1 Hat der Mensch nicht Kriegsdienst auf Erden, sind seine Tage nicht wie die eines Söldners? 2 Ein Knecht sehnt sich nach dem Schatten, und ein Söldner verlangt nach seinem Lohn; 3 mir aber wurden Monate voll Enttäuschung beschert und Nächte voller Qual zugezählt. 4 Wenn ich mich niederlege, so spreche ich: Wann werde ich aufstehen? Aber der Abend dehnt sich lang, und vom Umherwälzen werde ich gar satt bis zur Morgendämmerung. 5 Mein Leib ist bekleidet mit Würmern und einer Kruste von Erde, meine Haut zieht sich zusammen und eitert. 6 Meine Tage gleiten schneller dahin als ein Weberschifflein, sie schwinden hoffnungslos dahin. 7 Bedenke, daß mein Leben ein Hauch ist, daß mein Auge nichts Gutes mehr sehen wird; 8 das Auge, das mich schaut, wird mich nicht mehr sehen; wenn du nach mir siehst, so bin ich nicht mehr! 9 Wie die Wolke vergeht und verschwindet, so kommt, wer zum Totenreiche fährt, nicht mehr herauf; 10 er kehrt nicht mehr in sein Haus zurück, und seine Stätte kennt ihn nicht mehr. 11 Darum will auch ich meinen Mund nicht halten; ich will reden in der Angst meines Geistes, in der Betrübnis meiner Seele will ich klagen: 12 Bin ich denn ein Meer oder ein Ungeheuer, daß du eine Wache wider mich aufstellst? 13 Wenn ich denke: Mein Bett wird mich trösten, mein Lager wird meine Klage erleichtern! 14 so erschreckst du mich mit Träumen und ängstigst mich durch Gesichte, 15 so daß meine Seele Erwürgung vorzöge und ich lieber tot wäre, als ein Gerippe zu sein. 16 Es ist mir verleidet! Ich will nicht ewig leben; laß ab von mir; meine Tage sind ein Hauch! 17 Was ist der Mensch, daß du ihn so hochhältst und auf ihn achtest? 18 Du suchst ihn alle Morgen heim, und alle Augenblicke prüfst du ihn. 19 Warum schaust du nicht von mir weg und lässest mir nicht soviel Ruhe, daß ich meinen Speichel schlucke? 20 Habe ich gesündigt, was kann ich dir antun, du Menschenhüter? Warum hast du mich dir zur Zielscheibe gesetzt, daß ich mir selbst zur Bürde bin? 21 Warum vergibst du meine Übertretung nicht und erlässest mir nicht meine Schuld? Denn jetzt werde ich mich in den Staub legen, und wenn du mich morgen früh suchst, so bin ich nicht mehr!
Ο Ιώβ παραπονείται στο Θεό
1 Τάχα του ανθρώπου η ζωή πάνω στη γη
δεν είναι μια υποχρεωτική θητεία;
Οι μέρες του δεν είναι μέρες μισθωτού;
2 Ο δούλος λαχταρά λίγη σκιά,
ο κάθε εργάτης το μισθό του περιμένει.
3 Έτσι κι εγώ μήνες και μήνες
πέρασα δίχως νόημα,
νύχτες ατέλειωτες
γεμάτες πόνο.
4 Πλαγιάζω για να κοιμηθώ και σκέφτομαι
πότε να σηκωθώ·
κι η νύχτα δεν τελειώνει·
ως την αυγή στριφογυρνάω άυπνος.
5 Σκουλήκια και κατάξερες πληγές
σκεπάζουνε το σώμα μου·
το δέρμα μου σκίζεται και πυορροεί.
6 Οι μέρες μου τρέχουν πιο γρήγορα
κι απ’ τη σαΐτα του αργαλειού·
φεύγουν και χάνονται χωρίς καμιά ελπίδα.
7 Θυμήσου, Κύριε, πως η ζωή μου
είναι μονάχα μια πνοή,
τα μάτια μου δεν πρόκειται
να ξαναδούν την ευτυχία.
8 Τα μάτια που με βλέπανε δε θα με ξαναδούν.
τα μάτια σου θα με ζητούν,
μα εγώ δε θα υπάρχω.
9 Όπως το σύννεφο σκορπάει και χάνεται,
έτσι κι όποιος στον άδη κατεβαίνει
δεν ανεβαίνει πια·
10 σπίτι του δεν ξανάρχεται
κι ο τόπος του δεν τον αναγνωρίζει.
11 Λοιπόν δε θα κρατήσω
κι άλλο κλειστό το στόμα μου·
μέσ’ απ’ την αγωνία της καρδιάς μου θα μιλήσω,
μέσ’ απ’ την πίκρα της ψυχής μου θα παραπονεθώ.
12 Τι είμ’ εγώ; Θάλασσα ή κήτος θαλασσινό
και μου ’βαλες φρουρά;Πιθανώς η παρομοίωση του Ιώβ αναφέρεται σε αρχαίες παραδόσεις της ανατολής περί δημιουργίας, κατά τις οποίες ο δημιουργός θεός, αφού νίκησε τη Θάλασσα και το θαλάσσιο Κήτος τα έβαλε στη φυλακή για να μην ξανακάνουν κακό (πρβλ. κεφ. 38:8-11· Ησ 27:1· Ψλ 74:13).
13 Εκεί που λέω πως θα μ’ ανακουφίσει το κρεβάτι μου
και πως το στρώμα μου τον πόνο μου θα τον πραΰνει,
14 εσύ με εφιάλτες με φοβίζεις
και με τρομάζεις με οράματα.
15 Έτσι έχω προτιμότερο τον απαγχονισμό,
καλύτερο το θάνατο παρά τον πόνο.
16 Απαύδησα! Δεν πρόκειται να ζήσω εγώ αιώνια.
Παράτησέ με! Μια πνοή είν’ η ζωή μου όλη κι όλη.
17 Τι είναι ο άνθρωπος
που τόσο να τον λογαριάζεις
και τόση να του δίνεις προσοχή;
18 Κάθε πρωί να σκύβεις πάνω του
και να τον δοκιμάζεις
κάθε στιγμή;
19 Πότε θα σταματήσεις να με παρακολουθείς,
και θα μ’ αφήσεις να καταπιώ το σάλιο μου;
20 Αν έσφαλα χωρίς να το γνωρίζω,
εσένα σε τι σ’ έβλαψα, το φύλακα του ανθρώπου;
Γιατί μ’ έβαλες στόχο σου;
Τόσο σου είμαι βάρος;
21 Την αμαρτία μου να συγχωρήσεις δεν μπορείς;
την ανομία μου να σβήσεις;
Αφού σε λίγο θα πλαγιάζω μες στο χώμα
κι αν με γυρεύεις, δε θα υπάρχω πια.