1 Esta é a visão que o Senhor Soberano revelou a Obadias acerca da terra de Edom.
Ouvimos uma mensagem do Senhor,
que um embaixador foi enviado às nações para dizer:
"Preparem-se, todos!
Vamos reunir nossos exércitos e atacar Edom!".
2 O Senhor diz a Edom:
"Eu o tornarei pequeno entre as nações;
você será grandemente desprezado.
3 Foi enganado por seu orgulho,
pois vive numa fortaleza de pedra
e mora no alto dos montes.
‘Quem me derrubará daqui de cima?’,
pensa consigo.
4 Mesmo que suba tão alto como as águias
e faça seu ninho entre as estrelas,
de lá eu o derrubarei",
diz o Senhor.
5 "Se ladrões viessem durante a noite e o assaltassem
(que calamidade o espera!),
não levariam tudo,
e aqueles que colhem uvas
sempre deixam algumas para os pobres.
6 No entanto, todos os cantos de Edom
serão vasculhados e saqueados;
todos os tesouros serão encontrados e levados embora.
7 "Todos os seus aliados o expulsarão de sua terra;
eles lhe prometerão paz
enquanto tramam enganá-lo e conquistá-lo.
Seus amigos de confiança lhe prepararão armadilhas,
e você nem se dará conta.
8 Naquele dia, não restará
um sábio sequer em toda a terra de Edom",
diz o Senhor.
"Pois, nos montes de Edom,
destruirei todos que têm entendimento.
9 Os guerreiros mais poderosos de Temã
ficarão aterrorizados,
e todos nos montes de Edom
serão exterminados na matança."
10 "Por causa da violência que cometeu
contra seus parentes, os israelitas,
você será coberto de vergonha
e destruído para sempre.
11 Quando eles foram invadidos,
você se manteve afastado e não quis ajudá-los.
Estrangeiros levaram a riqueza da nação
e tiraram sortes para dividir Jerusalém,
e você agiu como se fosse um deles.
12 "Não deveria ter ficado satisfeito
quando exilaram seus parentes em terras distantes.
Não deveria ter se alegrado
quando o povo de Judá sofreu tamanha desgraça.
Não deveria ter falado com arrogância
naquele tempo de aflição.
13 Não deveria ter saqueado a terra de Israel
naquele dia de calamidade.
Não deveria ter ficado satisfeito com sua destruição
naquele dia de calamidade.
Não deveria ter roubado a riqueza deles
naquele dia de calamidade.
14 Não deveria ter ficado nas encruzilhadas
para matar os que tentavam escapar.
Não deveria ter capturado e entregado os sobreviventes
naquele tempo de aflição."
15 "Está próximo o dia em que eu, o Senhor,
julgarei todas as nações!
Como você fez a Israel,
assim lhe será feito.
Toda a sua maldade
cairá sobre sua cabeça.
16 Assim como você engoliu meu povo
em meu monte santo,
você e as nações vizinhas
engolirão o castigo contínuo que eu derramar sobre vocês.
Sim, todas as nações beberão, cambalearão
e, por fim, desaparecerão.
17 "Mas o monte Sião se tornará refúgio para os que escaparem;
será um lugar santo.
O povo de Israel voltará
para tomar posse de sua herança.
18 O povo de Israel será um fogo intenso,
e Edom será um campo de palha seca.
Os descendentes de José serão uma chama
que passará pelo campo e consumirá tudo.
Não haverá sobreviventes em Edom;
eu, o Senhor, falei.
19 "Então meu povo que vive no Neguebe
ocupará os montes de Edom.
Os que vivem nas colinas de Judá
possuirão as planícies dos filisteus
e tomarão os campos de Efraim e de Samaria.
O povo de Benjamim
ocupará a terra de Gileade.
20 Os exilados de Israel retornarão para sua terra
e ocuparão o litoral fenício até Sarepta.
Os cativos de Jerusalém, exilados no norte,
voltarão para casa e ocuparão as cidades do Neguebe.
21 Os que foram resgatados subirão ao monte Sião, em Jerusalém,
para governar sobre os montes de Edom;
e o reino será do Senhor."
Copyright© 2017 por Editora Mundo Cristão. Todos os direitos reservados em língua portuguesa. A Nova Versão Transformadora (NVT) e seu logotipo são marcas registradas. Usados com permissão.
