1 An jenem Tage wird dem Hause David und den Einwohnern von Jerusalem ein Born eröffnet sein wider Sünde und Unreinigkeit. 2 Und es soll geschehen, an jenem Tage, spricht der HERR der Heerscharen, da will ich die Namen der Götzen aus dem Lande ausrotten, daß man ihrer nicht mehr gedenken soll, auch die Propheten und den unreinen Geist will ich aus dem Lande treiben. 3 Und es wird vorkommen, daß, wenn einer noch weissagen wird, sein Vater und seine Mutter, seine eigenen Eltern, zu ihm sagen werden: «Du sollst nicht am Leben bleiben; denn du hast Lügen geredet im Namen des HERRN!» Und sein Vater und seine Mutter, seine eigenen Eltern, werden ihn durchbohren wegen seines Weissagens. 4 Und es wird an jenem Tage dazu kommen, daß sich die Propheten alle schämen werden ihrer Gesichte, wenn sie weissagen, so daß sie keinen härenen Mantel mehr anziehen werden, um zu täuschen; 5 sondern sie werden sagen: «Ich bin kein Prophet, ich bin ein Erdarbeiter; denn ein Mensch hat mich erkauft von meiner Jugend an!» 6 Wird man ihn aber fragen: «Was sind das für Wunden in deinen Händen?» so wird er antworten: «Die hat man mir geschlagen im Hause meiner Lieben!» 7 Schwert, mache dich auf über meinen Hirten, über den Mann, der mein Nächster ist, spricht der HERR der Heerscharen; schlage den Hirten, so werden die Schafe sich zerstreuen, und ich will meine Hand zu den Kleinen wenden! 8 Und es soll geschehen, spricht der HERR, daß im ganzen Lande zwei Drittel ausgerottet werden und umkommen, ein Drittel aber soll darin übrigbleiben. 9 Aber dieses letzte Drittel will ich ins Feuer bringen und es läutern, wie man Silber läutert, und will es prüfen, wie man Gold prüft. Es wird meinen Namen anrufen, und ich will ihm antworten; ich will sagen: «Das ist mein Volk!» und es wird sagen: «Der HERR ist mein Gott!»
Κάθαρση της χώρας από τα είδωλα και τους ψευδοπροφήτες
1 Ο Κύριος λέει: «Εκείνη την εποχή θα ανοιχτεί πηγή για να καθαρίζονται οι απόγονοι του Δαβίδ και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ από την αμαρτία τους και την ακαθαρσία τους. 2 Εγώ, ο Κύριος του σύμπαντος, θα εξαλείψω τα είδωλα από τη χώρα, ώστε να μη θυμούνται πια ούτε τα ονόματά τους.
Ακόμα θα εξαφανίσω από τη χώρα όλους τους προφήτες που κατευθύνονται από ακάθαρτο πνεύμα. 3 Κι αν κανείς παρ’ όλα αυτά παρουσιαστεί σαν προφήτης, τότε οι ίδιοι οι γονείς του θα του πουν: "δεν έχεις πια το δικαίωμα να ζεις, γιατί είπες ψέματα, όταν ισχυρίστηκες ότι ο Κύριος σε είχε προστάξει να κηρύξεις". Και πριν ακόμα τελειώσει τις προφητείες του, οι ίδιοι οι γονείς του θα τον θανατώσουν με ξίφος. 4 Εκείνη την εποχή δεν θα υπερηφανεύονται πια οι προφήτες για τα οράματά τους· θα φοβούνται να τα ανακοινώσουν δημόσια, και δε θα φορούν πια τον τρίχινο μανδύα των προφητών για να εξαπατούν τον κόσμο. 5 Όταν θα ρωτάνε κάποιον απ’ αυτούς, θα απαντάει: "εγώ δεν είμαι προφήτης, είμαι ένας που δουλεύει στο χωράφι· από μικρό παιδί έχω χωράφι". 6 Και αν θα τον ρωτούν: "τι είναι αυτές οι πληγές στο στήθος σου;"οι πληγές στο στήθος σου. Οι παλιοί προφήτες χάραζαν με μαχαίρια το σώμα τους (πρβλ. Α΄ Βασ 18:28). εκείνος θ’ απαντάει: "τις απέκτησα στο σπίτι των φίλων μου"».
Ο λαός κοπάδι χωρίς βοσκό
7 Ο Κύριος του σύμπαντος λέει: «Σήκω ξίφος και χτύπα το βοσκό μου, που τον έκανα συνεργάτη μου. Θα χτυπήσω το βοσκό και τα πρόβατα θα σκορπιστούν· θα σηκώσω το χέρι μου και θα χτυπήσω ακόμα και τα μικρά αρνάκια. 8 Σ’ όλη τη χώρα τα δύο τρίτα των κατοίκων θα καταστραφούν και θα εξαφανιστούν, και μόνο το ένα τρίτο θα επιζήσει σ’ αυτήν. 9 Αυτό το ένα τρίτο θα το περάσω απ’ τη φωτιά και θα τους καθαρίσω όπως καθαρίζουν το ασήμι· θα τους δοκιμάσω όπως δοκιμάζουν το χρυσάφι. Τότε, αυτό το τρίτο του λαού θα με επικαλεσθεί κι εγώ θα τους απαντήσω: "εσείς είστε ο λαός μου". Κι αυτοί θα πουν: "εσύ, Κύριε, είσαι ο Θεός μας"».