Ελπίδα στο έλεος του Θεού για αποκατάσταση
1 Εγώ είμαι ο άνθρωπος που γνώρισε τη δυστυχία
απ’ το ραβδί της οργής του Κυρίου.
2 Με έσυρε και μ’ έφερε μέσ’ στο βαθύ σκοτάδι, όχι στο φως.
3 Όλο εμένα χτυπάει καθημερινά.
4 Βασάνισε τη σάρκα και το δέρμα μου
και σύντριψε τα κόκαλά μου·
5 με απέκλεισε από παντού,
με περιστοίχισε με πίκρα και με πόνο.
6 Να ζήσω μέσα στο σκοτάδι μ’ έβαλε,
σαν τους νεκρούς του παρελθόντος.
7 Σε τείχη μέσα μ’ έκλεισε και δεν μπορώ να βγω·
μου ’κανε πιο βαριές τις αλυσίδες μου.
8 Ακόμη κι όταν με φωνές τον ικετεύω,
πνίγει την προσευχή μου
για να μη φτάσει ως αυτόν.
9 Τους δρόμους μου τους έφραξε με πέτρες πελεκητές
κι έτσι ακολούθησα λαθεμένο μονοπάτι.
10 Για μένα έγινε σαν αρκούδα
και σαν λιοντάρι που ενεδρεύει.
11 Μ’ έβγαλε απ’ το δρόμο μου
και μ’ έκανε κομμάτια,
με αφάνισε.
12 Το τόξο μου το τέντωσε
και για σημάδι μ’ έβαλε στο βέλος του.
13 Τα βέλη όλα της φαρέτρας μου
τα έμπηξε στα νεφρά μου.
14 Έγινα του λαού μου ο περίγελως,
το αδιάκοπο, χλευαστικό τραγούδι τους.
15 Πίκρες με χόρτασε,
με πότισε φαρμάκι.
16 Χαλίκια με τα δόντια μου με έκανε να φάω.
Μ’ έριξε μες στη στάχτη,
17 μου πήρε την ειρήνη της ψυχής μου,
τι είναι ευτυχία το λησμόνησα,
18 και είπα: «Χάθηκε η δύναμή μου,
αυτή η ελπίδα που ερχόταν απ’ τον Κύριο».
19 Ν’ αναλογίζομαι τη θλίψη και την ταλαιπωρία μου
είναι δηλητήριο και χολή.
20 Αδιάκοπα τα σκέφτομαι και θλίβεται η ψυχή μου.
21 Μα η ελπίδα έρχεται ετούτο όταν θυμάμαι:
22 πως του Κυρίου η ευσπλαχνία δεν εξαντλήθηκε,
ούτε και τέλειωσε το έλεός του.
23 Την κάθε αυγή ξαναγεννιούνται·
κι είν’ η πιστότητά του απέραντη.
24 Είπα: «Ο Κύριος για μένα είναι το παν,
γι’ αυτό και θα ’χω την ελπίδα μου σ’ αυτόν».
25 Ο Κύριος είναι καλός σ’ όποιον τον εμπιστεύεται,
σ’ αυτόν που τον αναζητάει.
26 Είναι καλό να περιμένει κάποιος σιωπηλά
από τον Κύριο τη βοήθεια.
27 Καλό είναι για τον άνθρωπο
να ’χει απ’ τα νιάτα του υπομείνει δυσκολίες.
28 Ας περιμένει κι ας σιωπά,
αφού ο Κύριος τις επιτρέπει.
29 Ας ταπεινώνεται ως τη γη· ίσως υπάρχει ακόμα ελπίδα.
30 Και τα χτυπήματα ας τα δέχεται,
τις ταπεινώσεις ας τις υπομένει.
31 Γιατί ο Κύριος δεν θα τον ταλαιπωρεί για πάντα.
32 Κι όταν τις στενοχώριες δίνει,
πάλι γίνεται σπλαχνικός·
τόσο είναι μεγάλη η αγαθότητά του.
33 Δε χαίρεται όταν στενοχωρεί
κι όταν πικραίνει τους ανθρώπους.
34 Όταν ποδοπατιούνται
της χώρας μας οι αιχμάλωτοι,
35 όταν στα μάτια του Υψίστου μπρος
καταπατιέται το δίκιο ενός ανθρώπου,
36 όταν στο δικαστήριο κάποιος αδικείται,
αυτά ο Κύριος τάχα δεν τα βλέπει;
37 Ποιος είν’ αυτός που όταν πει κάτι, γίνεται;
Ο Κύριος δεν είναι εκείνος που προστάζει;
38 Αν κάτι γίνεται κακό ή κάτι καλό,
ο Ύψιστος το πρόσταξε!
