Publicidade

Números 24

IRB20

1 Ο Βαλαάμ είδε ότι ο Κύριος ήθελε να ευλογήσει τον Ισραήλ, και δεν πήγε, όπως προηγουμένως, να αναζητήσει μαντεία, αλλά πήγε προς στην έρημο. 2 Γύρισε τη ματιά του και είδε το λαό του Ισραήλ που είχε κατασκηνώσει κατά φυλές. Τότε ήρθε πάνω του το Πνεύμα του Θεού, 3 κι άρχισε να απαγγέλλει αυτον το χρησμό:

«Λόγος του Βαλαάμ, γιου του Βεώρ,

λόγος του ανθρώπου,

που έχει ανοιχτά τα μάτια του.

4 Λόγος αυτού που ακούει τα λόγια του Θεού,

που βλέπει οράματα του Παντοδύναμου,

και που όταν πέφτει σέκσταση,

τα μάτια του ανοίγονται.

5 Πόσο ωραίες είναι οι σκηνές σου, Ιακώβ,

οι κατοικίες σου, Ισραήλ!

6 Απλώνονται καθώς κοιλάδες,

σαν κήποι σακροποταμιά,

σαν δέντρα αλόης φυτεμένα από τον Κύριο,

σαν κέδροι πλάι στων ποταμών τις όχθες.

7 Τρέχει νερό από τους κάδους τους

τους σπόρους τους φυτεύουν σε καλοποτισμένη γη.

Πιο δυνατός κι απτον Αγάγ ο βασιλιάς τους

και ισχυρή θα είναι η βασιλεία του.

8 Από την Αίγυπτο τους έβγαλε ο Θεός·

για κείνους πολεμάει με δύναμη αγριόταυρου.

Αυτός ο λαός τα εχθρικά του έθνη

τα κάνει μια μπουκιά·

σπάζει τα κόκαλά τους,

τα βέλη τους συντρίβει.

9 Ξαπλώνει κι αναπαύεται σαν το λιοντάρι

και σαν το λιονταρόπουλο·

να τον ξυπνήσει ποιος τολμά;

Ας είνευλογημένος όποιος σε ευλογεί,

κι όποιος σε καταριέται, καταραμένος να ναι».

10 Τότε ο Βαλάκ οργίστηκε εναντίον του Βαλαάμ κι άρχισε να χτυπάει τις γροθιές του. «Σε κάλεσα για να καταραστείς τους εχθρούς μου», του φώναζε, «κι εσύ, αντίθετα, τρεις φορές τους ευλόγησες πλουσιοπάροχα. 11 Φύγε, λοιπόν, τώρα και πήγαινε στον τόπο σου. Είχα σκεφτεί να σε τιμήσω πάρα πολύ, αλλά ο Κύριος σου στέρησε τις τιμές». 12 Ο Βαλαάμ απάντησε: «Εγώ είπα στους αγγελιοφόρους που μου έστειλες, 13 ότι κι αν ακόμα ο Βαλάκ μου δώσει το σπίτι του γεμάτο ασήμι και χρυσάφι, δε θα μπορέσω να παραβώ τη διαταγή του Κυρίου και να κάνω από μόνος μου καλό ή κακό· θα πω μόνο ό,τι μου πει ο Κύριος».

Τελευταίοι χρησμοί του Βαλαάμ

14 «Τώρα λοιπόν εγώ γυρίζω στο λαό μου. Έλα όμως να σου αποκαλύψω τι θα κάνει στο μέλλον ο λαός αυτός στο λαό σου». 15 Τότε ο Βαλαάμ άρχισε ναπαγγέλλει αυτόν το χρησμό:

«Λόγος του Βαλαάμ, γιου του Βεώρ,

λόγος του ανθρώπου, που έχει ανοιχτά τα μάτια του.

16 Λόγος εκείνου που ακούει τα λόγια του Θεού

και που τις σκέψεις του Υψίστου τις γνωρίζει·

που βλέπει οράματα του Παντοδύναμου,

και που όταν πέφτει σέκσταση

τα μάτια του ανοίγονται.

17 Τον βλέπω, αλλά όχι τώρα·

τον ατενίζω, μα όχι από κοντά.

Ένα αστέρι θανατείλει απτον Ιακώβ,

ραβδί ηγεμονικό θα υψωθεί απτον Ισραήλ,

που θα χτυπήσει τα μηλίγγια της Μωάβ

και την κορφή του κεφαλιού όλων του Σηθ των απογόνων.

18 Θα κατακτήσει την Εδώμ

θα κατακτήσει τη ΣεείρΕδώμ...Σεείρ. Βλ. υποσ. εις Γεν 32:3. ο Ισραήλ,

νικώντας τους εχθρούς του

κι όλο θα γίνεται πιο δυνατός.

19 Θα βγει εξουσιαστής από τον Ιακώβ

και θαφανίσει όσους απόμειναν στην Αρ».

20 Όταν ο Βαλαάμ αντίκρυσε την περιοχή των Αμαληκιτών είπε αυτόν το χρησμό:

«Ο Αμαλήκ είναι το πρώτο από τα έθνη,

αλλά στο τέλος, για πάντα θα καταστραφεί».

