1 Dies ist das Wort, welches vom HERRN an Jeremia erging, als der König Zedekia den Paschhur, den Sohn Malchijas, und Zephanja, den Sohn Maasejas, den Priester, zu ihm sandte und ihm sagen ließ: 2 Frage doch den HERRN für uns, weil der babylonische König Nebukadnezar Krieg wider uns führt! Vielleicht wird der HERR gemäß allen seinen Wundern so mit uns handeln, daß jener von uns abzieht. Da sprach Jeremia zu ihnen: 3 Also sollt ihr dem Zedekia antworten: 4 So spricht der HERR, der Gott Israels: Siehe, ich will die Kriegswaffen in euren Händen, mit welchen ihr den babylonischen König und die Chaldäer, die euch belagern, außerhalb der Stadtmauern bekämpft, umwenden und mitten in der Stadt versammeln; 5 und ich will selbst wider euch streiten mit ausgereckter Hand und mit starkem Arm, im Zorn und mit Grimm und mit großer Entrüstung, 6 und will die Bewohner dieser Stadt schlagen, sowohl Menschen als Vieh, durch eine große Pest sollen sie umkommen. 7 Und darnach, spricht der HERR, will ich Zedekia, den König von Juda, samt seinen Knechten und den Männern, die in dieser Stadt von der Pest, vom Schwert und von der Hungersnot verschont geblieben sind, in die Hand des babylonischen Königs Nebukadnezar und in die Hand ihrer Feinde und derer, die nach ihrem Leben trachten, übergeben, und er wird sie mit dem Schwerte schlagen und wird kein Mitleid mit ihnen haben und ihrer nicht schonen, noch sich ihrer erbarmen! 8 Und zu diesem Volke sollst du sagen: So spricht der HERR: Sehet, ich lege euch vor den Weg des Lebens und den Weg des Todes: 9 Wer in dieser Stadt bleibt, der wird entweder durchs Schwert, oder vor Hunger, oder an der Pest sterben; wer aber hinausgeht und zu den Chaldäern überläuft, die euch belagern, der wird leben und seine Seele als Beute davontragen. 10 Denn ich habe mein Angesicht wider diese Stadt gerichtet zum Bösen und nicht zum Guten, spricht der HERR; in die Hände des babylonischen Königs wird sie gegeben und mit Feuer verbrannt werden. 11 Und zum Hause des Königs von Juda [sollst du sagen]: Höre das Wort des HERRN, du Haus Davids! 12 So spricht der HERR: Haltet jeden Morgen ein gerechtes Gericht und rettet den Beraubten von der Hand des Unterdrückers, damit mein grimmiger Zorn nicht ausbreche wie ein Feuer und brenne, daß niemand löschen kann, wegen der Schlechtigkeit eurer Taten! 13 Siehe, ich will an dich, du Bewohnerin des Tales, des Felsens der Ebene, spricht der HERR, die ihr saget: Wer wollte zu uns herabsteigen, und wer sollte in unsere Wohnungen kommen? 14 Ich will euch heimsuchen, wie es eure Taten verdienen, spricht der HERR, und will ein Feuer anzünden in ihrem Wald, das soll ihre ganze Umgebung verzehren.
Απάντηση στο βασιλιά Σεδεκία
1 Ο βασιλιάς Σεδεκίας έστειλε στον Ιερεμία τον Πασχούρ, γιο του Μελχία, και τον ιερέα Σοφονία, γιο του Μαασεΐα, με την ακόλουθη παράκληση:Από τα γεγονότα των κεφ. 19 και 20 έχουν περάσει δέκα χρόνια περίπου. Ο Πασχούρ εδώ δεν είναι το ίδιο πρόσωπο μ’ εκείνον του κεφ. 20:1.2 «Ιερεμία, ρώτησε σε παρακαλούμε τον Κύριο για μας, γιατί ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ άρχισε πόλεμο εναντίον μας.Για τον πόλεμο αυτό βλ. Β΄ Βασ 24:20–25:11· Β΄ Χρ 36:11-21. Ίσως ο Κύριος κάνει για χάρη μας κάποιο του θαύμα και τον αναγκάσει να φύγει από ’δω».
