1 Eis que vem sobre as montanhas um mensageiro de boa-nova, alguém que anuncia a felicidade. Celebra as tuas festas, ó Judá, cumpre teus votos! Porque o ímpio não passará mais por tua terra; está completamente aniquilado.
2 Um destruidor avança contra ti: guarda a fortaleza, vigia o caminho, fortifica os teus rins, reúne todo o teu vigor,
3 porque o Senhor restaura o esplendor de Jacó, assim como o esplendor de Israel, depois que os saqueadores despojaram e destruíram seus sarmentos.
4 Os combatentes trazem escudo vermelho, os guerreiros estão vestidos de púrpura, os carros de aço cintilantes avançam no dia em que são postos em linha; e são brandidas as lanças.
5 Os carros se precipitam pelas ruas, saltando através das praças. Ao vê-los, se diria serem tochas ardentes; correm como relâmpagos.
6 Ele se lembra de seus guerreiros valentes, mas estes tropeçam em sua marcha. Precipitam-se para a muralha e preparam o teto protetor.
7 As portas dos rios são abertas, o palácio cai arruinado.
8 Ela é desnudada e deportada; suas servas gemem como pombas e batem no peito.
9 Nínive é semelhante a um tanque desde a sua origem. Eles fogem. "Parai! Parai!" Mas ninguém volta para trás.
10 Saqueai a prata, saqueai o ouro, porque há inumeráveis tesouros e montes de objetos preciosos.
11 Roubo, pilhagem, devastação! O coração desfalece; os joelhos tremem, a dor oprime todos os rins, todos os rostos estão lívidos.
12 Onde está agora o retiro dos leões, o pasto dos leõezinhos, onde se recolhiam o leão, a leoa e os leõezinhos, sem haver quem os inquietasse?
13 O leão despedaçava para os seus pequenos, e estrangulava para as suas leoas; enchia de presas os seus antros, e de despojos as suas cavernas.
14 Eis que venho agora contra ti – oráculo do Senhor dos exércitos –; vou incendiar teus carros e reduzi-los à fumaça, a espada vai devorar os teus leõezinhos; porei fim às tuas rapinas na terra, não se ouvirá mais a voz dos teus mensageiros.
Όραμα για την καταστροφή της Νινευή
1 Ο Σε ορισμένες μετ. ο στ. 1 του παρόντος κεφ. αριθμείται ως 1:15 και συνεπώς οι στ. 2:1-14 αριθμούνται σ’ αυτές ως 2:1-13. – Ο σκληρός εχθρός είναι πιθανότατα ο βασιλιάς της Ασσυρίας. αγγελιοφόρος με τις καλές ειδήσεις τρέχει κιόλας απάνω στα βουνά, το μήνυμα να φέρει της ειρήνης. Γιόρταζε πάλι τις γιορτές σου, λαέ του Ιούδα! Εκπλήρωσε τα τάματά σου. Δε θα περάσει πια απ’ τη χώρα σου ο σκληρός εχθρός, γιατί έχει ολότελα εξοντωθεί. 2,3 Οι εχθροί ερήμωσαν τη χώρα, τ’ αμπέλια τα ξερίζωσαν. Αλλά ο Κύριος θα ξαναφέρει τον Ισραήλ στην πρωτινή του δόξα.
Έρχεται κιόλας ο χαλαστής να σε χτυπήσει, Νινευή. Ετοιμάσου για τη μάχη! Πάρτε τα όπλα σας! Λάβετε θέσεις! Βάλτε φρουρούς στο δρόμο. 4 Νάτοι έρχονται! Οι ασπίδες των πολεμιστών είναι βαμμένες κόκκινες σαν τη φωτιά. Το ίδιο φλογάτες είναι κι οι στολές τους. Αστραποκοπούν οι άμαξες έτοιμες να ριχτούν στη μάχη και πάλλονται τα δόρατα. 5 Οι άμαξες χιμούν μ’ άγρια ορμή στους δρόμους, αλληλοσυγκρούονται στις πλατείες, λες κι αναμμένοι είναι πυρσοί, αιφνίδιες αστραπές.
6 Μέσα στην πόλη ο βασιλιάς καλεί τους αντρειωμένους. Εκείνοι τρέχουν, μα στο δρόμο τους σκοντάφτουν. Οι πολιορκητές ορμούν στα τείχη· έτοιμη είναι η πολιορκητική τους μηχανή. 7 Οι πύλες προς τους ποταμούςπρος τους ποταμούς. Η Νινευή περιβαλλόταν από τον ποταμό Τίγρη και έναν παραπόταμό του· τα ανάκτορα προστατεύονταν από μια διακλάδωση αυτού του παραποτάμου. ξάφνου ανοίγονται κι οι άνθρωποι του παλατιού τα χάνουν. 8 Οι εχθροί διαπομπεύουν το βασιλιά δημόσια, γυμνώνουν τη βασίλισσα και μακριά τη στέλνουν. Θρηνούνε σαν τα περιστέρια οι δούλες της και στηθοδέρνονται. 9 Όλοι τρέχουν να φύγουν απ’ τη Νινευή, καθώς νερά από σπασμένο φράγμα. «Σταθείτε, σταθείτε!» φωνάζουν· κι ούτε να δει κανείς πίσω του, δε γυρνά. 10 Αρπάξτε ασήμι, πορθητές, χρυσάφι αρπάξτε! Η πόλη είναι γεμάτη θησαυρούς, πληθώρα τα πολύτιμα αντικείμενα. 11 Κούρσεμα, αρπαγή, ξολοθρεμός. Παντού καρδιές σε απόγνωση και γόνατα που τρέμουν, εξαντλημένα σώματα και πρόσωπα ωχρά.
12 Ήσουν κρυψώνα Νινευή, όπου αναπαυόταν το λιοντάριΤο λιοντάρι ήταν το έμβλημα της Νινευή. και τα μικρά του με ασφάλεια. 13 Ξέσκιζε ο λέοντας το θήραμά του, για να το πάει στις λέαινες και στα μικρά του, και να το αποθηκεύσει στης κρυψώνας του τις γωνιές. Εκείνη η κρυψώνα τώρα τι απόγινε;
14 «Φυλάξου! Έρχομαι καταπάνω σου», λέει ο Κύριος του σύμπαντος. «Θα μετατρέψω σε καπνό το πλήθος των κτισμάτων σου.το πλήθος των κτισμάτων σου, σύμφωνα με ένα εβρ. χειρ και αρχαίες μετ. Το εβρ. έχει «τις άμαξές της». Τους νέους σου μαχαίρι θα τους πετσοκόψει, κι ό,τι αρπάξατε απ’ τους άλλους θα το εξαφανίσω από τη χώρα σας. Των αγγελιοφόρων σου η φωνή δε θ’ ακουστεί ξανά».