21 Όταν αντίκρυσε την περιοχή των Κεναίων είπε αυτόν το χρησμό:

«Στέρεη είναι η κατοικία σας

κι ασφαλισμένη σαν φωλιά ψηλά στους βράχους.

22 Αλλά σεις οι Κεναίοι θα καταστραφείτε

όταν θα σας αιχμαλωτίσουν οι Ασσύριοι».

23 Ο Βαλαάμ άρχισε να λέει αυτόν το χρησμό:

«Αλίμονο! Ποιος θα επιζήσει

μετά την πράξη τούτη του Θεού;

24 Θα ρχονται πλοία απτου Κιτίου τα παράλια,

θα ταπεινώσουνε τους Ασσυρίους·

τους απογόνους του Έβερ

θα τους υποδουλώσουνε για πάντα».

25 Μετά ο Βαλαάμ έφυγε και γύρισε στον τόπο του. Επίσης κι ο Βαλάκ πήρε κι αυτός το δικό του δρόμο.

Balaam benedice di nuovo Israele

1 E Balaam, vedendo che piaceva all’Eterno di benedire Israele, non ricorse come le altre volte alla magia, ma voltò la faccia verso il deserto. 2 E, alzati gli occhi, Balaam vide Israele accampato tribù per tribù; e lo Spirito di Dio fu sopra lui. 3 E Balaam pronunciò il suo oracolo e disse:

"Così dice Balaam, figlio di Beor, così dice l’uomo che ha l’occhio aperto, 4 così dice colui che ode le parole di Dio, colui che contempla la visione dell’Onnipotente, colui che si prostra e a cui si aprono gli occhi: 5 Come sono belle le tue tende, o Giacobbe, le tue dimore, o Israele! 6 Esse si estendono come valli, come giardini in riva a un fiume, come aloe piantati dall’Eterno, come cedri vicini alle acque. 7 L’acqua trabocca dalle sue secchie, la sua semenza è bene irrigata, il suo re sarà più in alto di Agag, e il suo regno sarà esaltato. 8 Iddio che lo ha fatto uscire dall’Egitto, gli il vigore del bufalo. Egli divorerà i popoli che gli sono avversari, frantumerà loro le ossa, li trafiggerà con le sue frecce. 9 Egli si china, si accovaccia come un leone, come una leonessa: chi lo farà alzare? Benedetto chiunque ti benedice, maledetto chiunque ti maledice!".

Balaam scacciato da Balac

10 Allora l’ira di Balac si accese contro Balaam; e Balac, battendo le mani, disse a Balaam: "Io ti ho chiamato per maledire i miei nemici, ed ecco che li hai benedetti già per la terza volta. 11 Ora dunque fuggi a casa tua! Io avevo detto che ti avrei colmato di onori; ma, ecco, l’Eterno ti rifiuta gli onori". 12 E Balaam rispose a Balac: "E non dissi io, fin da principio, agli ambasciatori che mi mandasti: 13 Anche se Balac mi desse la sua casa piena d’argento e d’oro, non potrei trasgredire l’ordine dell’Eterno per fare di mia iniziativa alcun che di bene o di male; ciò che l’Eterno dirà, quello dirò? 14 E ora, ecco, io me ne vado al mio popolo; vieni, io ti annuncerò ciò che questo popolo farà al popolo tuo nei giorni a venire".

Balaam preannuncia di nuovo la gloria d’Israele

15 Allora Balaam pronunciò il suo oracolo e disse:

"Così dice Balaam, figlio di Beor; così dice l’uomo che ha l’occhio aperto, 16 così dice colui che ode le parole di Dio, che conosce la scienza dell’Altissimo, che contempla la visione dell’Onnipotente, colui che si prostra e a cui si aprono gli occhi: 17 Lo vedo, ma non ora; lo contemplo, ma non vicino: un astro sorge da Giacobbe, e uno scettro si eleva da Israele, colpirà Moab da un capo all’altro e abbatterà tutta quella razza turbolenta. 18 Si impadronirà di Edom, si impadronirà di Seir, suo nemico; Israele farà prodezze. 19 Da Giacobbe verrà un dominatore che sterminerà i superstiti delle città".

20 Balaam vide anche Amalec e pronunciò il suo oracolo, dicendo:

"Amalec è la prima delle nazioni ma il suo avvenire fa capo alla rovina".

21 Vide anche i Chenei e pronunciò il suo oracolo, dicendo:

"La tua dimora è solida e il tuo nido è posto nella roccia; 22 tuttavia, il Cheneo dovrà essere devastato, finché l’Assiro ti conduca in prigionia".

23 Poi pronunciò di nuovo il suo oracolo e disse:

"Ahimè! Chi sussisterà quando Iddio lo avrà stabilito? 24 Ma delle navi verranno dalle parti di Chittim e umilieranno Assur, umilieranno Eber, ed egli pure finirà per essere distrutto".

25 Poi Balaam si alzò, partì e se ne tornò a casa; e Balac pure se ne andò per la sua strada.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-