39 Για ποιο πράγμα ο άνθρωπος μπορεί να παραπονεθεί,
αφού, παρόλα του τα λάθη,
βρίσκεται ακόμα στη ζωή;
40 Ας εξετάσουμε τον τρόπο της ζωής μας
κι ας τον διερευνήσουμε,
στον Κύριο ας επιστρέψουμε.
41 Καρδιές και χέρια στο Θεό του ουρανού ας υψώσουμε,
κι ας του προσευχηθούμε:
42 «Αμαρτήσαμε, αποστατήσαμε
κι εσύ ακόμα δε μας το συγχώρησες!
43 Σε κατέλαβε ο θυμός σου και μας καταδίωξες,
δίχως συμπόνια μάς εξόντωσες.
44 Με σύννεφο σκεπάστηκες,
έτσι που να μην μπορεί να το περάσει η προσευχή μας.
45 Μας έκανες σκουπίδια,
βδέλυγμα στους λαούς ανάμεσα.
46 Όλοι οι εχθροί μας με τα λόγια τους
μας κοροϊδεύουν.
47 Τρόμος και θάνατος έπεσε πάνω μας,
ερήμωση και καταστροφή.
48 Χειμάρρους δάκρυα κατεβάζουνε τα μάτια μου,
γιατί ο λαός μου καταστράφηκε!
49 Τα μάτια μου γίναν πηγές αστέρευτες χωρίς σταματημό,
50 ωσότου ο Κύριος να σκύψει
από τα ουράνια και να δει.
51 Τα μάτια μου με κάνουν και πονώ
από το συνεχές κλάμα για την πόλη μου.
52 «Εκείνοι που χωρίς λόγο μ’ εχθρεύονται,
με καταδίωξαν σαν να ’μουνα πετούμενο.
53 Μ’ έριξαν ζωντανό μες σ’ ένα λάκκο
και κλείσαν με μια πλάκα το άνοιγμα.
54 Τα νερά έφτασαν στο λαιμό μου
και μέσα μου είπα:
"χάθηκα!"
55 Επικαλέστηκα το όνομά σου, Κύριε,
απ’ τα βαθιά του λάκκου.
56 Είπα: "το αυτί σου μην το κλείσεις
στο στεναγμό μου, στην κραυγή μου".
Και τη φωνή μου εσύ την άκουσες.
57 Όταν σε φώναξα ήρθες κοντά
και μού ’πες: "μη φοβάσαι!"
58 Έγινες υπερασπιστής μου, Κύριε, στη δίκη μου,
έσωσες τη ζωή μου.
59 Κύριε, ξέρεις το άδικο που μού ’γινε·
απόδωσέ μου δικαιοσύνη!
60 Είδες όλο το μίσος τους,
όλα τα πονηρά τους σχέδια εναντίον μου.
61 Άκουσες, Κύριε, τις προσβολές τους,
όλα τα πονηρά τους σχέδια εναντίον μου.
62 Τα λόγια των εχθρών μου και οι σκέψεις τους
είν’ εναντίον μου όλη την ημέρα.
63 Κοίτα τους: είτε κάθονται είτε σηκώνονται,
εγώ είμαι το ειρωνικό τους το τραγούδι.
64 Κύριε, ανταπόδωσέ τους σύμφωνα με τα έργα τους.
65 Σκλήρυνε την καρδιά τους·
ας πέσει πάνω τους η κατάρα σου.
66 Μες στην οργή σου καταδίωξέ τους,
κι από τη γη εξαφάνισέ τους, Κύριε».
