Η ημέρα της εκδίκησης του Κυρίου
1 Ποιος είν’ εκείνος που ’ρχεται από την Εδώμ, με ρούχα κόκκινα απ’ τη Βοσρά; Αυτός με τη λαμπρή στολή που περπατάει με δύναμη μεγάλη; «Εγώ, ο Κύριος, είμαι! Εκείνος που αποδίδω δικαιοσύνη και που να σώζω έχω τη δύναμη». 2 Γιατί είναι κόκκινη η στολή σου και σαν εκείνου που πατάει στο πατητήρι είναι τα ρούχα σου;
3 «Πάτησα μοναχός μου στο πατητήρι. Κανένας δε με βόηθησε απ’ τους λαούς. Απάνω στο θυμό μου τους ποδοπάτησα και τους σύντριψα πάνω στην οργή μου. Έτσι το αίμα τους πιτσίλισε τα ρούχα μου και λέρωσα όλη τη στολή μου. 4 Γιατί στο νου μου είχα να εκδικηθώ μια μέρα τους εχθρούς μου κι ήρθε η χρονιά για να λυτρώσω το λαό μου. 5 Κοίταξα γύρω μου, βοήθεια δεν υπήρχε! Κι έμεινα έκπληκτος που δεν ήταν ούτ’ ένας να μου παρασταθεί· έτσι το ίδιο μου το χέρι με βοήθησε και η οργή μου έγινε το στήριγμά μου. 6 Έτσι μες στο θυμό μου ποδοπάτησα τους λαούς και πάνω στην οργή μου τους κομμάτιασα κι έχυσα το αίμα τους στη γη».
Η καλοσύνη του Κυρίου προς τον Ισραήλ
7 Θα θυμηθώ, Κύριε, τις καλοσύνες σου,
εκείνες που μας κάνουν να σε υμνούμε·
όλα όσα έπραξες για μας,
την πλούσια αγαθότητα που έδειξες στον Ισραήλ
χάρη στο έλεός σου,
που ευεργεσίες σκορπίζει.
8 Είπες: «Αλήθεια είναι λαός μου αυτοί,
είναι παιδιά μου
που δε θ’ απιστήσουν».
Κι έτσι έγινες σωτήρας μας.
9 Μ’ όλες τις θλίψεις μας εσύ θλιβόσουν,
κι ο άγγελος της παρουσίας σου μας έσωσε·
με την αγάπη σου και με την ευσπλαχνία σου
πάντα εσύ μας λύτρωνες· μας σήκωσες,
μας κράτησες στην αγκαλιά σου
όλα τα χρόνια που περάσανε.
10 Εμείς όμως εξεγερθήκαμε
και καταθλίψαμε το άγιο σου το Πνεύμα·
έτσι κι εσύ μας έγινες εχθρός
κι ο ίδιος μάς πολέμησες.
11 Και τότε θυμηθήκαμε τις μέρες τις παλιές
του Μωυσή του δούλουδούλου, σύμφωνα με ορισμένα χειρ. και την αρχαία συριακή μετάφραση. Το εβραϊκό έχει: «λαού». σου.
Κι είπαμε:
«Πού είν’ αυτός που απ’ το νερό έβγαλε το Μωυσή,
ποιμέναποιμένα, σύμφωνα με ένα εβρ. χειρ. και διάφορες αρχαίες μετ. Το εβρ. έχει: «ποιμένες». του ποιμνίου του,
κι έβαλε μέσα του το άγιο του το Πνεύμα;
12 Πού είν’ αυτός που τους οδήγησε,
στέκοντας στα δεξιά του Μωυσή,
με το ένδοξό του χέρι,
αυτός που έσκισε μπροστά τους τα νερά,
κι απόκτησε έτσι δόξα αιώνια;
13 Αυτός μέσ’ από της θάλασσας τα βάθη τους οδήγησε,
χωρίς καθόλου να σκοντάψουν,
όπως βαδίζει το άλογο στην έρημο.
14 Σαν το κοπάδι που κατηφορίζει
να βρει ασφάλεια στη ρεματιά,
το Πνεύμα του Κυρίου τους οδηγούσε
να βρουν ανάπαυση.
Έτσι εσύ οδηγούσες το λαό σου, Κύριε,
για να δοξάζεσαι αιώνια».
15 Ρίξε ένα βλέμμα, Κύριε, από τον ουρανό,
από την άγια, την ένδοξή σου κατοικία, και δες!
Πού είν’ η φλογερή αγάπη σου κι η δύναμή σου,
η ευσπλαχνία σου και η στοργή σου;
Τίποτ’ απ’ όλα αυτά δεν αισθανόμαστε.
16 Εσύ είσαι ο Πατέρας μας.
Αλήθεια, ο Αβραάμ δεν μας γνωρίζει,
κι ο Ιακώβ δεν μας αναγνωρίζει.
