Απαλλαγή από τα χρέη
1 Ανάμεσα στο λαό άρχισε να δημιουργείται μεγάλη δυσαρέσκεια. Άντρες και γυναίκες συνάχθηκαν και παραπονιούνταν ενάντια σε ορισμένους συμπατριώτες τους, Ιουδαίους: 2 «Τα παιδιά μας κι εμείς είμαστε πολυάριθμοι και χρειαζόμαστε στάρι να φάμε για να μην πεθάνουμε!» 3 Άλλοι έλεγαν: «Έχουμε βάλει υποθήκη τα χωράφια μας, τ’ αμπέλια μας και τα σπίτια μας για να προμηθευτούμε στάρι και να μην πεινάσουμε!» 4 Τέλος άλλοι έλεγαν: «Κι εμείς έχουμε δανειστεί χρήματα για να πληρώσουμε το φόρο του βασιλιά και βάλαμε υποθήκη τα χωράφια μας και τ’ αμπέλια μας. 5 Ίδιο έθνος είμαστε με τους συμπατριώτες μας! Τα παιδιά μας αξίζουν το ίδιο με τα δικά τους τα παιδιά! Κι όμως εμείς υποχρεωνόμαστε να στείλουμε τα παιδιά μας δούλους –μερικές μάλιστα από τις κόρες μας έχουν ήδη γίνει δούλες. Και δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, αφού τα χωράφια μας και τ’ αμπέλια μας ανήκουν σε άλλους».
6 Όταν άκουσα αυτά τα λόγια και τα παράπονά τους, οργίστηκα πάρα πολύ. 7 Εξέτασα προσεκτικά την υπόθεση και αποφάσισα να επιπλήξω τους προύχοντες και τους αξιωματούχους, που δάνειζαν με τόκο τους συμπατριώτες τους.Πρβλ. Εξ 22:24· Λευ 25:35-37· Δτ 23:20-21. Κάλεσα, λοιπόν, μεγάλη δημόσια συγκέντρωση εναντίον τους, 8 και τους είπα: «Εμείς, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, εξαγοράσαμε τους συμπατριώτες μας τους Ιουδαίους, που είχαν πουληθεί δούλοι στα έθνη. Κι έρχεστε τώρα εσείς κι εξαναγκάζετε τους συμπατριώτες σας να πουληθούν σ’ εσάς, και το κάνετε αυτό σε ανθρώπους του λαού μας!» Αυτοί σώπαιναν, γιατί δεν είχαν τι να απαντήσουν.
9 Τότε πρόσθεσα: «Αυτό που κάνετε δεν είναι σωστό. Πρέπει να ζείτε με φόβο Θεού, αν θέλετε ν’ αποφύγετε τον εμπαιγμό από τα εχθρικά μας έθνη! 10 Εγώ και οι συγγενείς μου και οι συνεργάτες μου έχουμε δανείσει χρήματα και σιτάρι σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Αλλά θα παραιτηθούμε απ’ αυτή μας την απαίτηση. 11 Επιστρέψτε τους κι εσείς αμέσως τα χωράφια τους, τα αμπέλια τους, τα λιοστάσια τους και τα σπίτια τους, και παραιτηθείτε από τα χρήματα, το σιτάρι, το κρασί και το λάδι, που τους ζητάτε».
12 Εκείνοι απάντησαν: «Θα τους επιστρέψουμε ό,τι τους έχουμε πάρει και δε θα ζητήσουμε πια τίποτε απ’ αυτούς· θα κάνουμε όπως ακριβώς το είπες». Κάλεσα, λοιπόν, τους ιερείς και όρκισα τους αξιωματούχους ότι θα κάνουν ό,τι υποσχέθηκαν. 13 Μετά τίναξα τη ζώνη μου και είπα: «Έτσι να ξετινάξει ο Θεός το σπίτι του και τα υπάρχοντά του από καθέναν που δε θα τηρήσει αυτή την υπόσχεση· έτσι να ξετιναχτεί κι ο ίδιος και να πτωχεύσει».
Και όλος ο λαός είπε: «Αμήν», και δόξασαν το Θεό. Κι όλοι τους τήρησαν την υπόσχεσή τους. 14 Επίσης, από την ημέρα που διορίστηκα κυβερνήτης στην Ιουδαία, εγώ και οι συγγενείς μου δεν κάναμε χρήση της επιχορήγησης που μπορούσα να έχω ως κυβερνήτης. Αυτό διήρκεσε δώδεκα χρόνια, δηλαδή από το εικοστό ως το τριακοστό δεύτερο έτος της βασιλείας του Αρταξέρξη.του Αρταξέρξη. Βλ. υποσ. εις κεφ. 1:1.
