1 O Senhor me disse: "Vá e fale diretamente com o rei de Judá. Diga-lhe: 2 ‘Ouça esta mensagem do Senhor, ó rei de Judá, sentado no trono de Davi. Que seus servos e todo o seu povo também escutem. 3 Assim diz o Senhor: Sejam imparciais e justos. Ajudem os que são explorados e livrem-nos de seus opressores. Abandonem suas maldades: não maltratem os estrangeiros, nem os órfãos, nem as viúvas e parem de matar inocentes! 4 Se me obedecerem, sempre haverá um descendente de Davi sentado no trono em Jerusalém. O rei passará pelas portas do palácio em carruagens e cavalos, acompanhado de seus servos e súditos. 5 Mas, se vocês não derem ouvidos a esta advertência, juro por meu próprio nome, diz o Senhor, que este palácio se tornará um monte de escombros’".
6 Assim diz o Senhor acerca do palácio de Judá:
"Eu o amo tanto quanto a fértil floresta de Gileade
e os bosques verdes do Líbano.
Contudo, o transformarei num deserto,
e ninguém habitará dentro de seus muros.
7 Chamarei demolidores,
que trarão consigo suas ferramentas.
Arrancarão suas belas vigas de cedro
e as lançarão no fogo.
8 "Pessoas de muitas nações passarão pelas ruínas desta cidade e dirão umas às outras: ‘Por que o Senhor destruiu esta grande cidade?’. 9 E a resposta será: ‘Porque eles quebraram sua aliança com o Senhor, seu Deus, ao adorar e servir outros deuses’".
10 Não chorem pelo rei morto nem lamentem sua perda;
chorem, porém, pelo rei que foi levado como prisioneiro,
pois nunca mais voltará nem verá sua terra natal.
11 Pois assim diz o Senhor acerca de Jeoacaz, que sucedeu seu pai, o rei Josias, e foi levado para o exílio: "Ele jamais voltará. 12 Morrerá exilado numa terra distante e nunca mais verá sua terra natal".
13 "Que aflição espera Jeoaquim,
que edifica seu palácio de forma desonesta!
Constrói suas paredes com injustiça,
pois obriga gente do seu povo a trabalhar
sem pagar salário.
14 Diz: ‘Construirei para mim um palácio magnífico,
com salas espaçosas e muitas janelas.
Revestirei tudo com painéis de cedro
e pintarei de vermelho vívido’.
15 Mas um belo palácio de cedro não faz um grande rei!
Josias, seu pai, também tinha muita comida e bebida,
mas em tudo que fazia era justo e íntegro;
por isso tudo deu certo para ele.
16 Fez justiça ao pobre e ao necessitado e os ajudou,
e tudo lhe correu bem.
Não é isso que significa me conhecer?",
diz o Senhor.
17 "Você, porém, só tem olhos para a cobiça e a desonestidade;
derrama sangue inocente
e reina com crueldade e opressão."
18 Portanto, assim diz o Senhor acerca de Jeoaquim, filho de Josias, rei de Judá:
"O povo não lamentará por ele, nem clamará:
‘Que tristeza, meu irmão! Que tristeza, minha irmã!’.
Seus súditos não lamentarão por ele, nem clamarão:
‘Que tristeza, nosso senhor morreu!
Que tristeza, sua majestade se foi!’.
19 Será enterrado como se enterra um jumento:
arrastado e jogado fora dos portões de Jerusalém.
20 Chore por seus aliados no Líbano,
grite por eles em Basã.
Procure-os nas regiões a oeste do rio;
veja, foram todos destruídos!
21 Eu o adverti quando você era próspero,
mas você respondeu: ‘Recuso-me a ouvir’.
Sempre foi assim, desde a juventude;
nunca me obedece!
22 Agora o vento levará para longe seus aliados;
todos os seus amigos serão levados para o exílio.
Então certamente verá sua perversidade
e ficará envergonhado.
23 Você que mora num lindo palácio,
todo revestido de madeira de cedro do Líbano,
logo gemerá com pontadas de angústia,
como as dores da mulher em trabalho de parto."
