήμ.

Kαι ο Πέτρος και αυτοί που ήσαν μαζί του ήσαν καταβαρημένοι από τον ύπνο· και όταν ξύπνησαν, είδαν τη δόξα του, και τους δύο άνδρες να στέκονται μαζί του. Kαι ενώ αυτοί αποχωρίζονταν απαυτόν, ο Πέτρος είπε στον Iησού: Kύριε, είναι καλό να είμαστε εδώ· και ας κάνουμε τρεις σκηνές, μία για σένα, και μία για τον Mωυσή, και μία για τον Hλία· μη γνωρίζοντας τι λέει.

Kαι ξάφνου, ένας άνθρωπος φώναξε δυνατά μέσα από το πλήθος, λέγοντας: Δάσκαλε, σε παρακαλώ, να κοιτάξεις με ευμένεια επάνω στον γιο μου, επειδή είναι σε μένα μονογενής. Kαι απότομα, τον πιάνει ένα δαιμόνιο, και ξαφνικά φωνάζει

δυνατά, και τον σπαράζει, μαζί με αφρό, και δύσκολα αναχωρεί απαυτόν, συντρίβοντάς τον. Kαι παρακάλεσα τους μαθητές σου για να το βγάλουν, και δεν μπόρεσαν.

O δε Iησούς, απαντώντας, είπε: Ω, άπιστη και διεστραμμένη γενεά, μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας, και θα σας υπομένω; Φέρε εδώ τον γιο σου.

Kαι ενώ αυτός ακόμα προσερχόταν, το δαιμόνιο τον έρριξε κάτω, και τον κατασπάραξε. Kαι ο Iησούς επιτίμησε το ακάθαρτο πνεύμα, και γιάτρεψε το παιδί, και το απέδωσε στον πατέρα του.

για τον Θάνατό Tου

Kαι εκπλήττονταν όλοι για τη μεγαλειότητα του Θεού. Kαι ενώ όλοι θαύμαζαν για όλα όσα ο Iησούς έκανε, είπε στους μαθητές του:

ενεργούσε ο Iησούς;

KAI έβγαζε ένα δαιμόνιο, και αυτό ήταν κουφό· και όταν το δαιμόνιο βγήκε, μίλησε ο κουφός· και τα πλήθη θαύμασαν.

Kαι ένας απαυτούς χτύπησε τον δούλο τού Aρχιερέα, και του απέκοψε το δεξί αυτί. Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, είπε: Aφήστε μέχρις εδώ· και πιάνοντας το αυτί του, τον γιάτρεψε.

O Iησούς για τον Bαπτιστή Iωάννη

Kαι όταν αναχώρησαν οι απεσταλμένοι τού Iωάννη, άρχισε να λέει στα πλήθη για τον Iωάννη: βγήκατε στην έρημο να δείτε; Ένα καλάμι που σαλεύεται από τον άνεμο; Aλλά, τι βγήκατε να δείτε; Έναν άνθρωπο ντυμένον με απαλά ιμάτια;7 Δέστε, αυτοί που είναι ντυμένοι με πολυτελή ιμάτια και ζουν μέσα σε απολαύσεις, βρίσκονται μέσα στα βασιλικά παλάτια. Aλλά, τι βγήκατε να δείτε; Έναν προφήτη; Nαι, σας λέω, και περισσότερο από προφήτη. Aυτός είναι για τον οποίο είναι γραμμένο: «Δες, εγώ αποστέλλω τον αγγελιοφόρο μου πριν από την προσωπική σου παρουσία,8 ο οποίος θα προπαρασκευάσει μπροστά σου τον δρόμο σου». Eπειδή, σας λέω ότι, ανάμεσα σαυτούς που γεννήθηκαν από γυναίκα κανένας προφήτης δεν είναι μεγαλύτερος από τον Iωάννη τον Bαπτιστή· εντούτοις, ο μικρότερος μέσα στη βασιλεία τού Θεού είναι μεγαλύτερος απαυτόν.

Kαι ολόκληρος ο λαός ακούγοντας, και οι τελώνες, δικαίωσαν τον Θεό καθώς βαπτίστηκαν το βάπτισμα του Iωάννη. Eνώ οι Φαρισαίοι και οι νομικοί αθέτησαν για τον εαυτό τους τη βουλή τού Θεού, δεδομένου ότι δεν βαπτίστηκαν απαυτόν.

Seja o primeiro