Ο προφήτης προσπαθεί ν’ αποφύγει την αποστολή του
1 Ο Κύριος είπε στον Ιωνά, γιο του Αμαθί: 2 «Σήκω να πας στη Νινευή, τη μεγάλη πόλη, και ν’ αναγγείλεις την τιμωρία της, γιατί είδα τη φαυλότητα των κατοίκων της».
3 Ο Ιωνάς ετοιμάστηκε να φύγει, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς τη Θαρσείς, επειδή ήθελε να ξεφύγει από τον Κύριο.να ξεφύγει από τον Κύριο. Στους αρχαίους χρόνους οι Ισραηλίτες πίστευαν ότι ο Κύριος ήταν παρών μόνο μέσα στα όρια της χώρας του, δηλ. της Παλαιστίνης. Κατέβηκε, λοιπόν, στην Ιόππη και βρήκε ένα πλοίο που πήγαινε στη Θαρσείς. Πλήρωσε το ναύλο του και επιβιβάστηκε μαζί με το πλήρωμα για να πάει πέρα ’κει, μακριά από τον Κύριο.
Οι ξένοι ναύτες κάνουν τον Ιωνά να ντραπεί
4 Αλλά ο Κύριος σήκωσε ανεμοστρόβιλο στη θάλασσα, τόσο δυνατό, που το πλοίο κινδύνευε να διαλυθεί. 5 Οι ναύτες τρόμαξαν και φώναζαν ζητώντας βοήθεια ο καθένας απ’ το θεό του. Και για να ελαφρώσουν το πλοίο έριχναν το φορτίο του στη θάλασσα.
Νωρίτερα ο Ιωνάς είχε κατεβεί στο αμπάρι του πλοίου, είχε ξαπλώσει και κοιμόταν βαθιά. 6 Ο πλοίαρχος τον πλησίασε και του είπε: «Τι κάνεις εσύ εκεί; κοιμάσαι; Σήκω και παρακάλεσε το θεό σου να μας βοηθήσει· ίσως μας λυπηθεί και σωθούμε».
7 Οι ναύτες είπαν μεταξύ τους: «Ελάτε να ρίξουμε κλήρο, για να δούμε ποιος είναι η αιτία που μας βρήκε ετούτο το κακό». Έριξαν, λοιπόν, κλήρο κι ο κλήρος έπεσε στον Ιωνά. 8 Τότε άρχισαν να τον ρωτούν: «Για πες μας τώρα, για ποιο λόγο μάς βρήκε όλο αυτό το κακό; τι δουλειά έχεις εδώ; από πού έρχεσαι; ποια είν’ η πατρίδα σου; ποιος είναι ο λαός σου;»
9 Ο Ιωνάς τους αποκρίθηκε: «Εγώ είμαι Εβραίος και λατρεύω τον Κύριο, το Θεό του ουρανού, αυτόν που δημιούργησε τη θάλασσα και τη στεριά». 10 Ακόμα τους φανέρωσε ότι προσπαθούσε να φύγει μακριά από τον Κύριο.μακριά... Κύριο. Βλ. υποσ. εις 1:3. Τότε οι ναύτες κατατρόμαξαν και του είπαν: «Πώς το ’κανες αυτό! 11 Τι να σε κάνουμε τώρα, για να ησυχάσει η θάλασσα;» –γιατί η θαλασσοταραχή όσο πήγαινε χειροτέρευε. 12 Εκείνος τους απάντησε: «Πάρτε με και ρίξτε με στη θάλασσα, κι αυτή θα ησυχάσει. Το ξέρω πως εγώ είμαι η αιτία γι’ αυτή τη μεγάλη καταιγίδα που σας βρήκε».
13 Παρ’ όλα αυτά, οι ναύτες κωπηλατούσαν μ’ όλη τους τη δύναμη για να γυρίσουν πίσω στη στεριά, αλλά δεν τα κατάφερναν, γιατί η θάλασσα γινόταν όλο και πιο άγρια. 14 Τότε άρχισαν να φωνάζουν στον Κύριο και να τον παρακαλούν: «Αχ, Κύριε, μη μας τιμωρήσεις με θάνατο, που θυσιάζουμε αυτόν τον άνθρωπο. Μη θεωρήσεις φόνο το θάνατό του. Όλα αυτά που συμβαίνουν είναι σύμφωνα με το θέλημά σου». 15 Έπειτα σήκωσαν τον Ιωνά και τον πέταξαν στη θάλασσα. Κι αμέσως η θαλασσοταραχή σταμάτησε. 16 Όταν οι άντρες το είδαν αυτό, φοβήθηκαν τόσο πολύ τον Κύριο, ώστε του πρόσφεραν θυσία και του έκαναν τάματα.
约拿违命
1 耶和华的话临到亚米太的儿子约拿,说:2 "起来!到尼尼微大城去,警告其中的居民,因为他们的恶行已经达到我面前。"3 可是约拿却起来,要逃往他施去,躲避耶和华;他下到约帕,找到了一只要开往他施去的船;他给了钱,就上船"上船"原文作"下船",要和他们同往他施去,离开耶和华。
海起大风
4 但是耶和华在海上忽然刮起大风,于是海中狂风大作,船几乎要破裂了。5 水手都很惧怕,各人向自己的神大声呼求;他们为了减轻船的重量,就把船上的东西拋在海里,可是约拿却下了船舱,躺着熟睡了。6 船长走到他面前,对他说:"你怎么啦!睡得那么熟?快起来,求告你的 神吧!或者 神会记念我们,使我们不至于丧命!"
约拿受罚
7 水手就彼此说:"来吧!让我们抽签,好知道这场灾祸临到我们,是因谁的缘故。"于是他们抽签,结果抽中了约拿。8 他们就对约拿说:"请告诉我们,这场灾祸临到我们,是因谁的缘故?你是作甚么的?你从哪里来?你是哪一国的人?哪一族的人?"9 他回答说:"我是希伯来人,我敬畏耶和华天上的 神,就是那创造海洋和陆地的。"
10 众人就大大惧怕,对他说:"你为甚么这样作呢?"你为甚么这样作呢?"或译:"你作的是甚么呢?""那些人知道他躲避耶和华,原来约拿告诉了他们。11 因为海浪越来越汹涌,他们又对他说:"我们该怎样处置你,才能叫海浪平静呢?"12 他回答说:"你们把我抬起来,投在海里,海浪就会平静,因为我知道,这场大风暴临到你们,是为了我的缘故。"13 那些人虽然破浪挣扎,要把船靠岸,却是不能,因为海浪不断汹涌扑来。14 他们就呼求耶和华,说:"耶和华啊!我们恳求你,不要因这人叫我们丧命;不要把无辜人的血归在我们身上,因为你耶和华是照自己所喜悦的行事。"
15 于是他们把约拿抬起来,投在海里,怒涛就平息了。16 那些人就大大敬畏耶和华,向他献祭和许愿。
17 耶和华却安排了一条大鱼,把约拿吞下。约拿就在鱼腹中三日三夜。本节在《马索拉文本》为2:1