1 Ich sah den Herrn am Altare stehen, und er sprach: Schlage an den Säulenknauf, daß die Schwellen beben, und zerscheitere sie auf ihrer aller Haupt! Ihren Rest aber will ich mit dem Schwert umbringen, daß keiner entrinnen und kein Flüchtling sich retten kann. 2 Wenn sie auch bis ins Totenreich eindrängen, so würde sie doch meine Hand von dannen holen, und wenn sie zum Himmel emporstiegen, so würde ich sie von dort hinunterstoßen. 3 Wenn sie sich aber auf dem Gipfel des Karmel versteckten, so würde ich sie daselbst aufspüren und ergreifen; und wollten sie sich auf dem Meeresgrund vor meinen Augen verbergen, so würde ich daselbst der Seeschlange gebieten, sie zu beißen; 4 und ließen sie sich von ihren Feinden gefangen führen, so wollte ich doch daselbst dem Schwert gebieten, sie umzubringen. Also will ich mein Auge auf sie richten zum Bösen und nicht zum Guten! 5 Wenn Gott, der HERR der Heerscharen, das Land anrührt, so vergeht es, und alle, die darin wohnen, müssen verwelken; es hebt sich wie der Nil und sinkt zurück wie der ägyptische Strom. 6 Er hat seinen Söller im Himmel gebaut und sein Gewölbe über der Erde gegründet; er ruft den Meereswassern und gießt sie aus über den Erdboden; HERR ist sein Name. 7 Seid ihr Kinder Israel mir nicht wie die Mohrenkinder? spricht der HERR. Habe ich nicht Israel aus Ägypten geführt und die Philister aus Kaphtor und die Syrer aus Kir? 8 Siehe, die Augen Gottes, des HERRN, sind auf das sündige Königreich gerichtet, daß ich es vom Erdboden vertilge. Aber ich will das Haus Jakob nicht ganz und gar vertilgen, spricht der HERR. 9 Denn siehe, ich lasse das Haus Israel durch alle Völker sichten, wie man mit einem Siebe sichtet; und es soll kein Körnlein auf die Erde fallen! 10 Durchs Schwert sollen alle Sünder meines Volkes sterben, die da sagen: «Kein Unglück wird uns erreichen noch überfallen!» 11 An jenem Tage will ich die zerfallene Hütte Davids wieder aufrichten und ihre Risse vermauern und ihre Trümmer wiederherstellen und sie wieder bauen wie in den Tagen der Vorzeit, 12 so daß sie den Überrest Edoms in Besitz nehmen werden und alle Nationen, über welche mein Name gepredigt worden ist, spricht der HERR, der solches tut. 13 Siehe, es kommen Tage, spricht der HERR, da der Pflüger den Schnitter und der Traubenkelterer den Sämann ablösen wird! Alsdann werden die Berge von Most triefen und alle Hügel zerfließen. 14 Und ich will das Gefängnis meines Volkes Israel wenden, und sie werden die verwüsteten Städte wieder aufbauen und darin wohnen, Weinberge pflanzen und deren Wein trinken, Gärten anlegen und deren Früchte genießen. 15 Und ich will sie einpflanzen in ihr Land, daß sie aus ihrem Lande, das ich ihnen gegeben habe, nicht mehr herausgerissen werden sollen, spricht der HERR, dein Gott!
Τελευταίο όραμα
1 Είδα τον Κύριο να στέκεται γιγάντιος μπροστά στο θυσιαστήριο και να δίνει διαταγή: «Χτύπα τα κιονόκρανα τόσο δυνατά που να σειστούν το ιερό και τα θεμέλιά του. Σπάσε τις κολόνες ώστε να πέσουν στα κεφάλια τους. Όσους επιζήσουν θα τους εξοντώσω με το ξίφος των εχθρών. Κανείς δε θα ξεφύγει, κανείς δε θα διασωθεί. 2 Αν φτάσουν να χωθούν στον άδη, το χέρι μου από ’κει θα τους τραβήξει πάνω κι αν ανεβούν στον ουρανό κι από κει θα τους κατεβάσω κάτω. 3 Ακόμη κι αν κρυφτούν στην κορυφή του Κάρμηλου κι εκεί θα τους ανακαλύψω θα τους πιάσω· και πάλι αν κρυφτούν από τα μάτια μου στης θάλασσας τον πάτο, θα διατάξω το θαλάσσιο δράκοντα εκεί να τους δαγκώσει. 4 Κι αν στην αιχμαλωσία οδηγηθούν απ’ τους εχθρούς τους, να πέσουν από ξίφος θα δώσω προσταγή. Είμαι αποφασισμένος να μην τους βοηθήσω πια, μα να τους καταστρέψω».
