1 Το εικοστό έβδομο έτος της βασιλείας του Ιεροβοάμ στον Ισραήλ, βασιλιάς στον Ιούδα έγινε ο Αζαρίας,Αζαρίας. Βλ. υποσ. εις κεφ. 14:21. γιος του βασιλιά Αμασία, 2 σε ηλικία δεκαέξι ετών, και βασίλεψε πενήντα δύο χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ονομαζόνταν Ιεχαλία και καταγόταν από την Ιερουσαλήμ. 3 Ο Αζαρίας έκανε το σωστό ενώπιον του Κυρίου, όπως ακριβώς είχε κάνει κι ο Αμασίας, ο πατέρας του. 4 Αλλά οι ιεροί τόποι δεν καταργήθηκαν και ο λαός πρόσφερε εκεί θυσίες και θυμιάματα.
5 Γι’ αυτό κι ο Κύριος έστειλε στο βασιλιά μια βαριά αρρώστια: Προσβλήθηκε από λέπρα κι έμεινε έτσι ως το θάνατό του. Ήταν αναγκασμένος να κάθεται σε απομόνωση, κι έτσι ο γιος του ο Ιωθάμ ήταν επικεφαλής του ανακτόρου και κυβερνούσε το λαό της χώρας.
6 Η υπόλοιπη ιστορία του Αζαρία και η δράση του είναι όλα καταχωρισμένα στο Βιβλίο των Χρονικών των βασιλιάδων του Ιούδα. 7 Ο Αζαρίας πέθανε και τον έθαψαν μαζί με τους προγόνους του στην Πόλη Δαβίδ. Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του ο Ιωθάμ.
8 Το τριακοστό όγδοο έτος της βασιλείας του Αζαρία στον Ιούδα, βασιλιάς του Ισραήλ, στη Σαμάρεια, έγινε για έξι μήνες ο Ζαχαρίας, γιος του Ιεροβοάμ. 9 Ο Ζαχαρίας έπραξε ό,τι δυσαρεστεί τον Κύριο, όπως είχαν κάνει και οι πρόγονοί του· δεν απέφυγε να επαναλάβει τις αμαρτίες του Ιεροβοάμ, γιου του Ναβάτ, ο οποίος είχε παρασύρει τον Ισραήλ να αμαρτήσει. 10 Εναντίον του συνωμότησε ο Σαλλούμ, γιος του Ιαβίς. Του επιτέθηκε στην Ιβλεάμ,στην Ιβλεάμ, κατά τους Ο΄. Το εβρ. είναι ασαφές. τον σκότωσε και βασίλεψε αυτός στη θέση του.
11 Η υπόλοιπη ιστορία του Ζαχαρία είναι καταχωρισμένη στο Βιβλίο των Χρονικών των βασιλιάδων του Ισραήλ.
12 Έτσι εκπληρώθηκε ό,τι είχε πει ο Κύριος στον Ιηού: «Οι απόγονοί σου ως την τέταρτη γενιά θα καθίσουν στο θρόνο του Ισραήλ».
13 Ο Σαλλούμ, γιος του Ιαβίς, έγινε βασιλιάς το τριακοστό ένατο έτος της βασιλείας του Αζαρία στον Ιούδα, και βασίλεψε ένα μήνα στη Σαμάρεια. 14 Ο Μεναχέμ, γιος του Γαδί, ήρθε από την Τιρσά, μπήκε στη Σαμάρεια και νίκησε εκεί το Σαλλούμ. Τον σκότωσε και βασίλεψε αυτός στη θέση του.
15 Η υπόλοιπη ιστορία του Σαλλούμ και η συνωμοσία που έκανε, είναι όλα καταχωρισμένα στο Βιβλίο των Χρονικών των βασιλιάδων του Ισραήλ.
16 Μετά ο Μεναχέμ επιτέθηκε στην Τιρσά και σκότωσε όλους όσοι βρίσκονταν στην πόλη και στη γύρω περιοχή, γιατί δεν παραδίνονταν. Κατέστρεψε την πόλη και ξεκοίλιασε όλες τις έγκυες γυναίκες.
