Publicidade

Apocalipse 18

IRB20
Η πτώση της Βαβυλώνας

1 Ύστερα απαυτά, είδα έναν άλλο άγγελο να κατεβαίνει από τον ουρανό· είχε μεγάλη εξουσία, κι η γη φωτίστηκε από τη λαμπρότητά του. 2 Αυτός έκραξε με δυνατή φωνή: «Έπεσε, έπεσε η Βαβυλώνα η μεγάλη! Έγινε κατοικία δαιμονίων, καταφύγιο για κάθε πνεύμα ακάθαρτο, για κάθε όρνιο ακάθαρτο και για κάθε θεριό ακάθαρτο και μισητό. 3 Από το μεθυστικό κρασί της πορνείας της έχουν πιει όλα τα έθνη. Οι βασιλιάδες της γης πόρνεψαν μαζί της, κι οι έμποροι όλου του κόσμου πλούτισαν απτη χλιδή της ακολασίας της».

4 Άκουσα κι άλλη φωνή από τον ουρανό να λέει: «Λαέ μου, μακριά απαυτήν! Μην παίρνετε μέρος στις αμαρτίες της, για να μη συμμετάσχετε στις συμφορές της. 5 Οι αμαρτίες της στοιβάχτηκαν ως τον ουρανό, κι ο Θεός δεν ξεχνάει τις ανομίες της. 6 Φερθείτε της όπως κι αυτή σας φέρθηκε· ξεπληρώστε της στο διπλάσιο ό,τι έκανε. Με το ποτήρι που κέρασε διπλοκεράστε την. 7 Όση ήταν η λαμπρότητα και η ακολασία της, τόσα βάσανα και τόσο πένθος δώστε της. Γιατί μέσα της κομπάζει: «εγώ κάθομαι εδώ θρονιασμένη σαν βασίλισσα· χήρα δεν είμαι και πένθος δε θα με βρει». 8 Γιαυτό σε μία μέρα θα τη βρουν οι συμφορές της, ο θάνατος, το πένθος και η πείνα· και πυρκαγιά θα την καταστρέψει. Γιατί είναι ισχυρός ο Κύριος ο Θεός που την καταδίκασε».

9 Οι βασιλιάδες της γης που πόρνεψαν κι ασέλγησαν μαζί της, όταν δουν τον καπνό από τις πυρκαγιές της, θα κλάψουν και θα θρηνήσουν γιαυτήν. 10 Φοβισμένοι για τα βάσανά της θα στέκονται μακριά και θα λένε: «Αλί και τρισαλί, Βαβυλώνα, πόλη μεγάλη και δυνατή! Σε μία ώρα μέσα ήρθε η τιμωρία σου».

11 Οι έμποροι της γης θα κλάψουν και θα πενθήσουν γιαυτήν, γιατί κανένας πια δε θαγοράζει το εμπόρευμά τους· 12 εμπόρευμα χρυσάφι κι ασήμι, πολύτιμα λιθάρια και μαργαριτάρια· λινά ακριβά και πορφυρά, μεταξωτά και κόκκινα· κάθε λογής αρώματα και κάθε είδος φιλντισένιο· κάθε λογής ξύλο πολύτιμο και χάλκινο, σιδερικό και μάρμαρο· 13 κανέλα κι αλοιφές, θυμιάματα, μύρο και λιβάνι, κρασί και λάδι, σιμιγδάλι και στάρι, ζώα και πρόβατα, άλογα κι αμάξια, κορμιά για πούλημα, ακόμη και ανθρώπινες ζωές. 14 Και θα λένε: «Ο ώριμος καρπός που λαχτάρησε η ψυχή σου, έφυγε μακριά σου, κι όλα τα πλούτη και οι λαμπρότητες χαθήκανε για σένα, κι ούτε που θα ξαναβρεθούνε πια».

15 Όσοι εμπορεύτηκαν μαυτά και πλούτισαν σαυτή την πόλη, θα στέκονται μακριά από το φόβο τους για τα βάσανά της, θα κλαίνε και θα πενθούν. 16 «Αλί και τρισαλί στην πόλη τη μεγάλη», θα λένε. «Ήταν ντυμένη τακριβά λινά και την πορφύρα και τα κόκκινα! Ήτανε στολισμένη με χρυσάφι και με πολύτιμα πετράδια και μαργαριτάρια. Σε μία ώρα μέσα εξαφανίστηκε τόσος πλούτος!»

17 Κι όλοι οι καπετάνιοι κι όσοι ταξίδευαν στη θάλασσα, οι ναύτες, όλοι όσοι δουλεύανε στη θάλασσα στάθηκαν από μακριά, 18 και φώναζαν βλέποντας τον καπνό της πυρκαγιάς της: «Υπήρξε ποτέ πόλη σαν αυτήν την πόλη, τη μεγάλη;» 19 Κλαίγανε και πενθούσαν ρίχνοντας στάχτη στο κεφάλι τους· κι έλεγαν: «Αλί και τρισαλί στην πόλη τη μεγάλη! Από τον πλούτο της πλούτισαν όσοι είχαν καράβια στη θάλασσα. Όλα χαθήκαν σε μία ώρα μέσα».

20 Χαρείτε για το κατάντημά της, ουρανέ, λαέ του Θεού, απόστολοι και προφήτες! Ο Θεός έκρινε το δίκιο σας και την τιμώρησε.

