Pular para o conteúdo
Publicidade

Sprüche 23

TGVD

1 Wenn du zu Tische sitzest mit einem Herrscher, so bedenke, wen du vor dir hast! 2 Setze ein Messer an deine Kehle, wenn du allzu gierig bist! 3 Laß dich nicht gelüsten nach seinen Leckerbissen; denn das ist ein trügerisches Brot! 4 Bemühe dich nicht, reich zu werden; aus eigener Einsicht laß davon! 5 Kaum hast du dein Auge darauf geworfen, so ist er nicht mehr da; denn sicherlich schafft er sich Flügel wie ein Adler, der gen Himmel fliegt. 6 kein Brot bei einem Mißgünstigen und sei nicht begierig nach seinen Leckerbissen! 7 Denn so sehr es ihm auch in der Seele zuwider ist, so spricht er doch zu dir: «und trink!» aber er gönnt es dir nicht. 8 Den Bissen, den du gegessen hast, mußt du wieder ausspeien, und deine freundlichen Worte hast du verschwendet. 9 Sprich keinem Toren zu; denn er wird deine weisen Reden nur verachten! 10 Verrücke die Grenze der Witwe nicht und betritt nicht das Feld der Waisen! 11 Denn ihr Erlöser ist stark; der wird ihre Sache wider dich führen. 12 Ergib dein Herz der Zucht und neige deine Ohren zu den Lehren der Erfahrung. 13 Erspare dem Knaben die Züchtigung nicht; wenn du ihn mit der Rute schlägst, stirbt er nicht. 14 Indem du ihn mit der Rute schlägst, rettest du seine Seele vom Tode. 15 Mein Sohn, wenn dein Herz weise wird, so ist das auch für mein Herz eine Freude! 16 Und meine Nieren frohlocken, wenn deine Lippen reden, was richtig ist. 17 Dein Herz ereifere sich nicht für die Sünder, sondern für die Furcht des HERRN den ganzen Tag! 18 Denn sicherlich gibt es eine Zukunft, und deine Hoffnung soll nicht vernichtet werden. 19 Höre, mein Sohn, sei weise, und dein Herz wandle den richtigen Weg! 20 Geselle dich nicht zu den Weinsäufern und zu denen, die sich übermäßigem Fleischgenuß ergeben; 21 denn Säufer und Schlemmer verarmen, und Schläfrigkeit kleidet in Lumpen. 22 Gehorche deinem Vater, der dich gezeugt hat, und verachte deine Mutter nicht, wenn sie alt wird. 23 Kaufe Wahrheit und verkaufe sie nicht, Weisheit und Zucht und Vernunft! 24 Ein Vater frohlockt über einen rechtschaffenen Sohn, und wer einen Weisen gezeugt hat, freut sich über ihn. 25 So mögen sich denn Vater und Mutter deiner freuen und frohlocken, die dich geboren hat! 26 Gib mir, mein Sohn, dein Herz, und laß deinen Augen meine Wege wohlgefallen! 27 Denn die Hure ist eine tiefe Grube, und die Fremde ist ein gefährliches Loch. 28 Dazu lauert sie wie ein Räuber und vermehrt die Abtrünnigen unter den Menschen. 29 Wo ist Ach? Wo ist Weh? Wo sind Streitigkeiten? Wo ist Klage? Wo sind Wunden ohne Ursache? Wo sind trübe Augen? 30 Bei denen, die sich beim Wein verspäten, die kommen, um Getränke zu versuchen! 31 Siehe nicht darauf, wie der Wein rötlich schillert, wie er im Becher perlt! 32 Er gleitet leicht hinunter; aber hernach beißt er wie eine Schlange und sticht wie eine Otter! 33 Deine Augen werden seltsame Dinge sehen, und dein Herz wird verworrenes Zeug reden; 34 du wirst sein wie einer, der auf dem Meere schläft und wie einer, der im Mastkorb oben liegt. 35 «Man schlug mich, aber es tat mir nicht weh; man prügelte mich, aber ich merkte es nicht! Wenn ich ausgeschlafen habe, so will ich ihn wieder aufsuchen!»

6

1 Όταν καθίσεις στο τραπέζι μέναν άρχοντα, πρόσεξε ποιος είναι μπροστά σου. 2 Συγκρατήσου αν είσαι λαίμαργος. 3 Μη λαχταράς τις λιχουδιές του, είναι τροφή απατηλή.

7

4 Μην αγωνίζεσαι να γίνεις πλούσιος· μαυτό ας μην απασχολείται ο νους σου. 5 Μόλις στρέψεις τα μάτια σου στον πλούτο, χάνεται· κάνει φτερά και σαν αετός στον ουρανό πετάει.

