0
1 Jacó chamou seus filhos e lhes disse:
2 Ajuntai-vos e ouvi, filhos de Jacó. Escutai Israel, vosso pai.
3 Rúben, tu és o meu primogênito, minha força, primícias do meu vigor. Notável em dignidade e notável em poder.
4 Transbordante como a água, não terás o primeiro lugar, porque subiste ao leito de teu pai, e desse modo maculaste o meu leito.
5 Simeão e Levi são irmãos; suas espadas são instrumentos de violência.
6 Minha alma não participe de suas maquinações, meu coração jamais se associe às suas reuniões! Porque em sua cólera mataram homens e em seu furor enervaram touros.
7 Maldita cólera que os levou à violência, maldito furor que os induziu à crueldade! Hei de dispersá-los em Jacó, hei de espalhá-los em Israel.
8 Judá, teus irmãos te louvarão. Pegarás pela nuca os inimigos; os filhos de teu pai se prostrarão em tua presença.
9 Filhote de leão, Judá: voltas trazendo a caça, meu filho. Dobra-se, deita-se como um leão; como uma leoa: quem o despertará?
10 Não se apartará o cetro de Judá, nem o bastão de comando dentre seus pés, até que venha aquele a quem pertence por direito, e a quem devem obediência os povos.
11 Amarra à videira o jumentinho, à cepa o filho da jumenta. Lava com o vinho suas vestes, com o sangue das uvas o seu manto.
12 O vinho aumenta o brilho de seus olhos, seus dentes são brancos como o leite.
13 Zabulon habita à beira do mar, no litoral, onde aportam os navios, e seu flanco se estende até Sidônia.
14 Issacar é um jumento forte, deitado nos currais.
15 Vê que é bom o descanso e a terra agradável: curva os ombros sob a carga, sujeita-se ao tributo.
16 Dã julgará seu povo, como uma das tribos de Israel.
17 Dã será uma serpente no caminho, uma cobra na estrada, que morde a pata do cavalo e derruba o cavaleiro.
18 Espero em vosso socorro, Senhor!
19 Gad será saqueado por quadrilhas de assaltantes, mas também os assaltará e perseguirá.
20 Aser tem um pão saboroso, que constitui as delícias dos reis.
21 Neftali é uma gazela solta, que tem lindos filhotes.
22 José é broto de uma árvore fértil, broto de uma árvore fértil junto à nascente: seus ramos crescem acima do muro.
23 Provocam-no, atiram contra ele, atacam-no os flecheiros,
24 mas, seu arco permanece firme, seus braços e mãos desembaraçados pelas mãos do Poderoso de Jacó, pelo nome do Pastor, que é a pedra de Israel,
25 graças ao Deus de teu pai, que te ajuda, graças ao Todo-poderoso, que te abençoa com as bênçãos do céu altíssimo, com as bênçãos do profundo abismo, com as bênçãos dos peitos e do seio.
26 As bênçãos de teu pai sobrepujam as bênçãos das antigas montanhas, as aspirações das colinas eternas. Que elas desçam sobre a cabeça de José, sobre a fronte do príncipe de seus irmãos!
27 Benjamim, lobo voraz, de manhã devora a presa e à tarde reparte o despojo".
28 São esses todos que formam as doze tribos de Israel. Foi isso que lhes disse seu pai ao abençoá-los. A cada um deu uma bênção particular.
29 Em seguida, fez-lhes esta recomendação: "Eis que vou ser reunido aos meus. Enterrai-me junto de meus pais na caverna da terra de Efron, o hiteu,
30 na caverna da terra de Macpela, defronte de Mambré, na terra de Canaã, essa caverna que Abraão havia comprado a Efron, o hiteu, ao mesmo tempo que a terra, para ter a propriedade de uma sepultura.
31 Foi ali que enterraram Abraão e Sara, sua mulher; foi ali que enterraram Isaac e Rebeca, sua mulher; e foi ali que enterrei Lia".