24 "Tão certo como eu vivo", diz o Senhor, "eu o abandonarei, Joaquim, filho de Jeoaquim, rei de Judá. Mesmo que você fosse o anel de selar em minha mão direita, eu o arrancaria. 25 Eu o entregarei àqueles que procuram matá-lo, àqueles que você tanto teme: o rei Nabucodonosor da Babilônia e o exército babilônio. 26 Expulsarei você e sua mãe desta terra e vocês morrerão em nação estrangeira, e não em sua terra natal. 27 Jamais voltarão à terra pela qual anseiam.
28 "Por que esse homem, Joaquim, é como um vaso quebrado, jogado fora?
Por que ele e seus filhos serão exilados em terra estrangeira?
29 Ó terra, terra, terra de Judá!
Ouça esta mensagem do Senhor!
30 Assim diz o Senhor:
‘Registrem Joaquim como homem sem filhos.
Ele não terá êxito,
pois não terá filhos que o sucedam no trono de Davi
para reinar em Judá’."
Copyright© 2017 por Editora Mundo Cristão. Todos os direitos reservados em língua portuguesa. A Nova Versão Transformadora (NVT) e seu logotipo são marcas registradas. Usados com permissão.
1 Ουτω λεγει Κυριος· Καταβηθι εις τον οικον του βασιλεως του Ιουδα και λαλησον εκει τον λογον τουτον,2 και ειπε, Ακουσον τον λογον του Κυριου, βασιλευ του Ιουδα, ο καθημενος επι του θρονου του Δαβιδ, συ και οι δουλοι σου και ο λαος σου, οι εισερχομενοι δια των πυλων τουτων·3 Ουτω λεγει Κυριος· Καμνετε κρισιν και δικαιοσυνην και ελευθερονετε τον γεγυμνωμενον εκ της χειρος του δυναστου· και μη αδικειτε μηδε καταδυναστευετε τον ξενον, τον ορφανον και την χηραν και αιμα αθωον μη χυνετε εν τω τοπω τουτω.4 Διοτι εαν τωοντι καμνητε τον λογον τουτον, τοτε θελουσιν εισελθει δια των πυλων του οικου τουτου βασιλεις καθημενοι επι του θρονου του Δαβιδ, εποχουμενοι επι αμαξων και ιππων, αυτοι και οι δουλοι αυτων και ο λαος αυτων.5 Αλλ' εαν δεν ακουσητε τους λογους τουτους, ομνυω εις εμαυτον, λεγει Κυριος, οτι ο οικος ουτος θελει κατασταθη ερημος.6 Διοτι ουτω λεγει Κυριος προς τον οικον του βασιλεως του Ιουδα. Συ εισαι Γαλααδ εις εμε και κορυφη του Λιβανου· αλλα θελω σε καταστησει ερημιαν, πολεις ακατοικητους.7 Και θελω ετοιμασει εναντιον σου εξολοθρευτας, εκαστον μετα των οπλων αυτου· και θελουσι κατακοψει τας εκλεκτας κεδρους σου και ριψει εις το πυρ.8 Και πολλα εθνη θελουσι διαβη δια της πολεως ταυτης και θελουσιν ειπει εκαστος προς τον πλησιον αυτου, Δια τι ο Κυριος εκαμεν ουτως εις ταυτην την μεγαλην πολιν;9 Και θελουσιν αποκριθη, Διοτι εγκατελιπον την διαθηκην Κυριου του Θεου αυτων και προσεκυνησαν αλλους θεους και ελατρευσαν αυτους.10 Μη κλαιετε τον αποθανοντα και μη θρηνειτε αυτον· κλαυσατε πικρως τον εξερχομενον, διοτι δεν θελει επιστρεψει πλεον και ιδει την γην της γεννησεως αυτου.11 Διοτι ουτω λεγει Κυριος περι του Σαλλουμ, υιου του Ιωσιου, βασιλεως του Ιουδα, του βασιλευοντος αντι Ιωσιου του πατρος αυτου, οστις εξηλθεν εκ του τοπου τουτου· Δεν θελει επιστρεψει εκει πλεον,12 αλλα θελει αποθανει εν τω τοπω οπου εφεραν αυτον αιχμαλωτον, και δεν