1 Irmãos, o desejo do meu coração e a súplica que dirijo a Deus por eles são para que se salvem.
2 Pois lhes dou testemunho de que têm zelo por Deus, mas um zelo sem discernimento.
3 Desconhecendo a justiça de Deus e procurando estabelecer a sua própria justiça, não se sujeitaram à justiça de Deus.
4 Porque Cristo é o fim da Lei, para justificar todo aquele que crê.
5 Ora, Moisés escreve da justiça que vem da Lei: O homem que a praticar viverá por ela (Lv 18,5).
6 Mas a justiça que vem da fé diz assim: "Não digas em teu coração: ‘Quem subirá ao céu?’. Isto é, para trazer do alto o Cristo;
7 ou: ‘Quem descerá ao abismo?’. Isto é, para fazer voltar Cristo dentre os mortos".
8 Que diz ela, afinal? A palavra está perto de ti, na tua boca e no teu coração (Dt 30,14). Essa é a palavra da fé, que pregamos.
9 Portanto, se com tua boca confessares que Jesus é o Senhor, e se em teu coração creres que Deus o ressuscitou dentre os mortos, serás salvo.
10 É crendo de coração que se obtém a justiça, e é professando com palavras que se chega à salvação.
11 A Escritura diz: Todo o que nele crer não será confundido (Is 28,16).
12 Pois não há distinção entre judeu e grego, porque todos têm um mesmo Senhor, rico para com todos os que o invocam,
13 porque todo aquele que invocar o nome do Senhor será salvo (Jl 3,5).
14 Porém, como invocarão aquele em quem não têm fé? E como crerão naquele de quem não ouviram falar? E como ouvirão falar, se não houver quem pregue?
15 E como pregarão, se não forem enviados, como está escrito: Quão formosos são os pés daqueles que anunciam as boas-novas (Is 52,7)?
16 Mas não são todos que prestaram ouvido à Boa-Nova. É o que exclama Isaías: Senhor, quem acreditou na nossa pregação (Is 53,1)?
17 Logo, a fé provém da pregação e a pregação se exerce em razão da palavra de Cristo.
18 Pergunto, agora: Acaso não ouviram? Claro que sim! Por toda a terra correu a sua voz, e até os confins do mundo foram as suas palavras (Sl 18,5).
19 E pergunto ainda: Acaso Israel não o compreendeu? Já Moisés lhes havia dito: Eu vos despertarei ciúmes com um povo que não merece este nome; eu vos provocarei a ira contra uma nação insensata (Dt 32,21).
20 E Isaías se abalança a dizer: Fui achado pelos que não me buscavam; manifestei-me aos que não perguntavam por mim (Is 65,1).
21 Ao passo que a respeito de Israel, ele diz: Todo o dia estendi as minhas mãos a um povo desobediente e teimoso (Is 65,2).
1 Αδερφοί, η σφοδρή επιθυμία της καρδιάς μου και η δέησή μου στο Θεό είναι να οδηγηθούν οι Ιουδαίοι στη σωτηρία. 2 Μπορώ να σας βεβαιώσω πως έχουν ζήλο Θεού, αλλά χωρίς τη σωστή γνώση. 3 Γι’ αυτό, στην πράξη αγνοούν το γεγονός πως μόνο ο Θεός μπορεί να δικαιώσει τον άνθρωπο, και προσπαθούν με κάθε τρόπο να δικαιωθούν με τα έργα τους. Το αποτέλεσμα είναι πως δεν αποδέχτηκαν τη δικαίωση που προσφέρει ο Θεός μέσω του Χριστού. 4 Γιατί ο Χριστός είναι το τέλος του νόμου, αφού εκπληρώνει το σκοπό του, δίνοντας τη σωτηρία σ’ όποιον πιστεύει.