17 Ο Μεναχέμ, γιος του Γαδί, έγινε βασιλιάς του Ισραήλ στη Σαμάρεια, για δέκα χρόνια, το τριακοστό ένατο έτος της βασιλείας του Αζαρία στον Ιούδα. 18 Έπραξε ό,τι δυσαρεστεί τον Κύριο· δεν απέφυγε να επαναλάβει τις αμαρτίες του Ιεροβοάμ, γιου του Ναβάτ, ο οποίος είχε παρασύρει τον Ισραήλ να αμαρτήσει.
19 Τον καιρό της βασιλείας του, ο Φουλ, βασιλιάς της Ασσυρίας,Σύμφωνα με ασσυριακές πηγές, ο Φουλ και ο Τιγλάθ-Πιλέσερ (στ. 29) είναι το ίδιο πρόσωπο. Η περίοδος της μεγάλης ισχύος της Ασσυρίας τοποθετείται μεταξύ 745 και 612 π.Χ. βγήκε σε εκστρατεία εναντίον της χώρας· κι ο Μεναχέμ του έδωσε χίλια τάλαντα ασήμι για να τον έχει με το μέρος του, ώστε να στερεώσει τη βασιλική εξουσία στα χέρια του. 20 Ο Μεναχέμ πήρε το ασήμι από το λαό του Ισραήλ, δηλαδή από όλους τους πλούσιους, πενήντα σίκλους ασήμι από τον καθέναν, και το έδωσε στο βασιλιά της Ασσυρίας. Έτσι αυτός έφυγε από τη χώρα για την πατρίδα του.
21 Η υπόλοιπη ιστορία του Μεναχέμ και η δράση του είναι όλα καταχωρισμένα στο Βιβλίο των Χρονικών των βασιλιάδων του Ισραήλ. 22 Όταν πέθανε ο Μεναχέμ, τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιος του ο Πεκαχίας.
23 Το πεντηκοστό έτος της βασιλείας του Αζαρία στον Ιούδα, βασιλιάς του Ισραήλ στη Σαμάρεια έγινε ο Πεκαχίας, γιος του Μεναχέμ, για δύο χρόνια. 24 Αυτός έπραξε ό,τι δυσαρεστεί τον Κύριο· δεν απέφυγε να επαναλάβει τις αμαρτίες του Ιεροβοάμ, γιου του Ναβάτ, ο οποίος είχε παρασύρει το λαό του Ισραήλ να αμαρτήσει.
25 Συνωμότησε όμως εναντίον του ο υπασπιστής του ο Φεκάχ, γιος του Ρεμαλία, και τον σκότωσε στη Σαμάρεια, στον πύργο των ανακτόρων.Στο σημείο αυτό το εβρ. προσθέτει τις λ. «Αργόβ» και «Αριέ», που η σημασία τους είναι αβέβαιη. Μαζί του ήταν και πενήντα Γαλααδίτες. Αφού τον σκότωσε, βασίλεψε αυτός στη θέση του.
26 Η υπόλοιπη ιστορία του Πεκαχία και η δράση του είναι όλα καταχωρισμένα στο Βιβλίο των Χρονικών των βασιλιάδων του Ισραήλ.
27 Στο πεντηκοστό δεύτερο έτος της βασιλείας του Αζαρία στον Ιούδα, βασιλιάς του Ισραήλ στη Σαμάρεια έγινε ο Φεκάχ, γιος του Ρεμαλία, για είκοσι χρόνια. 28 Ο Φεκάχ έπραξε ό,τι δυσαρεστεί τον Κύριο· δεν απέφυγε να επαναλάβει τις αμαρτίες του Ιεροβοάμ, γιου του Ναβάτ, ο οποίος είχε παρασύρει το λαό Ισραήλ να αμαρτήσει.
29 Τον καιρό της βασιλείας του Φεκάχ στον Ισραήλ, ο βασιλιάς της ΑσσυρίαςΒλ. υποσ. εις στ. 19. Τιγλάθ-Πιλέσερ, ήρθε και κυρίεψε την Ιιών, την Αβέλ-Βαιθ-Μααχά, την Ιανώχ, την Κεδές, την Ασώρ, τη Γαλαάδ, τη Γαλιλαία, όλη την περιοχή της φυλής Νεφθαλί. Τους κατοίκους των τους οδήγησε αιχμαλώτους στην Ασσυρία.
30 Τότε ο Ωσηέ, ο γιος του Ηλά, συνωμότησε εναντίον του Φεκάχ, γιου του Ρεμαλία, τον νίκησε και τον σκότωσε, κι έγινε αυτός βασιλιάς στη θέση του, το εικοστό έτος της βασιλείας του Ιωθάμ, γιου του Αζαρία.