θελει ιδει πλεον την γην ταυτην.13 Ουαι εις τον οικοδομουντα τον οικον αυτου ουχι εν δικαιοσυνη και τα υπερωα αυτου ουχι εν ευθυτητι, τον μεταχειριζομενον την εργασιαν του πλησιον αυτου αμισθι και μη αποδιδοντα εις αυτον τον μισθον του κοπου αυτου,14 τον λεγοντα, Θελω οικοδομησει εις εμαυτον οικον μεγαν και υπερωα ευρυχωρα, και ανοιγοντα εις εαυτον παραθυρα και στεγαζοντα με κεδρον και χρωματιζοντα με μιλτον.15 Θελεις βασιλευει, διοτι εγκλειεις σεαυτον εις κεδρον; ο πατηρ σου δεν ετρωγε και επινε, και επειδη εκαμνε κρισιν και δικαιοσυνην, ευημερει;16 Εκρινε την κρισιν του πτωχου και του πενητος και τοτε ευημερει· δεν ητο τουτο να με γνωριζη; λεγει Κυριος.17 Αλλ' οι οφθαλμοι σου και η καρδια σου δεν ειναι παρα εις την πλεονεξιαν σου και εις το να εκχεης αιμα αθωον και εις την δυναστειαν και εις την βιαν, δια να καμνης ταυτα.18 Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος περι του Ιωακειμ, υιου του Ιωσιου, βασιλεως του Ιουδα· Δεν θελουσι κλαυσει αυτον, λεγοντες, Ουαι αδελφε μου Ουαι αδελφη δεν θελουσι κλαυσει αυτον, λεγοντες, Ουαι κυριε η, Ουαι δοξα19 Θελει ταφη ταφην ονου, συρομενος και ριπτομενος περαν των πυλων της Ιερουσαλημ.20 Αναβηθι εις τον Λιβανον και βοησον και υψωσον την φωνην σου προς την Βασαν και βοησον απο Αβαριμ· διοτι ηφανισθησαν παντες οι ερασται σου.21 Ελαλησα προς σε εν τη ευημερια σου, αλλ' ειπας, Δεν θελω ακουσει· ουτος εσταθη ο τροπος σου εκ νεοτητος σου, οτι δεν υπηκουσας εις την φωνην μου.22 Ο ανεμος θελει καταβοσκησει παντας τους ποιμενας σου και οι ερασται σου θελουσιν υπαγει εις αιχμαλωσιαν· τοτε, ναι, θελεις αισχυνθη και εντραπη δια πασας τας ασεβειας σου.23 Συ ητις κατοικεις εν τω Λιβανω, ητις καμνεις την φωλεαν σου εν ταις κεδροις, ποσον αξιοθρηνητος θελεις εισθαι, οταν ελθωσι λυπαι επι σε, ωδινες ως τικτουσης.24 Ζω εγω, λεγει Κυριος, και εαν ο Χονιας, ο υιος του Ιωακειμ, βασιλευς του Ιουδα, ηθελε γεινει σφραγις επι την δεξιαν μου χειρα, και εκειθεν ηθελον σε αποσπασει·25 και θελω σε παραδωσει εις την χειρα των ζητουντων την ψυχην σου και εις την χειρα εκεινων, των οποιων το προσωπον φοβεισαι, ναι, εις την χειρα του Ναβουχοδονοσορ βασιλεως της Βαβυλωνος και εις την χειρα των Χαλδαιων.26 Και θελω απορριψει σε και την μητερα σου, ητις σε εγεννησεν, εις γην ξενην οπου δεν εγεννηθητε, και εκει θελετε αποθανει.27 Εις δε την γην, εις την οποιαν η ψυχη αυτων επιθυμει να επιστρεψωσιν, εκει δεν θελουσιν επιστρεψει.28 Ο ανθρωπος ουτος ο Χονιας κατεσταθη ειδωλον καταπεφρονημενον και συντετριμμενον; σκευος, εν ω δεν υπαρχει χαρις; δια τι απεβληθησαν, αυτος και το σπερμα αυτου, και ερριφθησαν εις τοπον, τον οποιον δεν γνωριζουσιν;29 Ω γη, γη, γη, ακουε τον λογον του Κυριου.30 Ουτω λεγει Κυριος· Γραψατε τον ανθρωπον τουτον ατεκνον, ανθρωπον οστις δεν θελει ευοδοθη εν ταις ημεραις αυτου· διοτι δεν θελει ευοδοθη εκ του σπερματος αυτου ανθρωπος καθημενος επι τον θρονον του Δαβιδ και εξουσιαζων πλεον επι του Ιουδα.