1 Το πρώτο έτος της βασιλείας του Κύρου, βασιλιά των Περσών, ο Κύριος πραγματοποίησε αυτό που είχε αναγγείλει με τον προφήτη Ιερεμία.Οι στ 1-2 και το πρώτο τμήμα του 3 επαναλαμβάνουν λέξη προς λέξη τους τελευταίους λόγους του Β΄ Χρ 36:22-33. – Ο Κύρος έγινε βασιλιάς των Περσών από το 558 έως το 528 π.Χ. Το φθινόπωρο του 539 κατέλαβε βιαίως τη Βαβυλώνα και ίδρυσε ένα νέο βασίλειο ως βασιλιάς της Βαβυλώνας· αυτό είναι και το πρώτο έτος της βασιλείας του εκεί (538), που αναφέρεται στο στ. 1. Έβαλε στο νου του Κύρου την ιδέα να στείλει σ’ όλο το βασίλειό του προφορική και γραπτή διακήρυξη με το ακόλουθο περιεχόμενο:
2 «Ο Κύρος, βασιλιάς της Περσίας, λέει: Ο Κύριος, ο Θεός του ουρανού, έδωσε σ’ εμένα όλα τα βασίλεια της γης και με πρόσταξε να του χτίσω έναν ναό στην Ιερουσαλήμ, στην Ιουδαία. 3 Όποιος από σας ανήκει στο λαό του –ο Θεός του ας είναι μαζί του– ας επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ της Ιουδαίας, για να ξαναχτίσει το ναό του Κυρίου, του Θεού του Ισραήλ, του Θεού της Ιερουσαλήμ. 4 Οποιονδήποτε απέμεινε, σε οποιονδήποτε τόπο και αν παροικούσε, οι άνθρωποι του τόπου ας τον βοηθήσουν με ασήμι και χρυσάφι, με διάφορα αγαθά και κτήνη, παράλληλα με την προαιρετική του προσφορά για τον οίκο του Θεού στην Ιερουσαλήμ».
5 Τότε οι αρχηγοί των συγγενειών των φυλών Ιούδα και Βενιαμίν, οι ιερείς και οι λευίτες, και γενικά όλοι, όσους ο Θεός προδιέθεσε, ετοιμάστηκαν να πάνε και να ξαναχτίσουν το ναό του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. 6 Όλοι οι γείτονές τους τούς βοήθησαν με κάθε τρόπο, με ασήμι, με ασημένια σκεύη και χρυσάφι, διάφορα αγαθά και κτήνη, καθώς και με πολύτιμα αντικείμενα, εκτός από τις προαιρετικές προσφορές.
7 Ο ίδιος ο βασιλιάς Κύρος παραχώρησε τα σκεύη του ναού του Κυρίου, τα οποία είχε πάρει ο Ναβουχοδονόσορ από την Ιερουσαλήμ και τα είχε τοποθετήσει στο ναό του θεού του. 8 Ο βασιλιάς των Περσών τα παραχώρησε στο Μιθριδάτη, το θησαυροφύλακα, κι αυτός τα παρέδωσε ένα προς ένα στο Σεσαβασσάρ, το διοικητή της Ιουδαίας. 9 Επρόκειτο για: Τριάντα λεκάνες χρυσές και χίλιες ασημένιες, είκοσι εννέα δοχεία, 10 τριάντα χρυσά κύπελλα και τετρακόσια δέκα ασημένια, και χίλια διάφορα άλλα σκεύη.
11 Συνολικά πέντε χιλιάδες τετρακόσια σκεύη από χρυσάφι και ασήμι.
Ο Σεσαβασσάρ τα μετέφερε όλα μαζί του, όταν επέστρεψε μαζί με τους αιχμαλώτους από τη Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ.
1 Nel primo anno di Ciro, re di Persia, affinché si adempisse la parola dell’Eterno pronunciata per bocca di Geremia, l’Eterno destò lo spirito di Ciro, re di Persia, il quale, a voce e per iscritto, fece pubblicare per tutto il suo regno questo editto: 2 "Così dice Ciro, re di Persia: ‘L’Eterno, l’Iddio dei cieli, mi ha dato tutti i regni della terra, ed egli mi ha comandato di costruirgli una casa a Gerusalemme, che è in Giuda. 3 Chiunque tra di voi è del suo popolo, il suo Dio sia con lui, e salga a Gerusalemme, che è in Giuda, e costruisca la casa dell’Eterno, dell’Iddio d’Israele, dell’Iddio che è a Gerusalemme. 4 Tutti quelli che rimangono ancora del popolo dell’Eterno, in qualunque luogo abitino, siano assistiti dalla gente del luogo con argento, con oro, con doni in natura, bestiame, aggiungendo offerte volontarie per la casa dell’Iddio che è a Gerusalemme’". 5 Allora i capifamiglia di Giuda e di Beniamino, i sacerdoti e i Leviti, tutti quelli ai quali Iddio aveva destato lo spirito, si mossero per andare a ricostruire la casa dell’Eterno che è a Gerusalemme. 6 E tutti i loro vicini li fornirono di oggetti d’argento, d’oro, di doni in natura, di bestiame, di cose preziose, oltre a tutte le offerte volontarie. 7 Il re Ciro tirò fuori gli utensili della casa dell’Eterno che Nabucodonosor aveva portato via da Gerusalemme e messi nella casa del suo dio. 8 Ciro, re di Persia, li fece ritirare per mezzo di Mitredat, il tesoriere, che li consegnò a Sesbasar, principe di Giuda. 9 Eccone il numero: trenta bacinelle d’oro, mille bacinelle d’argento, ventinove coltelli, 10 trenta coppe d’oro, quattrocentodieci coppe d’argento di secondo ordine, mille altri utensili. 11 Tutti gli oggetti d’oro e d’argento erano cinquemilaquattrocento. Sesbasar li riportò tutti, quando gli esuli furono ricondotti da Babilonia a Gerusalemme.