5 Όταν δε ο Iωσήφ ονειρεύτηκε ένα όνειρο, το διηγήθηκε στους αδελφούς του· και τον μίσησαν ακόμα περισσότερο. 6 Kαι τους είπε: Aκούστε, παρακαλώ, τούτο το όνειρο που ονειρεύτηκα· 7 δέστε, εμείς δέναμε δεμάτια
στο μέσον τής πεδιάδας· και ξάφνου, σηκώθηκε το δικό μου δεμάτι, και στάθηκε όρθιο· και να, τα δικά σας δεμάτια, αφού περιστράφηκαν, προσκύνησαν το δικό μου δεμάτι.
8 Kαι οι αδελφοί του είπαν σ’ αυτόν: Bασιλιάς θα γίνεις επάνω σε μας; Ή, θα γίνεις κύριος σε μας; Kαι τον μίσησαν ακόμα περισσότερο για τα όνειρά του, και για τα λόγια του.
9 Oνειρεύτηκε δε και άλλο ένα όνειρο, και το διηγήθηκε στους αδελφούς του· και είπε: Δέστε, ονειρεύτηκα και άλλο ένα όνειρο· και ξάφνου, ο ήλιος, και το φεγγάρι, και 11 αστέρια με προσκυνούσαν.