1 E orou Jonas ao Senhor, seu Deus, das entranhas do peixe. 2 E disse:
Na minha angústia
clamei ao Senhor,
e ele me respondeu;
do ventre da sepultura gritei,
e tu ouviste a minha voz.
3 Porque tu me lançaste
no profundo,
no coração dos mares,
e a corrente das águas me cercou;
todas as tuas ondas e as tuas vagas
têm passado por cima de mim.
4 E eu disse:
Lançado estou de diante dos teus olhos;
todavia tornarei a ver
o teu santo templo.
5 As águas me cercaram
até à alma,
o abismo me rodeou,
e as algas se enrolaram
na minha cabeça.
6 Eu desci até aos fundamentos
dos montes;
a terra me encerrou
para sempre com os seus ferrolhos;
mas tu fizeste subir a minha vida
da perdição,
ó Senhor meu Deus!
7 Quando desfalecia em mim
a minha alma,
lembrei-me do Senhor;
e entrou a ti a minha oração,
no teu santo templo.
8 Os que observam as falsas vaidades
deixam a sua
misericórdia.
9 Mas eu te oferecerei sacrifício
com a voz do agradecimento;
o que votei pagarei.
Do Senhor vem a salvação.
10 Falou, pois, o Senhor ao peixe, e este vomitou a Jonas na terra seca.
Almeida Corrigida Fiel | acf ©️ 1994, 1995, 2007, 2011 Sociedade Bíblica Trinitariana do Brasil (SBTB). Todos os direitos reservados. Texto bíblico utilizado com autorização. Saiba mais sobre a SBTB. A Missão da SBTB é: Uma cópia da Bíblia Fiel ®️ para cada pessoa. Ajude-nos a cumprir nossa Missão!
1 Στο μεταξύ ο Κύριος πρόσταξε ένα μεγάλο ψάρι και κατάπιε τον Ιωνά. Κι έμεινε ο Ιωνάς μες στην κοιλιά του ψαριού τρία μερόνυχτα. 2 Από ’κει προσευχήθηκε στον Κύριο το Θεό του 3 μ’ αυτά τα λόγια:Το κείμενο που ακολουθεί είναι ευχαριστήρια προσευχή μετά τη σωτηρία του Ιωνά, με πολλές αναφορές στους Ψαλμούς.
«Μέσα στη θλίψη μου σ’ εσένα Κύριε, φώναξα
κι εσύ μου αποκρίθηκες.
Απ’ την κοιλιά του άδη
φώναξα για βοήθεια,
κι άκουσες τη φωνή μου.
4 Στα βάθη μ’ έριξες, μες στην καρδιά
της θάλασσας,
τα ρεύματα με περικύκλωσαν.
Όλα τα κύματά σου κι οι φουρτούνες σου
περάσαν από πάνω μου.
5 Σκεφτόμουν: "μ’ έδιωξε απ’ τη φροντίδα του.
Πώς θ’ αντικρύσω πάλι τον άγιο του ναό;"
6 Τα νερά με σκέπασαν ως το λαιμό.
Η θάλασσα η απύθμενη με περικύκλωσε,
φύκια δεθήκαν στο κεφάλι μου τριγύρω.
7 Κατέβηκα ως τα θεμέλια των βουνών,
στη χώρα που οι αμπάρες της
είναι κλεισμένες πάνω μου για πάντα.
Εσύ όμως, Κύριε, Θεέ μου,
ζωντανό μ’ έβγαλες απ’ το λάκκο.
8 Την ώρα που ένιωσα να σβήνω,
θυμήθηκα εσένα, Κύριε·
σ’ έφτασε τότε η προσευχή μου
στον άγιο σου ναό.
9 Εκείνοι που λατρεύουν ψεύτικους θεούς
θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ αυτούς.
10 Εγώ όμως θα σου ψέλνω προσευχές,
θυσίες θα σου προσφέρω.
Θα εκπληρώσω ό,τι σου ’ταξα,
γιατί ο σωτήρας μου είσαι Κύριε εσύ».
11 Τότε ο Κύριος πρόσταξε το ψάρι να ξεράσει τον Ιωνά στη στεριά.