Pular para o conteúdo
Publicidade

Hiob 23

TGVD

1 Da antwortete Hiob und sprach: 2 Auch heute noch ist meine Klage bitter; seine Hand preßt mir schwere Seufzer aus! 3 O daß ich wüßte, wo ich Ihn fände! Ich würde zu seinem Throne gehen. 4 Ich würde ihm die Streitfrage vorlegen und meinen Mund mit Beweisen füllen; 5 ich möchte wissen, was er mir antworten, und gerne sehen, was er zu mir sagen würde. 6 Würde er heftig mit mir streiten? Nein, er würde mich gewiß anhören. 7 Da würde der Redliche bei ihm Recht finden, und ich würde auf ewig frei ausgehen von meinem Richter. 8 Wenn ich aber schon nach Osten gehe, so ist er nirgends; wende ich mich nach Westen, so werde ich seiner nicht gewahr; 9 begibt er sich nach Norden, so erspähe ich ihn nicht, verbirgt er sich im Süden, so kann ich ihn nicht sehen. 10 Er aber kennt meinen Weg; er prüfe mich, so werde ich wie Gold hervorgehen! 11 Mein Fuß hat seinen Pfad innegehalten; seinen Weg habe ich bewahrt, ich bog nicht davon ab; 12 vom Gebote seiner Lippen wich ich nicht; in meinem Busen bewahrte ich die Reden seiner Lippen. 13 Doch Er bleibt sich gleich, und wer will ihn davon abbringen? Was er will, das tut er. 14 Er vollführt, was mir bestimmt ist, und dergleichen hat er viel im Sinn. 15 Darum schrecke ich zurück vor ihm, und wenn ich daran denke, so fürchte ich mich davor. 16 Ja, Gott hat mein Herz verzagt gemacht, und der Allmächtige hat mich erschreckt. 17 Daß ich [aber] nicht vergehe vor dem Anblick der Finsternis, hat er vor meinem Angesicht das Dunkel verdeckt.

Ο Ιώβ ζητάει να κριθεί η υπόθεσή του ενώπιον του Θεού

1 Ο Ιώβ αποκρίθηκε:

2 Μόλο που προσπαθώ τους στεναγμούς μου να τους πνίξω,

δεν μπορώ στον εαυτό μου

να επιβληθώ.

3 Αχ, να ξερα το Θεό πού να τον βρω

και πώς κοντά στο θρόνο του

να φτάσω!

4 Τότε θα έφερνα το δίκιο μου μπροστά του,

θα γέμιζα το στόμα μου

μεπιχειρήματα.

5 Ήθελα να ξερα τι θα μου

αποκρινόταν·

να βλεπα σαν τι θα χε να μου πει.

6 Θα βαζε όλη του τη δύναμη να μαντικρούσει;

Όχι· μόνο θα μάκουγε με προσοχή.

7 Ξεκάθαρα μαζί του θα μιλούσα

σαν κάποιος που είναι άμεμπτος·

θα μου αναγνώριζε το δίκιο μου

κι αυτός ακόμα,

που ναι ο κριτής μου.

8 Αλλά πηγαίνω στην ανατολή

κι αυτός δεν είνεκεί·

στη δύση πάω, μα δεν τον βρίσκω.

9 Και τον γυρεύω στο βορρά, μα δεν μπορώ να τον ιδώ·

γυρνώ στο νότο

και δεν τον διακρίνω.

10 Κι όμως αυτός ξέρει το δρόμο

που βαδίζω εγώ·

κι όταν με δοκιμάσει θα με βρει

σαν καθαρό χρυσάφι.

11 Ακολουθώ πιστά τα βήματά του·

τις εντολές του τήρησα

χωρίς παρέκκλιση καμιά.

12 Δεν έφυγα μακριά απτις προσταγές του·

τα λόγια του μες την καρδιά μουμες την καρδιά μου. Η φρ. αποδόθηκε κατά τους Ο΄. τα κρυψα.

13 Ωστόσο αυτός, μονάχα αυτός αποφασίζει!

Ποιος τάχα θα του αντιταχθεί;

Αυτό που επιθυμεί, αυτό και κάνει.

14 Θα εκπληρώσει ό,τι αποφάσισε για μένα

κι ακόμα τόσα σχέδια που μου χει φυλαγμένα.

15 Γιαυτό με παραλύει η παρουσία του

κι όσο το συλλογίζομαι

πιότερο τον φοβάμαι.

16 Ο Θεός μού πήρε την απαντοχή μου,

η δύναμή του με τρομοκρατεί.

17 Αυτός μεξουθενώνει, όχι το σκότος,

κι ας είναι γύρω μου πυκνό

και δεν μπορώ να δω.

Veja também