1 여호와의 노하신 매로 인하여 고난 당한 자는 내로다 2 나를 이끌어 흑암에 행하고 광명에 행치 않게 하셨으며 3 종일토록 손을 돌이켜 자주 자주 나를 치시도다 4 나의 살과 가죽을 쇠하게 하시며 나의 뼈를 꺾으셨고 5 담즙과 수고를 쌓아 나를 에우셨으며 6 나로 흑암에 거하게 하시기를 죽은지 오랜 자 같게 하셨도다 7 나를 둘러 싸서 나가지 못하게 하시고 나의 사슬을 무겁게 하셨으며 8 내가 부르짖어 도움을 구하나 내 기도를 물리치시며 9 다듬은 돌을 쌓아 내 길을 막으사 내 첩경을 굽게 하셨도다 10 저는 내게 대하여 엎드리어 기다리는 곰과 은밀한 곳의 사자 같으사 11 나의 길로 치우치게 하시며 내 몸을 찢으시며 나로 적막하게 하셨도다 12 활을 당기고 나로 과녁을 삼으심이여 13 전동의 살로 내 허리를 맞추셨도다 14 나는 내 모든 백성에게 조롱거리 곧 종일토록 그들의 노랫거리가 되었도다 15 나를 쓴 것으로 배불리시고 쑥으로 취하게 하셨으며 16 조약돌로 내 이를 꺾으시고 재로 나를 덮으셨도다 17 주께서 내 심령으로 평강을 멀리 떠나게 하시니 내가 복을 잊어버렸음이여 18 스스로 이르기를 나의 힘과 여호와께 대한 내 소망이 끊어졌다 하였도다 19 내 고초와 재난 곧 쑥과 담즙을 기억하소서 20 내 심령이 그것을 기억하고 낙심이 되오나 21 중심에 회상한즉 오히려 소망이 있사옴은
22 여호와의 자비와 긍휼이 무궁하시므로 우리가 진멸되지 아니함이니이다
23 이것이 아침마다 새로우니 주의 성실이 크도소이다 24 내 심령에 이르기를 여호와는 나의 기업이시니 그러므로 내가 저를 바라리라 하도다 25 무릇 기다리는 자에게나 구하는 영혼에게 여호와께서 선을 베푸시는도다 26 사람이 여호와의 구원을 바라고 잠잠히 기다림이 좋도다 27 사람이 젊었을 때에 멍에를 메는 것이 좋으니 28 혼자 앉아서 잠잠할 것은 주께서 그것을 메우셨음이라 29 입을 티끌에 댈찌어다 혹시 소망이 있을찌로다 30 때리는 자에게 뺨을 향하여 수욕으로 배불릴찌어다 31 이는 주께서 영원토록 버리지 않으실 것임이며 32 저가 비록 근심케 하시나 그 풍부한 자비대로 긍휼히 여기실 것임이라 33 주께서 인생으로 고생하며 근심하게 하심이 본심이 아니시로다 34 세상에 모든 갇힌 자를 발로 밟는 것과 35 지극히 높으신 자의 얼굴 앞에서 사람의 재판을 굽게 하는 것과 36 사람의 송사를 억울케 하는 것은 다 주의 기쁘게 보시는 것이 아니로다 37 주의 명령이 아니면 누가 능히 말하여 이루게 하랴
38 화, 복이 지극히 높으신 자의 입으로 나오지 아니하느냐 39 살아 있는 사람은 자기 죄로 벌을 받나니 어찌 원망하랴 40 우리가 스스로 행위를 조사하고 여호와께로 돌아가자 41 마음과 손을 아울러 하늘에 계신 하나님께 들자 42 우리의 범죄함과 패역함을 주께서 사하지 아니하시고
43 진노로 스스로 가리우시고 우리를 군축하시며 살륙하사 긍휼을 베풀지 아니하셨나이다 44 주께서 구름으로 스스로 가리우사 기도로 상달치 못하게 하시고 45 우리를 열방 가운데서 진개와 폐물을 삼으셨으므로 46 우리의 모든 대적이 우리를 향하여 입을 크게 벌렸나이다 47 두려움과 함정과 잔해와 멸망이 우리에게 임하였도다 48 처녀 내 백성의 파멸을 인하여 내 눈에 눈물이 시내처럼 흐르도다 49 내 눈의 흐르는 눈물이 그치지 아니하고 쉬지 아니함이여 50 여호와께서 하늘에서 살피시고 돌아보시기를 기다리는도다 51 나의 성읍의 모든 여자를 인하여 내 눈이 내 심령을 상하게 하는도다 52 무고히 나의 대적이 된 자가 나를 새와 같이 심히 쫓도다 53 저희가 내 생명을 끊으려고 나를 구덩이에 넣고 그 위에 돌을 던짐이여 54 물이 내 머리에 넘치니 내가 스스로 이르기를 이제는 멸절되었다 하도다 55 여호와여 내가 심히 깊은 구덩이에서 주의 이름을 불렀나이다
56 주께서 이미 나의 음성을 들으셨사오니 이제 나의 탄식과 부르짖음에 주의 귀를 가리우지 마옵소서 57 내가 주께 아뢴 날에 주께서 내게 가까이 하여 가라사대 두려워 말라 하셨나이다 58 주여 주께서 내 심령의 원통을 펴셨고 내 생명을 속하셨나이다 59 여호와여 나의 억울을 감찰하셨사오니 나를 위하여 신원하옵소서 60 저희가 내게 보수하며 나를 모해함을 주께서 다 감찰하셨나이다 61 여호와여 저희가 나를 훼파하며 나를 모해하는 것 62 곧 일어나 나를 치는 자의 입술에서 나오는 것과 종일 모해하는 것을 들으셨나이다 63 저희가 앉든지 서든지 나를 노래하는 것을 주여 보옵소서 64 여호와여 주께서 저의 손으로 행한대로 보응하사
65 그 마음을 강퍅하게 하시고 저주를 더하시며 66 진노로 저희를 군축하사 여호와의 천하에서 멸하시리이다