32 Essa propriedade, bem como a caverna que nela se encontra, foram compradas aos filhos de Het.
33 E, tendo Jacó dado aos seus filhos esta última recomendação, recolheu os pés em sua cama, e expirou. E foi reunido aos seus.
Ο Ιακώβ ευλογεί τα παιδιά του
1 Ο Ιακώβ κάλεσε τους γιους του και τους είπε: «Συγκεντρωθείτε για να σας αναγγείλω τι θα συμβεί στο μέλλον. 2 Μαζευτείτε γιοι του Ιακώβ, ν’ ακούσετε τον Ισραήλ, τον πατέρα σας:
3 »Ρουβήν εσύ, πρωτότοκέ μου,
δύναμή μου και απαρχή του ανδρισμού μου,
υπέροχε σε αξία κι υπέροχε σε δύναμη,
4 ξεχειλίζεις σαν τα νερά.
Δε θα υπερισχύσεις,
γιατί στο κρεβάτι του πατέρα σου ανέβηκες,
και μόλυνες το στρώμα μου
όταν ανέβηκες σ’ αυτό.
5 Ο Συμεών και ο Λευί είναι αδέρφια,
όργανα του κακού τα ξίφη τους.
6 Ας μην πάει η ψυχή μου στη συνωμοσία τους,
στη συνάθροισή τους ας μην παρευρεθεί η καρδιά μου·
μέσ’ στο θυμό τους ανθρώπους δολοφόνησαν,
με την αυθαιρεσία τους ακρωτηρίασαν ταύρους.
7 Καταραμένος ο θυμός τους,
γιατ’ ήταν βίαιος·
και η οργή τους,
γιατ’ ήταν βάναυση.
Θα τους διαμοιράσω μέσα στον Ιακώβ,
θα τους διασκορπίσω μέσα στον Ισραήλ.
8 »Εσένα, Ιούδα, θα σε εγκωμιάζουν οι αδερφοί σου.
Η δύναμή σου θα εξουσιάζει
τους εχθρούς σου,
θα σε προσκυνήσουν του πατέρα σου οι γιοι.
9 Λιονταρόπουλο είναι ο Ιούδας.
Γιε μου, με αρπαγές μεγάλωσες.
Ξάπλωσε και κοιμήθηκε σαν το λιοντάρι και σαν το λιονταρόπουλο·
να τον ξυπνήσει ποιος τολμά;
10 Ποτέ ο Ιούδας την εξουσία δε θα χάσει,
ούτε το σκήπτρο του αρχηγού μέσ’ απ’ τα πόδια του,
ωσότου έρθει "άρχοντας",άρχοντας. Στα εβρ. ο όρος είναι ασαφής.
σ’ αυτόν που οι λαοί θα υπακούσουν.
11 Στ’ αμπέλι δένει το πουλάρι του,
το γαϊδουράκι του στο κλήμα.Η αφθονία θα είναι τόση, που δεν θα έχει σημασία αν το γαϊδουράκι φάει το κλήμα.
Πλένει μες στο κρασί τα ρούχα του,
στο αίμα των σταφυλιών τη φορεσιά του.
12 Θολά τα μάτια του είν’ απ’ το κρασί
κι άσπρα τα δόντια του απ’ το γάλα.Το κρασί και το γάλα είναι δείγματα πλούτου της περιοχής του Ιούδα.
13 »Ο Ζαβουλών στην παραλία θα κατοικήσει
κι αυτός λιμάνι για τα πλοία θα ’ναι.
Θ’ απλώνονται τα σύνορα προς της Σιδώνας τη μεριά.
14 »Ο Ισσάχαρ, γεροδεμένος γάιδαρος,
που κείτεται μες στο φραγμένο το λιβάδι.
15 Είδε πως η ησυχία είναι καλή
κι η χώρα τόσο ευχάριστη.
Γι’ αυτό χαμήλωσε τη ράχη του να φορτωθεί
και θεληματικά έγινε δούλος.