8

6 Μην τρως αντάμα με τον φθονερό και μην τα λαχταράς τα φαγητά του. 7 Αυτός όλα τα υπολογίζει. Σου λέει «φάε και πιες», ενώ μέσα του άλλα σκέφτεται. 8 Θα κάνεις εμετό την μπουκιά που φαγες και οι φιλοφρονήσεις σου θα πανχαμένες.

9

9 Μη χάνεις τα λόγια σου με τον ανόητο, γιατί θα καταφρονήσει τις σοφές σου συμβουλές.

10

10 Μη μετατοπίζεις τα παλιά όρια ιδιοκτησίας και μην καταπατάς τα χωράφια των ορφανών, 11 γιατί ο υπερασπιστής τους είναι ισχυρός· αυτός το μέρος τους ενάντια σου θα πάρει. Μη...προσοχή.Ο νόμος απαγόρευε τη μετακίνηση των ορίων (Δτ 19:14). Ο Θεός απαιτούσε ιδιαίτερο σεβασμό σ’ αυτή τη διάταξη, ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για ανυπεράσπιστους ανθρώπους, όπως ήταν οι ξένοι, οι χήρες και τα ορφανά.

11

12 Στη διδαχή άνοιξε την καρδιά σου και τα λόγια της γνώσης άκου τα με προσοχή.

12

13 Μην είσαι φειδωλός στου παιδιού το σωφρονισμό· μένα γερό ξυλοδαρμό δεν θα πεθάνει. 14 Αντίθετα, χτυπώντας το, το προστατεύεις από λάθη θανάσιμα.

13

15 Γιε μου, αν γίνει η καρδιά σου σοφή, θα χαίρεται η καρδιά η δική μου. 16 Τα σπλάχνα μου θα ευφραίνονται όταν τα χείλη σου μιλούν σωστά.

14

17 Να φθονεί η καρδιά σου τους αμαρτωλούς, αλλά το φόβο ας έχει πάντα του Κυρίου· 18 τότε θα μπορείς να ατενίζεις με αισιοδοξία το μέλλον και η ελπίδα σου δε θα χαθεί.

15

19 Άκουσε γιε μου και γίνε σοφός και την καρδιά σου οδήγηστην στον ίσιο δρόμο. 20 Μην είσαι στην παρέα των μέθυσων, κι εκείνων που με κρέατα παραχορταίνουν· 21 γιατί ο μέθυσος κι ο λαίμαργος φτωχαίνουν, και ντύνει με κουρέλια τον υπναρά η νωθρότητα.

16

22 Άκουγε τον πατέρα σου, εκείνον που σε γέννησε· και τη μητέρα σου στα γηρατειά της μην την καταφρονέσεις.

23 Την αλήθεια αγόραζέ την και μην την πουλάς· το ίδιο και τη σοφία, τη διδαχή, τη φρόνηση.

24 Του δίκαιου ανθρώπου θαγάλλεται ο πατέρας· κι εκείνος που σοφό γέννησε γιο θα χαίρεται γιαυτόν.

25 Ας χαίρονται ο πατέρας κι η μητέρα σου, εκείνη που σε γέννησε από χαρά ας σκιρτάει!

17

26 Δώσμου, γιε μου, την καρδιά σου και πάρε τη ζωή μου για παράδειγμα. 27 Γιατί η πόρνη λάκκος είναι βαθύς, στενό πηγάδι η γυναίκα του άλλου. 28 Παραμονεύει σαν ληστής και παρασύρει κι άλλους στην παρανομία.

18

29 Ποιοι είναξιολύπητοι; ποιοι υποφέρουν; σε ποιους είνοι διχόνοιες; σε ποιους η απόγνωση; ποιοι αναίτια χτυπιούνται; ποιανών τα μάτια κοκκινίζουν; 30 Αυτά όλα συμβαίνουν σεκείνους που ξοδεύουν πολύ χρόνο στην οινοποσία, σεκείνους που τρέχουν ναπολαύσουν το κρασί. 31 Μη βλέπεις το κρασί που κοκκινίζει, που στο ποτήρι δίνει χρώμα και πίνετεύκολα. 32 Φτάνει στο τέλος σαν το φίδι να δαγκώνει, και να κεντρίζει σαν οχιά. 33 Τα μάτια σου θα βλέπουν φαντασίες, και λόγια ασυνάρτητα θα λες. 34 Θα σαι σαν να κοιμάσαι στης θάλασσας τη μέση, σαν κάποιος ξαπλωμένος στην κορφή του καταρτιού. 35 «Με χτύπησαν», θα λες, «και καθόλου δεν πόνεσα. Μέδειραν, μα δεν το νιωσα. Πότε θα σηκωθώ να πάω να ξαναπιώ;»

Veja também