15 Οι προηγούμενοι από μένα κυβερνήτες επιβάρυναν το λαό κι έπαιρναν απ’ αυτόν κάθε μέρα σαράντα ασημένιους σίκλους για τροφή και κρασί. Επίσης οι άνθρωποί τους τυραννούσαν το λαό. Εγώ όμως δεν φέρθηκα έτσι, γιατί φοβόμουν το Θεό. 16 Αντίθετα, εργάστηκα προσωπικά μ’ επιμονή στο έργο της ανοικοδόμησης του τείχους και δεν αγόρασα χωράφια· και όλοι οι συνεργάτες μου συμμετείχαν στην εργασία του τείχους. 17 Στο τραπέζι μου κάθονταν εκατόν πενήντα άντρες Ιουδαίοι και αξιωματούχοι, χώρια εκείνοι που μας έρχονταν από τα γύρω έθνη. 18 Το φαγητό που ετοιμαζόταν κάθε μέρα ήταν ένα μοσχάρι, έξι εκλεκτά πρόβατα και διάφορα πουλερικά· επίσης κάθε δέκα μέρες μού δινόταν άφθονο κρασί κάθε είδους, όλα με δικά μου έξοδα. Κι όμως ποτέ δε ζήτησα την τροφή που δικαιούμην ως κυβερνήτης, γιατί ο λαός αυτός δούλευε πάρα πολύ σκληρά. 19 Θυμήσου, Θεέ μου, όλα όσα έχω κάνει γι’ αυτόν το λαό και δείξε μου την εύνοιά σου.
穷人的呼喊
1 那时,民众和他们的妻子大声呼冤,控告自己的同胞犹大人。2 有些人说:"我们和儿女人口众多,给我们五谷餬口,可以存活。"3 有些人说:"我们抵押了自己的田地、葡萄园和房屋,为要在饥荒中买到五谷。"4 有些人说:"我们为了要借钱向王纳税,只好抵押了我们的田地和葡萄园。5 虽然我们的身体与我们同胞的身体一样,我们的儿女与他们的儿女也相同,可是我们却要强迫自己的儿女去作仆婢,而且我们的女儿有些已经作了奴婢,我们却无能为力,因为我们的田地和葡萄园已经属于别人了。"
尼希米怒斥官长与领袖
6 我听见他们的哀叫和所讲的这些事,就十分忿怒。7 我心中筹算一番以后,就谴责贵族和官长,对他们说:"你们各人向自己的同胞贷款,竟然索取高利!"于是我召开大会攻击他们。8 我对他们说:"我们已尽了我们的能力,把那些卖了给外族人的同胞犹大人买赎回来,而你们还想要出卖你们的同胞,好让我们再把他们买回来吗?"他们都默不作声,无话可说。9 我又说:"你们这事作得不对。你们岂不应怀着敬畏我们 神的心行事为人,免遭我们的仇敌外族人的毁谤吗?10 现在我和我的兄弟,以及我的仆人要把银钱和五谷借给他们。让我们大家都放弃放债取利吧!11 请你们今天就把他们的田地、葡萄园、橄榄园、房屋,以及你们向他们索取的利息:百分之一的利钱、五谷、新酒和新油,都归还给他们。"12 他们就说:"我们必定归还,不再向他们要求利息了,你怎么说,我们愿意照着你说的去行。"我就把祭司们召了来,叫众人起誓必照着这话去行。13 我抖着胸前的衣襟说:"不履行这话的,愿 神也是这样抖他离开他的家和产业,直到抖空。"全体会众都说:"阿们!"又赞美耶和华。众人都照着这话去行。
尼希米清廉朴实
14 自从我奉命在犹大地作他们省长的日子以来,就是从亚达薛西王二十年,直到三十二年,共十二年,我和我的兄弟都没有吃过省长的俸禄。15 在我们以先的前任省长,重压人民,每日都向他们索取粮食和酒,以及四百五十六克银子。连他们的仆人也辖制人民,但我因为敬畏 神,就不这样行。16 我坚持只重修城墙的工程;所以我们不购置田产,我所有的仆人也都聚集在那里工作。17 在我桌上吃饭的,有一百五十个犹大人和官长,还有那些从我们四围外族来到我们这里的人;18 每天预备牛一头、肥羊六只,又为我预备一些飞禽;每十天供应大量各类的酒。虽然这样,我仍然没有索取省长的俸禄,因为这些人服役已经负担沉重。19 "我的 神啊,求你记念我,记念我为这人民所作的一切事,施恩给我。"