21 Τότε ένας άγγελος δυνατός σήκωσε κι έριξε στη θάλασσα ένα λιθάρι μεγάλο σαν μυλόπετρα και είπε: «Με τέτοια ορμή θα καταστραφείς, Βαβυλώνα, η πόλη η μεγάλη, και θα χαθείς για πάντα. 22 Δε θα ξανακούσεις πια τον ήχο των κιθαριστών και των μουσικών, αυτών που παίζουν αυλό και σάλπιγγα. Δε θα ξαναβρείς πια τους διάφορους τεχνίτες και δε θα ξανακούσεις τον ήχο της μυλόπετρας. 23 Δε θα ξαναδείς πια το φως του λυχναριού, και τη φωνή του γαμπρού και της νύφης δε θα την ξανακούσεις. Γιατί οι έμποροί σου ήταν οι δυνάστες της γης· γιατί με τα μάγια σου πλάνεψες όλα τα έθνη. 24 Γιατί σεσένα βρέθηκε χυμένο το αίμα των προφητών και του λαού του Θεού, κι όλων όσοι σφαγιάστηκαν πάνω στη γη».

1 Dopo queste cose vidi un altro angelo che scendeva dal cielo, il quale aveva grande autorità e la terra fu illuminata dalla sua gloria. 2 Ed egli gridò con voce potente, dicendo: "Caduta, caduta è Babilonia la grande! È diventata ricettacolo di demòni, e covo di ogni spirito immondo, rifugio di ogni uccello impuro e abominevole. 3 Poiché tutte le nazioni hanno bevuto del vino dell’ira della sua fornicazione, i re della terra hanno fornicato con lei e i mercanti della terra si sono arricchiti per l’abbondanza del suo lusso".

4 Udii un’altra voce dal cielo che diceva: "Uscite da essa, o popolo mio, affinché non siate partecipi dei suoi peccati e non abbiate parte alle sue piaghe, 5 poiché i suoi peccati si sono accumulati fino al cielo e Dio si è ricordato delle sue iniquità. 6 Rendetele il contraccambio per quello che lei vi ha fatto e rendetele il doppio per la retribuzione delle sue opere; nel calice in cui ha versato ad altri, versatele il doppio. 7 Nella misura in cui si è glorificata e ha vissuto in modo lussuoso, nella stessa misura datele tormento e cordoglio. Poiché lei dice in cuor suo: Io sono regina, e non sono vedova e non vedrò mai cordoglio. 8 Perciò in uno stesso giorno verranno le sue piaghe: mortalità, cordoglio e fame, e sarà consumata dal fuoco, poiché potente è il Signore Dio che l’ha giudicata.

9 I re della terra che fornicavano e vivevano con lei nel lusso la piangeranno, faranno cordoglio per lei quando vedranno il fumo del suo incendio 10 e, standosene lontani per paura del suo tormento, diranno: Ahi! ahi! Babilonia, la grande città, la potente città! Il tuo giudizio è venuto in un momento!. 11 I mercanti della terra piangeranno e faranno cordoglio per lei, perché nessuno compra più le loro mercanzie: 12 carichi d’oro, d’argento, di pietre preziose, di perle, di lino fino, di porpora, di seta, di scarlatto; ogni sorta di legno odoroso, ogni sorta di oggetti d’avorio e ogni sorta di oggetti di legno preziosissimo, di rame, di ferro e di marmo, 13 la cannella, le essenze, i profumi, gli unguenti, l’incenso, il vino, l’olio, il fior di farina, il grano, i buoi, le pecore, i cavalli, i carri, i corpi e le anime d’uomini. 14 I frutti che la tua anima desiderava se ne sono andati lontani da te; tutte le cose delicate e sontuose sono perdute per te e non si troveranno mai più. 15 I mercanti di queste cose, che sono stati arricchiti da lei, se ne staranno lontani per timore del suo tormento, piangendo, facendo cordoglio e dicendo: 16 Ahi! ahi! La grande città che era vestita di lino fino, di porpora e di scarlatto, adorna d’oro, di pietre preziose e di perle! Una così grande ricchezza è stata annientata in un momento. 17 E tutti i piloti, tutti i naviganti, i marinai e quanti trafficano sul mare se ne staranno lontani 18 e vedendo il fumo del suo incendio esclameranno: Quale città era simile a questa grande città?. 19 E si getteranno della polvere sul capo e grideranno, piangendo, facendo cordoglio e dicendo: Ahi! ahi! La grande città nella quale tutti quelli che avevano navi in mare si erano arricchiti con la sua magnificenza! In un momento è stata ridotta in un deserto. 20 Rallegrati, o cielo, per la sua rovina! E voi santi, apostoli e profeti, rallegratevi poiché Dio, giudicandola, vi ha reso giustizia".

21 Poi un angelo potente sollevò una pietra grossa come una grande macina e la gettò nel mare, dicendo: "Così, con impeto, sarà precipitata Babilonia, la grande città, e non sarà più ritrovata. 22 E in te non sarà più udito suono di arpisti di musicisti di flautisti di suonatori di tromba, sarà più trovato in te alcun artefice di una qualsiasi arte si udrà più in te rumore di macina. 23 E in te non brillerà più luce di lampada e non si udrà più in te voce di sposo e di sposa, perché i tuoi mercanti erano i prìncipi della terra, perché tutte le nazioni sono state sedotte dalle tue magie. 24 E in lei è stato trovato il sangue dei profeti e dei santi e di tutti quelli che sono stati uccisi sopra la terra".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-