31 Η υπόλοιπη ιστορία του Φεκάχ και η δράση του είναι όλα καταχωρισμένα στο Βιβλίο των Χρονικών των βασιλιάδων του Ισραήλ.
32 Το δεύτερο έτος της βασιλείας στον Ισραήλ του Φεκάχ, γιου του Ρεμαλία, βασιλιάς στον Ιούδα έγινε ο Ιωθάμ, γιος του Αζαρία, βασιλιά του Ιούδα, 33 σε ηλικία είκοσι πέντε ετών. Βασίλεψε δεκαέξι χρόνια στην Ιερουσαλήμ· η μητέρα του ονομαζόταν Ιερουσά και ήταν κόρη του Σαδώκ. 34 Ο Ιωθάμ έπραξε το σωστό ενώπιον του Κυρίου, όπως ακριβώς είχε κάνει ο πατέρας του, ο Αζαρίας. 35 Αλλά οι ιεροί τόποι δεν καταργήθηκαν, και ο λαός συνέχιζε να προσφέρει εκεί θυσίες και θυμιάματα.
Αυτός έχτισε την άνω πύληΗ «άνω πύλη» πιθανόν είναι η ίδια που αναφέρεται εις Ιερ 20:2 και Ιεζ 9:2. του ναού του Κυρίου. 36 Η υπόλοιπη ιστορία του Ιωθάμ και η δράση του είναι όλα γραμμένα στο Βιβλίο των Χρονικών των βασιλιάδων του Ιούδα. 37 Τον καιρό της βασιλείας του Ιωθάμ, ο Κύριος άρχισε να στέλνει εναντίον του βασιλείου του Ιούδα, τον Ρεσίν, βασιλιά των Συρίων, και τον Φεκάχ, γιο του Ρεμαλία.
38 Ο Ιωθάμ πέθανε κι ενταφιάστηκε με τους προγόνους του στην Πόλη Δαβίδ, του προπάτορά του. Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του ο Άχαζ.
1 Il ventisettesimo anno di Geroboamo, re d’Israele, cominciò a regnare Azaria, figlio di Amasia, re di Giuda. 2 Aveva sedici anni quando cominciò a regnare, e regnò cinquantadue anni a Gerusalemme. Sua madre si chiamava Iecolia ed era di Gerusalemme. 3 Egli fece ciò che è giusto agli occhi dell’Eterno, interamente come aveva fatto Amasia suo padre. 4 Tuttavia, gli alti luoghi non furono soppressi; il popolo continuava a offrire sacrifici e profumi sugli alti luoghi. 5 L’Eterno colpì il re, che fu lebbroso fino al giorno della sua morte e abitò in una casa a parte; Iotam, figlio del re, era a capo della casa reale e rendeva giustizia per il popolo del paese. 6 Il resto delle azioni di Azaria, e tutto quello che fece, si trova scritto nel libro delle Cronache dei re di Giuda. 7 Azaria si addormentò con i suoi padri, e con i suoi padri lo seppellirono nella città di Davide; Iotam, suo figlio, regnò al suo posto.
8 Il trentottesimo anno di Azaria, re di Giuda, Zaccaria, figlio di Geroboamo, cominciò a regnare sopra Israele a Samaria; e regnò sei mesi. 9 Egli fece ciò che è male agli occhi dell’Eterno, come avevano fatto i suoi padri; non si allontanò dai peccati con i quali Geroboamo, figlio di Nebat, aveva fatto peccare Israele. 10 E Sallum, figlio di Iabes, congiurò contro di lui; lo colpì in presenza del popolo, lo uccise, e regnò al suo posto. 11 Il resto delle azioni di Zaccaria si trova scritto nel libro delle Cronache dei re d’Israele. 12 Così si avverò la parola che l’Eterno aveva detto a Ieu: "I tuoi figli siederanno sul trono d’Israele fino alla quarta generazione". E così avvenne.