16 »Ο Δαν θα κυβερνήσει το λαό του
σαν μια από τις φυλές του Ισραήλ.
17 Ο Δαν θα είναι σαν φίδι μες στο δρόμο,
σαν έχιδνα στο μονοπάτι,
τις φτέρνες που δαγκώνει του αλόγου
κι ο καβαλάρης πέφτει πίσω ανάποδα.
18 »Τη σωτηρία μου από σένα περιμένω, Κύριε!
19 »Στο Γαδ ενάντια συμμορίες θα επιτεθούν,
αλλά θα τους καταδιώξει εκείνος κατά πόδας.
20 »Του Ασήρ πλούσιο είναι το ψωμί
και φαγητά βασιλικά θα δίνει.
21 »Σαν το ελάφι το ελεύθερο ο Νεφθαλί,Υπονοούνται τα δάση της περιοχής Νεφθαλί και οι γαζέλες που ζουν εκεί.
λόγια ομορφιάς προφέρει.
22 »Σαν νέο δέντρο καρποφόρο ο Ιωσήφ. Νέο καρποφόρο δέντρο στην πηγή κοντά·
τα κλαδιά του υψώνονται πάνω απ’ τον τοίχο.Η έννοια του στ. είναι αβέβαιη.
23 Τον πίκραναν, τον τόξεψαν·
εκείνοι που τα βέλη ρίχνουν τον πολέμησαν.
24 Αλλά συντρίφτηκε το τόξο τους,
παρέλυσαν τα μπράτσα τους,
με τη βοήθεια του ισχυρού τού Ιακώβ,
βοήθεια από το βράχο του Ισραήλ,
25 απ’ του πατέρα σου το Θεό
που σε βοηθάει,
απ’ το Θεό τον παντοδύναμο, που σ’ ευλογεί.
Του ουρανού ευλογίες από πάνω
και της αβύσσου ευλογίες, που κάτω απλώνεται,
των μαστών ευλογίες και της μήτρας.
26 Οι ευλογίες του πατέρα σου ξεπέρασαν
τις ευλογίες των αιώνιων βουνών,
την ομορφιά των αιωνίων λόφων.
Ας έρθουν στο κεφάλι του Ιωσήφ,
στο μέτωπο εκείνου
που ξεχωρίζει από τ’ αδέρφια του.
27 »Ο Βενιαμίν είναι σαν λύκος που ξεσκίζει.
Το πρωί τρώει το θήραμα
και το βράδυ τα λάφυρα μοιράζει».
Θάνατος και ταφή του Ιακώβ
28 Όλοι αυτοί αποτελούν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, κι αυτά ήταν τα λόγια που τους είπε ο πατέρας τους, καθώς τους ευλογούσε, τον καθένα με ξεχωριστή ευλογία. 29 Ύστερα τους έδωσε αυτές τις προσταγές: «Τώρα εγώ θα πάω μαζί με τους νεκρούς του λαού μου. Να με θάψετε κοντά στους προγόνους μου, στο σπήλαιο που βρίσκεται στο χωράφι του Εφρών, του Χετταίου, 30 στον αγρό Μαχπελά, απέναντι στη Μαμβρή, στη Χαναάν. Τον αγρό εκείνο τον έχει αγοράσει ο Αβραάμ από τον Εφρών το Χετταίο, για ιδιόκτητο τάφο. 31 Εκεί έθαψαν τον Αβραάμ και τη γυναίκα του τη Σάρρα. Εκεί έθαψαν τον Ισαάκ και τη γυναίκα του τη Ρεβέκκα, και εκεί έθαψα εγώ τη Λεία, 32 στον αγρό που αγοράστηκε από το Χετταίο, μαζί με το σπήλαιό του».
33 Όταν ο Ιακώβ τελείωσε τις εντολές του προς τους γιους του, μάζεψε τα πόδια του στο κρεβάτι και ξεψύχησε· πήγε μαζί με τους νεκρούς του λαού του.