Σωτηρία για όλους
5 Ο Μωυσής γράφει για τη δικαίωση που προέρχεται από το νόμο, ότι όποιος πράττει σύμφωνα με τις εντολές του νόμου, θα βρει σ’ αυτές τη ζωή.6 Για τη δικαίωση όμως που πηγάζει από την πίστη, λέει: «Μην αναρωτηθείς "ποιος μπορεί ν’ ανέβει στον ουρανό;"» για να κατεβάσει δηλαδή το Χριστό. 7 «Ούτε να πεις "ποιος μπορεί να κατεβεί στον άδη;"» για ν’ ανεβάσει δηλαδή το Χριστό από τους νεκρούς. 8 Αλλά τι λέει; Κοντά σου είναι ο λόγος, στο στόμα σου και στην καρδιά σου, και εννοεί το λόγο της πίστεως που κηρύττουμε. 9 Αν ομολογήσεις με το στόμα σου πως ο Ιησούς είναι ο Κύριος και πιστέψεις με την καρδιά σου πως ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς, θα βρεις τη σωτηρία. 10 Πραγματικά, όποιος πιστεύει με την καρδιά του, οδηγείται στη δικαίωση, κι όποιος ομολογεί με το στόμα, οδηγείται στη σωτηρία. 11 Όπως λέει η Γραφή: Όποιος πιστεύει σ’ αυτόν δε θα ντροπιαστεί.12 Καμιά διάκριση δεν γίνεται αν είναι Ιουδαίος ή όχι, γιατί ο ίδιος είναι Κύριος για όλους, που σκορπά πλούσια τη χάρη του σ’ όλους όσοι τον επικαλούνται. 13 Γιατί, οποιοσδήποτε επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου θα σωθεί.
14 Πώς όμως θα τον επικαλεστούν, αν δεν τον πιστέψουν; Και πώς θα τον πιστέψουν, αν δεν έχουν ακούσει γι’ αυτόν; Και πώς πάλι θ’ ακούσουν γι’ αυτόν, αν κάποιος δεν τους τον κηρύξει; 15 Και πώς θα κηρύξουν σωστά, αν δεν τους αποστείλει ο Κύριος; Γι’ αυτό προφήτεψε η Γραφή: Πόσο όμορφος είναι ο ερχομός αυτών που φέρνουν τη χαρμόσυνη είδηση για την ειρήνη, τη χαρμόσυνη είδηση για τα αγαθά του Θεού!16 Μα το χαρμόσυνο αυτό μήνυμα δεν το δέχτηκαν όλοι. Όπως το έχει πει κιόλας ο Ησαΐας, Κύριε, ποιος πίστεψε στο κήρυγμά μας;17 Επομένως, για να πιστέψει κανείς χρειάζεται ν’ ακούσει το κήρυγμα και το κήρυγμα γίνεται με το λόγο του Θεού. 18 Αναρωτιέμαι όμως, μήπως οι Ιουδαίοι δεν άκουσαν το κήρυγμα; Και βέβαια το άκουσαν! Γιατί, λέει η Γραφή:
Σ’ όλη τη γη αντήχησε η φωνή τους,
στα πέρατα της οικουμένης τα λόγια τους.
19 Και πάλι αναρωτιέμαι: μήπως ο Ισραήλ δεν τα κατάλαβε; Την απάντηση τη δίνει πρώτος ο Μωυσής:
Θα σας κάνω να ζηλέψετε ένα έθνος που δεν είν’ έθνος·
θα σας κάνω να εξοργιστείτε μ’ ένα λαό που δεν έχει σύνεση.
20 Κι ο Ησαΐας φτάνει στο σημείο να λέει:
Με βρήκαν αυτοί που δε μ’ αναζητούσαν.
Φανερώθηκα σ’ εκείνους που δε ρωτούσαν καν για μένα.
21 Για τον Ισραήλ όμως λέει:
Όλη τη μέρα άπλωνα τα χέρια μου
σ’ ένα λαό ανυπάκουο, που όλο μου αντιμιλά.