1 Năm thứ hai đời vua Đa-ri-út, ngày mồng một tháng sáu, có lời của Đức Giê-hô-va cậy đấng tiên tri A-ghê phán cho Xô-rô-ba-bên, con trai Sa-la-thi-ên, quan trấn thủ xứ Giu-đê, và cho Giê-hô-sua, con trai Giô-xa-đác, thầy tế lễ cả, mà rằng: 2 Đức Giê-hô-va vạn quân có phán như vầy: Dân nầy nói rằng: Thì giờ chưa đến, tức là thì giờ xây lại nhà Đức Giê-hô-va. 3 Vậy nên có lời của Đức Giê-hô-va phán ra bởi đấng tiên tri A-ghê rằng: 4 Nay có phải là thì giờ các ngươi ở trong nhà có trần ván, khi nhà nầy hoang vu sao? 5 Vậy bây giờ Đức Giê-hô-va vạn quân phán như vầy: Các ngươi khá xem xét đường lối mình. 6 Các ngươi gieo nhiều mà gặt ít; ăn mà không no; uống mà không đủ; mặc mà không ấm; và kẻ nào làm thuê, đựng tiền công mình trong túi lủng. 7 Đức Giê-hô-va vạn quân phán như vầy: Các ngươi khá xem xét đường lối mình. 8 Hãy lên núi, đem gỗ về, và xây nhà nầy, thì ta sẽ lấy nó làm vui lòng, và ta sẽ được sáng danh, Đức Giê-hô-va phán vậy. 9 Các ngươi trông nhiều mà được ít; các ngươi đem vào nhà, thì ta đã thổi lên trên. Đức Giê-hô-va vạn quân phán: Aáy là tại làm sao? Aáy là tại nhà ta thì hoang vu, mà các ngươi ai nấy lo xây nhà mình. 10 Cho nên, vì cớ các ngươi, trời giữ móc lại, và đất giữ bông trái lại. 11 Ta đã gọi cơn hạn hán đến trên đất, trên các núi, trên lúa mì, trên rượu mới, trên dầu, và trên sản vật đất sanh ra, trên loài người, trên loài vật, và trên mọi việc tay làm. 12 Vậy Xô-rô-ba-bên, con trai Sa-la-thi-ên, và Giê-hô-sua, con trai Giô-xa-đác, thầy tế lễ cả, cùng cả dân sót lại vâng theo tiếng của Giê-hô-va Đức Chúa Trời mình, và lời của đấng tiên tri A-ghê mà Giê-hô-va Đức Chúa Trời mình đã sai đến, thì dân sự đều sợ sệt trước mặt Đức Giê-hô-va. 13 A-ghê, sứ giả của Đức Giê-hô-va bèn nói cùng dân sự theo lịnh truyền của Đức Giê-hô-va, mà rằng: Ta ở cùng các ngươi, Đức Giê-hô-va phán vậy. 14 Đoạn, Đức Giê-hô-va giục lòng Xô-rô-ba-bên, con trai Sa-la-thi-ên, quan trấn thủ Giu-đa, và giục lòng Giê-hô-sua, con trai Giô-xa-đác, thầy tế lễ cả, và giục lòng cả dân sự sót lại; họ đều đến, làm việc nơi nhà Đức Giê-hô-va vạn quân, là Đức Chúa Trời mình. 15 Aáy là ngày hai mươi bốn tháng sáu về năm thứ hai đời vua Đa-ri-út.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.