3 Αλλά ο Ιερεμίας πήρε εντολή από τον Κύριο να διαβιβάσει στο Σεδεκία μέσω της αντιπροσωπείας του τα εξής: 4 «Λέει ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ: "ο βασιλιάς της Βαβυλώνας σάς πολιορκεί με το στρατό του κι οι πολεμιστές σας υπερασπίζονται την πόλη πολεμώντας κιόλας έξω από τα τείχη. Εγώ όμως θα αναγκάσω τους υπερασπιστές σας να υποχωρήσουν μέσα στην πόλη. 5 Θα πολεμήσω εναντίον σας οργισμένος κι αγανακτισμένος, με αποφασιστικότητα και δύναμη. 6 Θα θανατώσω τους κατοίκους αυτής της πόλης· άνθρωποι και ζώα θα πεθάνουν από πανώλη. 7 Μετά θα παραδώσω το βασιλιά του Ιούδα Σεδεκία, τους αξιωματούχους του και το λαό της πόλης –όσους θα έχουν επιζήσει απ’ την πανώλη, από τον πόλεμο και την πείνα– στα χέρια του βασιλιά της Βαβυλώνας, του Ναβουχοδονόσορ και στα χέρια των εχθρών τους, που ζητούν να τους σκοτώσουν. Εγώ, ο Κύριος το λέω. Κι ο Ναβουχοδονόσορ, σκληρός και άσπλαχνος, θα τους κατασφάξει χωρίς έλεος"».
8 Μετά ο Κύριος έδωσε εντολή στον Ιερεμία να πει στο λαό: «Λέει ο Κύριος: "σας έδωσα τη δυνατότητα να διαλέξετε ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο: 9 Όποιος παραμείνει σ’ αυτή την πόλη θα σκοτωθεί στον πόλεμο από τα ξίφη των εχθρών ή θα πεθάνει από την πείνα κι από το θανατικό. Αλλά όποιος βγει και παραδοθεί στους Βαβυλώνιους που σας πολιορκούν, θα σώσει τουλάχιστο τη ζωή του. 10 Αποφάσισα να κάνω κακό σ’ αυτή την πόλη· όχι καλό. Εγώ, ο Κύριος το λέω. Θα την παραδώσω στα χέρια του βασιλιά της Βαβυλώνας και θα την κάνει στάχτη"».
Μηνύματα για τη βασιλική οικογένεια
11 Ο Ιερεμίας έλαβε την εντολή να πει στη βασιλική οικογένεια του Ιούδα:Ο Ιερεμίας... Ιούδα. Ο στ. 11 είναι στο εβρ. τίτλος του κειμένου που ακολουθεί (21:11-23:8).
«Ακούστε το λόγο του Κυρίου, 12 εσείς οι απόγονοι του Δαβίδ: "αρχίστε την ημέρα σας αποδίδοντας δικαιοσύνη",αρχίστε... δικαιοσύνη. Οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων γίνονταν τις πρωινές ώρες (βλ. Ψλ 101:8· Β΄ Σαμ 15:2). λέει ο Κύριος. "Γλιτώστε τον απογυμνωμένο από τον καταπιεστή του! Αλλιώς, θα ξεσπάσει εναντίον σας ο θυμός μου σαν φωτιά και θα σας κάψει, εξαιτίας των κακών σας έργων· και κανείς δε θα μπορεί να σβήσει αυτή τη φωτιά.
13 "Προσέξτε εσείς εκεί κάτω, εσείς που κατοικείτε στο πλάτωμα του βράχου! Εγώ τώρα έρχομαι εναντίον σας. Σ’ εσάς που ισχυρίζεστε ότι εχθρός κανείς δε θα σας επιτεθεί και δε θα μπει στα σπίτια σας! 14 Εγώ ο ίδιος θα σας επιτεθώ για να σας τιμωρήσω για τα έργα σας. Φωτιά θα βάλω στις κολόνες σας τις κέδρινες, μέσα στ’ ανάκτορά σας, και θα τα καταστρέψω όλα τριγύρω"».Στ. 13-14: Τα βασιλικά ανάκτορα ήταν χτισμένα πάνω σ’ έναν πλατύ βράχο, νοτίως του ναού και σε χαμηλότερο επίπεδο απ’ αυτόν. Και τα δύο όμως ήταν σε ψηλότερη θέση από την υπόλοιπη πόλη της Ιερουσαλήμ. Ο ναός αποτελούσε φυσικό οχύρωμα εναντίον όλων των εχθρικών επιθέσεων, οι οποίες προέρχονταν κυρίως από το βορρά. Η βασιλική οικογένεια πίστευε πως ο Θεός, που κατοικούσε στο ναό, θα τους προστάτευε, καθώς από πουθενά αλλού δεν μπορούσε να επιτεθεί ο εχθρός.