1 (02-2) Und Jona flehte aus dem Bauch des Fisches zu dem HERRN, seinem Gott, und sprach: 2 (02-3) Als mir angst war, rief ich zu dem HERRN, und er erhörte mich; aus dem Bauch der Hölle schrie ich, und du hörtest meine Stimme! 3 (02-4) Und doch hattest du mich in die Tiefe geschleudert, mitten ins Meer, daß mich die Strömung umspülte; alle deine Wogen und Wellen gingen über mich. 4 (02-5) Und ich sprach: Ich bin von deinen Augen verstoßen; dennoch will ich fortfahren zu schauen nach deinem heiligen Tempel! 5 (02-6) Die Wasser umringten mich bis an die Seele, die Tiefe umgab mich, Meergras umschlang mein Haupt. 6 (02-7) Zu den Gründen der Berge sank ich hinunter; die Erde war auf ewig hinter mir verriegelt; da hast du, HERR, mein Gott, mein Leben aus dem Verderben geführt! 7 (02-8) Da meine Seele bei mir verschmachtete, gedachte ich an den HERRN, und mein Gebet kam zu dir in deinen heiligen Tempel. 8 (02-9) Die Verehrer nichtiger Götzen verlassen ihre Gnade; 9 (02-10) ich aber will dir mit lauter Stimme danken und dir opfern; was ich gelobt habe, das will ich bezahlen; das Heil kommt vom HERRN! 10 (02-11) Und der HERR gebot dem Fisch; der spie Jona ans Land.
Η προσευχή του Ιωνά στη μεγάλη του θλίψη
1 Στο μεταξύ ο Κύριος πρόσταξε ένα μεγάλο ψάρι και κατάπιε τον Ιωνά. Κι έμεινε ο Ιωνάς μες στην κοιλιά του ψαριού τρία μερόνυχτα. 2 Από ’κει προσευχήθηκε στον Κύριο το Θεό του 3 μ’ αυτά τα λόγια:Το κείμενο που ακολουθεί είναι ευχαριστήρια προσευχή μετά τη σωτηρία του Ιωνά, με πολλές αναφορές στους Ψαλμούς.
«Μέσα στη θλίψη μου σ’ εσένα Κύριε, φώναξα
κι εσύ μου αποκρίθηκες.
Απ’ την κοιλιά του άδη
φώναξα για βοήθεια,
κι άκουσες τη φωνή μου.
4 Στα βάθη μ’ έριξες, μες στην καρδιά
της θάλασσας,
τα ρεύματα με περικύκλωσαν.
Όλα τα κύματά σου κι οι φουρτούνες σου
περάσαν από πάνω μου.
5 Σκεφτόμουν: "μ’ έδιωξε απ’ τη φροντίδα του.
Πώς θ’ αντικρύσω πάλι τον άγιο του ναό;"
6 Τα νερά με σκέπασαν ως το λαιμό.
Η θάλασσα η απύθμενη με περικύκλωσε,
φύκια δεθήκαν στο κεφάλι μου τριγύρω.
7 Κατέβηκα ως τα θεμέλια των βουνών,
στη χώρα που οι αμπάρες της
είναι κλεισμένες πάνω μου για πάντα.
Εσύ όμως, Κύριε, Θεέ μου,
ζωντανό μ’ έβγαλες απ’ το λάκκο.
8 Την ώρα που ένιωσα να σβήνω,
θυμήθηκα εσένα, Κύριε·
σ’ έφτασε τότε η προσευχή μου
στον άγιο σου ναό.
9 Εκείνοι που λατρεύουν ψεύτικους θεούς
θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ αυτούς.
10 Εγώ όμως θα σου ψέλνω προσευχές,
θυσίες θα σου προσφέρω.
Θα εκπληρώσω ό,τι σου ’ταξα,
γιατί ο σωτήρας μου είσαι Κύριε εσύ».
11 Τότε ο Κύριος πρόσταξε το ψάρι να ξεράσει τον Ιωνά στη στεριά.