Έκκληση για την ανοικοδόμηση του ναού
1 Το δεύτερο έτος της βασιλείας του Δαρείου, την πρώτη του έκτου μήνα, μίλησε ο Κύριος στον προφήτη Αγγαίο και του έδωσε εντολή να μεταδώσει μήνυμα στο διοικητή της Ιουδαίας Ζοροβάβελ, γιο του Σαλαθιήλ, και στον αρχιερέα Ιησού, γιο του Ιωσαδάκ.Ο Δαρείος ήταν βασιλιάς των Περσών. – Το δεύτερο έτος... μήνα ήταν η εποχή προς το τέλος του Αυγούστου 520 π.Χ. – Ο Ζοροβάβελ, γιος του Σαλαθιήλ, κατά το Α΄ Χρ 3:17-19 ήταν εγγονός του βασιλιά Ιεχονία ή Ιωαχίν, και συνεπώς απόγονος του Δαβίδ. Ο βασιλιάς των Περσών τον είχε διορίσει διοικητή της Ιουδαίας.
2,3 Είπε, λοιπόν, ο Αγγαίος εκ μέρους του Κυρίου: «Ο Κύριος του σύμπαντος λέει: "ο λαός αυτός ισχυρίζεται ότι δεν ήρθε ακόμα ο καιρός να ξαναχτιστεί ο ναός μου. 4 Μα είναι τώρα καιρός να κατοικείτε εσείς σε σπίτια με ξύλινα φατνώματα, τη στιγμή που ο δικός μου οίκος είναι ακόμα ερειπωμένος; 5 Κοιτάξτε σε ποιο σημείο έχετε φτάσει: 6 Σπέρνετε πολλά μα συγκεντρώνετε λίγα· τρώτε αλλά δε χορταίνετε· πίνετε μα δεν ευχαριστιέστε· ντύνεστε αλλά δε ζεσταίνεστε και του εργάτη ο μισθός μπαίνει σε τρύπια τσέπη".
7 »Γι’ αυτό, λέει ο Κύριος του σύμπαντος: "σκεφτείτε το κατάντημά σας. 8 Μετά ανεβείτε στο βουνό και φέρτε ξύλα και ξαναχτίστε το ναό για να μ’ ευαρεστήσετε και να με τιμήσετε. 9 Επιδιώκετε πολλά, μα λίγα κατορθώνετε. Στο σπίτι σας τα φέρνετε μα εγώ τα εξανεμίζω. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή ο ναός μου είναι ερειπωμένος, κι εσείς ασχολείσθε καθένας με το δικό του σπίτι! 10 Γι’ αυτό οι ουρανοί δεν έβρεξαν κι η γη αρνήθηκε να δώσει τους καρπούς της. 11 Έφερα ξηρασία στη χώρα σας· στα βουνά και στα σταροχώραφα, στ’ αμπέλια και στους ελαιώνες, σ’ όλα τα γεννήματα της γης. Άνθρωποι και ζώα υποφέρουν· ό,τι κι αν κάνετε είναι μια αποτυχία"».
Ο Θεός υπόσχεται τη βοήθειά του στο λαό
12 Ο Ζοροβάβελ, γιος του Σαλαθιήλ, κι ο αρχιερέας Ιησούς, γιος του Ιωσαδάκ, καθώς και ο λαός που είχε έρθει από την αιχμαλωσία, δέχτηκαν τα λόγια που ο Κύριος, ο Θεός, τούς είπε μέσω του προφήτη Αγγαίου, και αναγνώρισαν ότι ο Κύριος τους τον είχε στείλει· τρόμαξαν μάλιστα που δεν είχαν υπακούσει στον Κύριο. 13 Τότε ο Αγγαίος, ο αγγελιοφόρος του Κυρίου, είπε στο λαό αυτό που ο Κύριος τον είχε διατάξει: «Εγώ θα είμαι μαζί σας. Εγώ, ο Κύριος, το λέω». 14 Έτσι ο Κύριος έδωσε φώτιση στο διοικητή της Ιουδαίας Ζοροβάβελ, γιο του Σαλαθιήλ, και στον αρχιερέα Ιησού, γιο του Ιωσαδάκ, και στο λαό που είχε έρθει από την αιχμαλωσία. Ήρθαν λοιπόν και εργάζονταν στο ναό του Κυρίου του σύμπαντος, του Θεού τους. 15 Το έργο άρχισε στις είκοσι τέσσερις του έκτου μήνα.