13 Sallum, figlio di Iabes, cominciò a regnare il trentanovesimo anno di Uzzia re di Giuda, e regnò un mese a Samaria. 14 E Menaem, figlio di Gadi, salì da Tirsa e arrivò a Samaria; e in Samaria colpì Sallum, figlio di Iabes, lo uccise e regnò al suo posto. 15 Il resto delle azioni di Sallum, e la congiura che egli ordì, sono cose scritte nel libro delle Cronache dei re d’Israele. 16 Allora Menaem, partito da Tirsa, colpì Tifsa, tutto quello che vi si trovava, e il suo territorio; la colpì perché non gli aveva aperto le sue porte; e fece sventrare tutte le donne incinte che vi si trovavano.
17 Il trentanovesimo anno del regno di Azaria, re di Giuda, Menaem, figlio di Gadi, cominciò a regnare sopra Israele; e regnò dieci anni a Samaria. 18 Egli fece ciò che è male agli occhi dell’Eterno; non si allontanò dai peccati con i quali Geroboamo, figlio di Nebat, aveva fatto peccare Israele. 19 Ai suoi tempi Pul, re d’Assiria, fece invasione nel paese; e Menaem diede a Pul mille talenti d’argento affinché lo aiutasse ad assicurare nelle sue mani il potere reale. 20 Menaem fece pagare quel denaro a Israele, a tutti quelli che erano molto ricchi, per darlo al re d’Assiria; li tassò in ragione di cinquanta sicli d’argento a testa. Così il re d’Assiria se ne andò via, e non si fermò nel paese. 21 Il resto delle azioni di Menaem, e tutto quello che fece, si trova scritto nel libro delle Cronache dei re d’Israele. 22 Menaem si addormentò con i suoi padri, e Pecachia, suo figlio, regnò al suo posto.
23 Il cinquantesimo anno di Azaria re di Giuda, Pecachia, figlio di Menaem, cominciò a regnare sopra Israele a Samaria, e regnò due anni. 24 Egli fece ciò che è male agli occhi dell’Eterno; non si allontanò dai peccati con i quali Geroboamo, figlio di Nebat, aveva fatto peccare Israele. 25 Peca, figlio di Remalia, suo capitano, congiurò contro di lui, e lo colpì a Samaria, e con lui Argob e Arec, nella torre del palazzo reale. Aveva con sé cinquanta uomini di Galaad; uccise Pecachia, e regnò al suo posto. 26 Il resto delle azioni di Pecachia, tutto quello che fece, si trova scritto nel libro delle Cronache dei re d’Israele.
27 Il cinquantaduesimo anno di Azaria, re di Giuda, Peca, figlio di Remalia, cominciò a regnare sopra Israele a Samaria, e regnò vent’anni. 28 Egli fece ciò che è male agli occhi dell’Eterno; non si allontanò dai peccati con i quali Geroboamo, figlio di Nebat, aveva fatto peccare Israele. 29 Al tempo di Peca, re d’Israele, venne Tiglat-Pileser, re di Assiria, e prese Iion, Abel-Bet-Maaca, Ianoa, Chedes, Asor, Galaad, la Galilea, tutto il paese di Neftali, e ne deportò gli abitanti in Assiria. 30 Osea, figlio di Ela, ordì una congiura contro Peca, figlio di Remalia; lo colpì, lo uccise e regnò al suo posto, il ventesimo anno del regno di Iotam, figlio di Uzzia. 31 Il resto delle azioni di Peca, tutto quello che fece, si trova scritto nel libro delle Cronache dei re d’Israele.
32 Il secondo anno del regno di Peca, figlio di Remalia, re d’Israele, cominciò a regnare Iotam, figlio di Uzzia, re di Giuda. 33 Aveva venticinque anni quando cominciò a regnare, e regnò sedici anni a Gerusalemme. Sua madre si chiamava Ierusa, figlia di Sadoc. 34 Egli fece ciò che è giusto agli occhi dell’Eterno, interamente come aveva fatto Uzzia suo padre. 35 Tuttavia, gli alti luoghi non furono soppressi; il popolo continuava a offrire sacrifici e profumi sugli alti luoghi. Iotam costruì la porta superiore della casa dell’Eterno. 36 Il resto delle azioni di Iotam, tutto quello che fece, si trova scritto nel libro delle Cronache dei re di Giuda. 37 In quel tempo l’Eterno cominciò a mandare contro Giuda Resin, re di Siria, e Peca, figlio di Remalia. 38 Iotam si addormentò con i suoi padri, e con i suoi padri fu sepolto nella città di Davide, suo padre. E Acaz, suo figlio, regnò al suo posto.