Ο Θεός δημιουργός και κριτής
5 Ο Θεός είναι ο Κύριος του σύμπαντος:
Τη γη αγγίζει κι αυτή τρέμει·
φουσκώνει η γη και χαμηλώνει
καθώς του Νείλου τα νερά στην Αίγυπτο
κι όλοι θρηνούν οι κάτοικοί της.
6 Το θόλο τ’ ουρανού στη γη στεριώνει
και στα ουράνια χτίζει τα παλάτια του·
της θάλασσας προστάζει τα νερά
και γίνονται βροχή και στη γη πέφτουν.
Κύριος είναι τ’ όνομά του!
Κανένα προνόμιο για τον Ισραήλ
7 Ο Κύριος λέει: «Μήπως νομίζετε, Ισραηλίτες, ότι στα μάτια μου είστε καλύτεροι απ’ τους Αιθίοπες; Έβγαλα, βέβαια, εσάς από την Αίγυπτο, αλλά έβγαλα και τους Φιλισταίους απ’ την Κρήτη και τους Αραμαίους από την Κηρ. 8 Εγώ ο Κύριος ο Θεός παρατηρώ τι κάνει ο Ισραήλ, αυτό το αμαρτωλό βασίλειο, και θα το εξαφανίσω από την επιφάνεια της γης.
»Αλλά τελείως δεν θα καταστρέψω τους απογόνους του Ιακώβ. Εγώ το υπόσχομαι. 9 Θα διατάξω να κοσκινιστούν εκεί που θα ζουν ανάμεσα στα έθνη. Τότε θα ξεχωρίσουν οι ένοχοι, όπως διαχωρίζονται τα λιθαράκια όταν κοσκινίζεται το ακαθάριστο σιτάρι. 10 Όλοι οι αμαρτωλοί μες στο λαό μου, αυτοί που λένε με αυτοπεποίθηση "ο Θεός δεν θ’ αφήσει να μας βρει κακό", όλοι απ’ των εχθρών θα σκοτωθούν το ξίφος».
Η αποκατάσταση του Ισραήλ
11 Ο Κύριος λέει: «Θα ’ρθεί μια μέρα που θα αποκαταστήσω την Πόλη του Δαβίδ σ’ όλη της τη λαμπρότητα. Τώρα φαίνεται ερείπιο. Όμως τους τοίχους της θα επισκευάσω, θα κλείσω όλα τα ρήγματα και θα την ξαναχτίσω όπως ήταν πριν. 12 Θα κατακτήσουν οι Ισραηλίτες ό,τι έχει απομείνει από τη χώρα της Εδώμ κι από τα άλλα έθνη, που ήταν κάποτε ιδιοκτησία μου. Εγώ ο Κύριος το λέω και θα το κάνω».
13 Ο Κύριος λέει ακόμα: «Έρχεται καιρός, που τόσο γρήγορα θα μεγαλώσουνε τα σιτηρά, ώστε να έρχεται ο θεριστής μόλις ο γεωργός θα έχει τ’ όργωμα τελειώσει. Και τα σταφύλια θα ’ναι τόσο άφθονα, που δε θα προλαβαίνουνε να τα πατήσουν όλα για κρασί, γιατί η εποχή της νέας σποράς θα φτάνει. Θα ρέει ο μούστος πάνω στις πλαγιές, θα πλημμυρίζουνε οι λόφοι. Τόσο πολλά θα είναι τα σταφύλια. 14 Τότε θ’ αλλάξω την κατάσταση του λαού μου του Ισραήλ. Θα ξαναχτίσουν τις ερημωμένες πόλεις και θα τις κατοικήσουν. Θα φυτέψουν αμπέλια και θα πίνουν το κρασί, θα φτιάξουν κήπους και θα τρώνε τον καρπό τους. 15 Θα τους εγκαταστήσω στη χώρα που τους έδωσα και κανείς δε θα μπορέσει να τους ξεριζώσει πια απ’ αυτήν».
Αυτά λέει ο Κύριος, ο Θεός σας.