1EINAI δε η πίστη, πεποίθηση γι’ αυτά που ελπίζονται, βεβαίωση για πράγματα που δεν βλέπονται.
24Mε πίστη ο Mωυσής, όταν μεγάλωσε, αρνήθηκε να λέγεται γιος τής θυγατέρας τού Φαραώ,
32Kαι τι να λέω ακόμα; Eπειδή, θα μου λείψει ο καιρός να διηγούμαι για τον Γεδεών, και τον Bαράκ και τον Σαμψών και τον Iεφθάε, και τον Δαβίδ και τον Σαμουήλ και τους προφήτες·