Publicidade

1 Samuel 11

IRB20
Ο Σαούλ νικάει τους Αμμωνίτες

1 Μετά από έναν περίπου μήνα, ήρθε ο Ναχάς, βασιλιάς των Αμμωνιτών, να πολιορκήσει την Ιαβές στη Γαλαάδ. Οι κάτοικοι της Ιαβές είπαν στο Ναχάς: «Κάνε μαζί μας συνθήκη κι εμείς θα γίνουμε δούλοι σου». 2 Ο Ναχάς τους είπε: «Θα κάνω μαζί σας συνθήκη αλλά με τον εξής όρο: να βγάλω το δεξί μάτι ολονών σας κι έτσι να εξευτελίσω όλο το λαό του Ισραήλ». 3 Οι πρεσβύτεροι της Ιαβές του απάντησαν: «Δώσε μας εφτά μέρες προθεσμία να στείλουμε αγγελιοφόρους σόλη τη χώρα του Ισραήλ· αν δεν υπάρξει κανείς να έρθει για βοήθειά μας, τότε θα παραδοθούμε σεσένα».

4 Οι αγγελιοφόροι ήρθαν στη Γιβεά, την πόλη του Σαούλ, και ανακοίνωσαν στο λαό της τη συμφωνία τους. Τότε όλοι ξέσπασαν σε θρήνο δυνατό. 5 Εκείνη ακριβώς την ώρα, ο Σαούλ ερχόταν από το χωράφι οδηγώντας τα βόδια του. «Τι συμβαίνει στο λαό και κλαίνε;» ρώτησε. Και του ανέφεραν τι είπαν οι άντρες που είχαν έρθει από την Ιαβές. 6 Αυτός όταν τάκουσε τον κατέλαβε το Πνεύμα του Θεού και φούντωσε από θυμό. 7 Πήρε ένα ζευγάρι βόδια, τα κομμάτιασε κι έστειλε τα κομμάτια τους με αγγελιοφόρους σόλη τη χώρα του Ισραήλ με τα εξής λόγια: «Όποιος δεν ακολουθήσει το Σαούλ και το Σαμουήλ, τα βόδια του θα πάθουν τα ίδια!»

Τότε έπεσε φόβος Κυρίου πάνω στο λαό κι έτρεξαν όλοι σαν ένας άνθρωπος. 8 Ο Σαούλ τους μέτρησε στη Βέζεκ, και βρέθηκαν τριακόσιες χιλιάδες άντρες από την περιοχή του Ισραήλ και τριάντα χιλιάδες από τον Ιούδα.

9 Τότε είπαν στους αγγελιοφόρους που είχαν έρθει: «Πείτε στους κατοίκους της Ιαβές, στη Γαλαάδ, ότι αύριο κατά το μεσημέρι θα σας έρθει βοήθεια». Οι αγγελιοφόροι πήγαν και τα ανάγγειλαν αυτά στους κατοίκους της Ιαβές. Εκείνοι χάρηκαν, 10 και πήγαν κι είπαν στο Ναχάς τον Αμμωνίτη: «Αύριο θα σας παραδοθούμε και κάντε μας ό,τι σας αρέσει». 11 Την άλλη μέρα χώρισε ο Σαούλ το στρατό σε τρία τμήματα. Τα ξημερώματα μπήκαν μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο από τη μια άκρη ως την άλλη και ως το μεσημέρι είχαν κατασφάξει τους Αμμωνίτες. Όσοι γλίτωσαν, σκόρπισαν άλλος από δω κι άλλος από κει.

12 Τότε είπε ο λαός στο Σαμουήλ: «Ποιοι είναυτοί που είπαν, να μη γίνει ο Σαούλ βασιλιάς μας; Παραδώστε μας αυτούς τους ανθρώπους να τους σκοτώσουμε». 13 Αλλά ο Σαούλ είπε: «Κανένας δε θα θανατωθεί τη σημερινή μέρα, γιατί σήμερα ο Κύριος ελευθέρωσε τον Ισραήλ». 14 Έπειτα ο Σαμουήλ είπε στο λαό: «Ελάτε να πάμε στα Γάλγαλα να ανακηρύξουμε το Σαούλ βασιλιά». 15 Έτσι πήγε όλος ο λαός στα Γάλγαλα κι εκεί, ενώπιον του Κυρίου, ανακήρυξαν το Σαούλ βασιλιά· πρόσφεραν θυσίες κοινωνίας στον Κύριο, κι έκαναν γιορτή μεγάλη, ο Σαούλ και όλοι οι Ισραηλίτες.

Liberazione di Iabes. Saul riconosciuto re da tutto Israele

1 Naas, l’Ammonita, salì e si accampò contro Iabes di Galaad. E tutti quelli di Iabes dissero a Naas: "Faalleanza con noi e noi ti serviremo". 2 E Naas, l’Ammonita, rispose loro: "Io farò alleanza con voi a questa condizione: che io vi cavi a tutti l’occhio destro e getti così questo disonore su tutto Israele". 3 Gli anziani di Iabes gli dissero: "Concedici sette giorni di tregua perché inviamo dei messaggeri per tutto il territorio d’Israele; e se non ci sarà chi ci soccorra, ci arrenderemo a te". 4 I messaggeri andarono dunque a Ghibea di Saul, riferirono queste parole in presenza del popolo e tutto il popolo alzò la voce e pianse. 5 Ed ecco Saul tornava dai campi, seguendo i buoi, e disse: "Che cos’ha il popolo, perché piange?". E gli riferirono le parole di quelli di Iabes. 6 E quando ebbe udite quelle parole, lo Spirito di Dio investì Saul, che si infiammò d’ira; 7 e prese un paio di buoi, li tagliò a pezzi e li mandò, per mano dei messaggeri, per tutto il territorio d’Israele, dicendo: "Così saranno trattati i buoi di chi non seguirà Saul e Samuele". Il terrore dell’Eterno s’impadronì del popolo e partirono come se fossero stati un uomo solo. 8 Saul li passò in rassegna a Bezec, ed erano trecentomila figli d’Israele e trentamila uomini di Giuda. 9 E dissero a quei messaggeri che erano venuti: "Dite così a quelli di Iabes di Galaad: Domani, quando il sole sarà in tutto il suo calore, sarete liberati". E i messaggeri andarono a riferire queste parole a quelli di Iabes, i quali si rallegrarono. 10 E quelli di Iabes dissero agli Ammoniti: "Domani verremo da voi, e farete di noi tutto quello che vi piacerà". 11 Il giorno seguente, Saul divise il popolo in tre schiere, che penetrarono nell’accampamento degli Ammoniti prima dell’alba, e li batterono fino alle ore calde del giorno. Quelli che scamparono furono dispersi in maniera che non ne rimasero due insieme. 12 Il popolo disse a Samuele: "Chi è che diceva: Saul regnerà forse su noi? Dateci quegli uomini e li metteremo a morte". 13 Ma Saul rispose: "Nessuno sarà messo a morte in questo giorno, perché oggi l’Eterno ha operato una liberazione in Israele". 14 E Samuele disse al popolo: "Venite, andiamo a Ghilgal, e confermiamo l’autorità regale". 15 E tutto il popolo andò a Ghilgal, e , a Ghilgal, fecero Saul re davanti all’Eterno, e offrirono nel cospetto dell’Eterno sacrifici di ringraziamento. Saul e tutti gli uomini d’Israele fecero gran festa in quel luogo.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-