1 Ακούστε αυτόν το λόγο, γυναίκες της Σαμάρειας, καλοθρεμμένες σαν τις αγελάδες της Βασάν: Καταπιέζετε τους αδύνατους και καταθλίβετε τους φτωχούς, λέτε στους άντρες σας: «φέρτε μας να πιούμε!» 2 Ορκίστηκε ο Κύριος, ο Θεός: «Όπως είν’ αλήθεια πως είμαι άγιος, έτσι είν’ αλήθεια πως έρχεται για σας καιρός, που θα σας σύρουν με άγκιστρα όλες σας ως τις τελευταίες· θα είσαστε καθώς το ψάρι στο καμάκι. 3 Θα βγείτε από των τειχών τ’ ανοίγματα, η μια πίσω απ’ την άλλη, και θα σας κυνηγήσουν μέχρι το όρος το Ερμών.θα σας κυνηγήσουν... το Ερμών. Το πιθανό κείμενο. Το εβρ. έχει κατά λ. «θα σας πετάξουν στο Ερμών». Εγώ το λέω, ο Κύριος».
4 Λέει ο Κύριος, ο Θεός: «Λαέ του Ισραήλ, ελάτε στη Βαιθήλ και αμαρτήστε, στα Γάλγαλα·Γάλγαλα. Ιερός τόπος στην κοιλάδα του Ιορδάνη, γνωστός από τις δώδεκα πέτρες που στήθηκαν εκεί (Ιησ 4:20). και αμαρτήστε ακόμη πιο πολύ. Προσφέρτε κάθε πρωί τις θυσίες σας και την τρίτη μέρα τις δεκάτες σας! 5 Προσφέρτε για ευχαριστήρια θυσία ένζυμο ψωμί και απαγγείλτε φωναχτά, για ν’ ακουστεί, εκούσιες προσφορές, αφού έτσι σας αρέσει. Τέτοιοι είσαστε, λαέ του Ισραήλ!»
6 Λέει ο Κύριος: «Εγώ είμαι που σας έφερα την πείνα σ’ όλες τις πόλεις σας και τα χωριά σας, έτσι που να μην έχετε ψωμί να φάτε· κι όμως εσείς σ’ εμένα δε γυρίσατε.
7 »Έγώ είμαι που δεν άφησα να βρέξει τρεις μήνες πριν από το θερισμό. Έστειλα τη βροχή σε μια πόλη και σε άλλη δεν έβρεξε· ένα κομμάτι χωραφιού ποτίστηκε και το άλλο, όπου δεν έβρεξε, ξεράθηκε. 8 Ορισμένων πόλεων οι κάτοικοι πήγαιναν μισοπεθαμένοι από τη δίψα σε μια άλλη πόλη για να βρουν νερό, αλλά δεν ήταν αρκετό να πιούνε. Κι όμως εσείς σ’ εμένα δε γυρίσατε.
9 »Έστειλα την κάψα του λίβα και μούχλα στα σιτηρά σας· τους κήπους και τ’ αμπέλια σας τα ξέρανα· η ακρίδα αφάνισε και τις συκιές και τις ελιές σας. Κι όμως εσείς σ’ εμένα δε γυρίσατε.
10 »Σας έστειλα πανούκλα, όπως εκείνην που έστειλα στην Αίγυπτο, έκανα θάνατο να βρουν τα παλικάρια σας στη μάχη κι άφησα τ’ άλογά σας να αιχμαλωτιστούν· έκανα των πτωμάτων η αποφορά να σας γεμίσει τα ρουθούνια στα στρατόπεδά σας. Κι όμως εσείς σ’ εμένα δε γυρίσατε.
11 »Κατέστρεψα τα σπίτια σας, όπως κατέστρεψα τα Σόδομα και τα Γόμορρα· κι όσοι από σας γλιτώσανε, ίσα που ξέφυγαν, σαν το δαυλό που τον αρπάζουν από τη φωτιά. Κι όμως εσείς σ’ εμένα δε γυρίσατε.
12 »Τώρα όμως έρχομαι εγώ ο ίδιος να σας τιμωρήσω, λαέ του Ισραήλ. Γι’ αυτό ετοιμαστείτε να με αντιμετωπίσετε, εμένα το Θεό που θα σας κρίνει». Αυτά λέει ο Κύριος.
13 Ναι, είν’ αυτός που τα βουνά σχημάτισε
κι έφτιαξε τους ανέμους.
Τα σχέδιά του φανερώνει στους ανθρώπους·
κάνει ν’ αλλάξει η μέρα με τη νύχτα
και στις ψηλές κορφές της γης βαδίζει.
«Κύριος, ο Θεός του σύμπαντος»
αυτό είναι τ’ όνομά του!
1 Ascoltate questa parola, vacche di Basan che state sul monte di Samaria, voi, che opprimete gli umili, che maltrattate i poveri, che dite ai vostri signori: "Portate qua, che beviamo!". 2 Il Signore, l’Eterno lo ha giurato per la sua santità: "Ecco, verranno per voi dei giorni in cui sarete tirate fuori con degli uncini, e i vostri figli con gli ami da pesca; 3 voi uscirete per le brecce, ognuna davanti a sé, e sarete scacciate verso l’Ermon", dice l’Eterno.
4 "Andate a Betel, e peccate! a Ghilgal, e peccate ancora di più! Portate ogni mattina i vostri sacrifici e ogni tre giorni le vostre decime! 5 Fate bruciare sacrifici di ringraziamento con lievito! Proclamate delle offerte volontarie, proclamatele! Poiché così amate fare, o figli d’Israele", dice il Signore, l’Eterno.
6 "Io, dal canto mio, vi ho lasciati a bocca asciutta in tutte le vostre città; vi ho fatto mancare il pane in tutte le vostre case; ma voi non siete tornati a me", dice l’Eterno.
7 "Vi ho anche rifiutato la pioggia, quando mancavano ancora tre mesi alla mietitura; ho fatto piovere sopra una città e non ho fatto piovere sull’altra; una parte di campo ha ricevuto la pioggia e la parte su cui non ha piovuto è inaridita. 8 Due, tre città vagavano verso un’altra città per bere dell’acqua, e non potevano dissetarsi; ma voi non siete tornati a me", dice l’Eterno.
9 "Io vi ho colpito con ruggine e con carbonchio; le locuste hanno divorato i vostri numerosi giardini, le vostre vigne, i vostri fichi, i vostri ulivi; ma voi non siete tornati a me", dice l’Eterno.
10 "Io ho mandato fra di voi la peste come in Egitto; ho ucciso i vostri giovani con la spada e ho catturato i vostri cavalli; vi ho fatto salire al naso il fetore dei vostri accampamenti; ma voi non siete tornati a me", dice l’Eterno.
11 "Io vi ho sconvolti, come quando Dio sconvolse Sodoma e Gomorra, e voi siete stati come un tizzone strappato dal fuoco; ma voi non siete tornati a me", dice l’Eterno.
12 "Perciò, ti farò come ho detto, o Israele. Poiché io farò questo contro di te, preparati, Israele, a incontrare il tuo Dio!". 13 Poiché, ecco colui che forma i monti, crea il vento e fa conoscere all’uomo qual è il suo pensiero; colui che cambia l’aurora in tenebre e cammina sulle alture della terra; il suo nome è l’Eterno, l’Iddio degli eserciti.