1 Ορασις Αβδιου. Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος περι του Εδωμ· Ηκουσαμεν αγγελιαν παρα Κυριου και μηνυτης απεσταλη προς τα εθνη, Εγερθητε και ας εγερθωμεν εναντιον αυτου εις πολεμον.2 Ιδου, σε κατεστησα μικρον μεταξυ των εθνων· εισαι καταπεφρονημενος σφοδρα.3 Η υπερηφανια της καρδιας σου ηπατησε σε τον κατοικουντα εν τοις κοιλωμασι των κρημνων, του οποιου η κατοικια ειναι υψηλη, οστις λεγει εν τη καρδια αυτου, Τις θελει με καταβιβασει εις την γην;4 Εαν μετεωρισθης ως αετος και εαν θεσης την φωλεαν σου αναμεσον των αστρων, και εκειθεν θελω σε καταβιβασει, λεγει Κυριος.5 Εαν κλεπται ηρχοντο προς σε, εαν λησται δια νυκτος-πως εξηλειφθης-δεν ηθελον αρπασει το αρκουν εις αυτους; εαν τρυγηται ηρχοντο προς σε, δεν ηθελον αφησει επιφυλλιδας;6 Πως εξηρευνηθη ο Ησαυ· απεκαλυφθησαν οι κρυψωνες αυτου.7 Παντες οι ανδρες της συμμαχιας σου σε συνωδευσαν εως του οριου σου· οι ανθρωποι, οιτινες ησαν εν ειρηνη μετα σου, σε ηπατησαν και υπερισχυσαν εναντιον σου· οι τρωγοντες τον αρτον σου εβαλον ενεδραν υποκατω σου· δεν υπαρχει συνεσις εν αυτω.8 Εν τη ημερα εκεινη, λεγει Κυριος, δεν θελω απολεσει και τους σοφους απο του Εδωμ και την συνεσιν απο του ορους του Ησαυ;9 Και οι μαχηται σου, Θαιμαν, θελουσι πτοηθη, δια να εκκοπη εν σφαγη πας ανθρωπος εκ του ορους του Ησαυ.10 Δια την αδικιαν την προς τον αδελφον σου Ιακωβ θελει σε καλυψει αισχυνη και θελεις εκκοπη διαπαντος.11 Εν τη ημερα καθ' ην ιστασο απεναντι, τη ημερα καθ' ην οι αλλογενεις εφεραν εις αιχμαλωσιαν το στρατευμα αυτου και οι αλλοτριοι εισηλθον εις τας πυλας αυτου και εβαλον κληρους επι την Ιερουσαλημ, εσο και συ ως εις αυτων.12 Δεν επρεπεν ομως να επιβλεπης εις την ημεραν του αδελφου σου, εις την ημεραν της αποξενωσεως αυτου, ουδε να επιχαιρης κατα των υιων του Ιουδα εν τη ημερα του αφανισμου αυτων, ουδε να μεγαλορρημονης εν τη ημερα της θλιψεως αυτων.13 Δεν επρεπε να εισελθης εις την πυλην του λαου μου εν τη ημερα της συμφορας αυτων, ουδε να θεωρης και συ την θλιψιν αυτων εν τη ημερα της συμφορας αυτων, ουδε να επιβαλης χειρα επι την περιουσιαν αυτων εν τη ημερα της συμφορας αυτων,14 ουδε επρεπε να σταθης επι τας διεξοδους, δια να αποκλειης τους διασωζομενους αυτου ουδε να παραδωσης τους υπολοιπους αυτου εν τη ημερα της θλιψεως αυτων15 διοτι εγγυς ειναι η ημερα του Κυριου επι παντα τα εθνη· καθως εκαμες θελει γεινει εις σε· η ανταποδοσις σου θελει στρεψει επι την κεφαλην σου.16 Διοτι καθως σεις επιετε επι το ορος το αγιον μου, ουτω θελουσι πινει διαπαντος παντα τα εθνη· ναι, θελουσι πινει και θελουσιν εκροφει και θελουσιν εισθαι ως οι μη υπαρχοντες17 Επι δε του ορους Σιων θελει εισθαι σωτηρια και θελει εισθαι αγιον· και ο οικος Ιακωβ θελει κατακληρονομησει τας κληρονομιας αυτων·18 και ο οικος Ιακωβ θελει εισθαι πυρ και ο οικος Ιωσηφ φλοξ, ο δε οικος Ησαυ ως καλαμη· και θελουσιν εξαφθη κατ' αυτων και καταφαγει αυτους· και δεν θελει εισθαι υπολοιπον του οικου Ησαυ· διοτι Κυριος ελαλησε.19 Και οι της μεσημβριας θελουσι κατακληρονομησει το ορος του Ησαυ και οι της πεδινης τους Φιλισταιους· και θελουσι κατακληρονομησει τους αγρους του Εφραιμ και τους αγρους της Σαμαρειας, ο δε Βενιαμιν την Γαλααδ,20 και το αιχμαλωτισθεν τουτο στρατευμα των υιων Ισραηλ την γην εκεινην των Χαναναιων εως Σαρεπτα, και οι αιχμαλωτισθεντες της Ιερουσαλημ, οι εν Σεφαραδ, θελουσι κατακληρονομησει τας πολεις του νοτου·21 και θελουσιν αναβη σωτηρες εις το ορος Σιων, δια να κρινωσι το ορος του Ησαυ· και του Κυριου θελει εισθαι η βασιλεια.