Εσύ, είσαι, Κύριε, ο Πατέρας μας!
Απ’ τους αιώνες τ’ όνομά σου, είναι «ο Λυτρωτής μας».
17 Γιατί, Κύριε, μας αφήνεις να πλανιόμαστε
από το δρόμο σου μακριά,
και την καρδιά μας τη σκληραίνεις,
έτσι που να μη σ’ υπακούμε πια;
Γύρνα πίσω σ’ εμάς, για χάρη των δούλων σου,
για χάρη των φυλών που σου ανήκουν.
18 Μόνο για λίγο, εμείς, ο άγιος λαός σου,
τη γη μας την κρατήσαμε.
Τώρα οι εχθροί μας μόλυναν το αγιαστήριό σου.
19 Έχουμε γίνει σαν ποτέ να μη μας εξουσίαζες,
σαν να μην ήμασταν ποτέ δικοί σου.
Μακάρι ν’ άνοιγες τους ουρανούς και να κατέβαινες,
να τρέμαν’ τα βουνά στην παρουσία σου!
1 에돔에서 오며 홍의를 입고 보스라에서 오는 자가 누구뇨 그 화려한 의복 큰 능력으로 걷는 자가 누구뇨 그는 내니 의를 말하는 자요 구원하기에 능한 자니라 2 어찌하여 네 의복이 붉으며 네 옷이 포도즙 틀을 밟는 자 같으뇨 3 만민 중에 나와 함께한 자가 없이 내가 홀로 포도즙틀을 밟았는데 내가 노함을 인하여 무리를 밟았고 분함을 인하여 짓밟았으므로 그들의 선혈이 내 옷에 뛰어 내 의복을 다 더럽혔음이니 4 이는 내 원수 갚는 날이 내 마음에 있고 내 구속할 해가 왔으나 5 내가 본즉 도와주는 자도 없고 붙들어 주는 자도 없으므로 이상히 여겨 내 팔이 나를 구원하며 내 분이 나를 붙들었음이라 6 내가 노함을 인하여 만민을 밟았으며 내가 분함을 인하여 그들을 취케 하고 그들의 선혈로 땅에 쏟아지게 하였느니라 7 내가 여호와께서 우리에게 베푸신 모든 자비와 그 찬송을 말하며 그 긍휼을 따라, 그 많은 자비를 따라 이스라엘 집에 베푸신 큰 은총을 말하리라
8 여호와께서 말씀하시되 그들은 실로 나의 백성이요 거짓을 행치 아니하는 자녀라 하시고 그들의 구원자가 되사 9 그들의 모든 환난에 동참하사 자기 앞의 사자로 그들을 구원하시며 그 사랑과 그 긍휼로 그들을 구속하시고 옛적 모든 날에 그들을 드시며 안으셨으나 10 그들이 반역하여 주의 성신을 근심케 하였으므로 그가 돌이켜 그들의 대적이 되사 친히 그들을 치셨더니
11 백성이 옛적 모세의 날을 추억하여 가로되 백성과 양 무리의 목자를 바다에서 올라오게 하신 자가 이제 어디 계시뇨 그들 중에 성신을 두신 자가 이제 어디 계시뇨 12 그 영광의 팔을 모세의 오른손과 함께하시며 그 이름을 영영케 하려 하사 그들 앞에서 물로 갈라지게 하시고 13 그들을 깊음으로 인도하시되 말이 광야에 행함과 같이 넘어지지 않게 하신 자가 이제 어디 계시뇨 14 여호와의 신이 그들로 골짜기로 내려가는 가축 같이 편히 쉬게 하셨도다 주께서 이같이 주의 백성을 인도하사 이름을 영화롭게 하셨나이다 하였느니라 15 주여 하늘에서 굽어 살피시며 주의 거룩하고 영화로운 처소에서 보옵소서 주의 열성과 주의 능하신 행동이 이제 어디 있나이까 주의 베푸시던 간곡한 자비와 긍휼이 내게 그쳤나이다
16 주는 우리 아버지시라 아브라함은 우리를 모르고 이스라엘은 우리를 인정치 아니할찌라도 여호와여 주는 우리의 아버지시라 상고부터 주의 이름을 우리의 구속자라 하셨거늘 17 여호와여 어찌하여 우리로 주의 길에서 떠나게 하시며 우리의 마음을 강퍅케 하사 주를 경외하지 않게 하시나이까 원컨대 주의 종들 곧 주의 산업인 지파들을 위하사 돌아오시옵소서
18 주의 거룩한 백성이 땅을 차지한지 오래지 아니하여서 우리의 대적이 주의 성소를 유린하였사오니 19 우리는 주의 다스림을 받지 못하는 자 같으며 주의 이름으로 칭함을 받지 못하는 자 같이 되었나이다