Publicidade

Esdras 8

IRB20
Οι οικογένειες που συνόδευσαν τον Έσδρα

1 Ακολουθεί πίνακας των αρχηγών των συγγενειών, που έφυγαν μαζί μου από τη Βαβυλώνα τον καιρό της βασιλείας του Αρταξέρξη:

2 Ο Γηρσών, από τη συγγένεια του Φινεές, ο Δανιήλ, από τη συγγένεια του Ιθάμαρ και ο Χαττούς, γιος του Σεχανία, από τη συγγένεια του Δαβίδ. 3 Ο Ζαχαρίας, από τη συγγένεια του Φαρώς, και μαζί του ήταν καταγεγραμμένοι εκατόν πενήντα άντρες· 4 ο Ελιωεναΐ, γιος του Ζεραχία, από τη συγγένεια του Φαχάθ-Μωάβ, με διακόσιους άντρες· 5 ο Σεχανίας, γιος του Ιααζιήλ, από τη συγγένεια του Ζαττού,από τη συγγένεια του Ζαττού, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «από τη συγγένεια του Σεχανία, ο γιος του ο Ιααζιήλ...» με τριακόσιους άντρες· 6 ο Εβέδ, γιος του Ιωνάθαν, από τη συγγένεια του Αδίν, με πενήντα άντρες· 7 ο Ιεσαΐας, γιος του Γοθολία, από τη συγγένεια του Ελάμ, με εβδομήντα άντρες· 8 ο Ζεβαδίας, γιος του Μιχαήλ, από τη συγγένεια του Σεφατία, με ογδόντα άντρες· 9 ο Οβαδίας, γιος του Ιεχιήλ, από τη συγγένεια του Ιωάβ, με διακόσιους δεκαοκτώ άντρες· 10 ο Σελωμείθ, γιος του Ιωσηφία, από τη συγγένεια του Βανί,από τη συγγένεια του Βανί, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «από τη συγγένεια του Σελωμείθ, ο γιος του ο Ιωσηφία...» με εκατόν εξήντα άντρες· 11 ο Ζαχαρίας, γιος του Βεβαΐ, από τη συγγένεια του Βεβαΐ, με είκοσι οκτώ άντρες· 12 ο Ιωχανάν, γιος του Ακκατάν, από τη συγγένεια του Αζγάδ, με εκατόν δέκα άντρες· 13 οι Ελιφαλέτ, Ιεϊήλ και Σεμαΐα, νεότεροι απόγονοι από τη συγγένεια του Αδωνικάμ, με εξήντα άντρες· 14 ο Ουθαΐ και ο Ζαββούδ, από τη συγγένεια του Βιγβαΐ, με εβδομήντα άντρες.

Ο Έσδρας συγκεντρώνει λευίτες και υπηρέτες του ναού

15 Όλους αυτούς τους συγκέντρωσα στον ποταμό που περνάει από την ΑαβάΑαβά. Περιοχή άγνωστη στη Βαβυλώνα, που προφανώς έδωσε το όνομά της και στον ίδιο τον ποταμό. Βλ. στ. 21. κι εκεί κατασκηνώσαμε τρεις μέρες. Είδα ότι ανάμεσα στο λαό υπήρχαν ιερείς, αλλά δε βρήκα κανένα λευίτη. 16 Τότε κάλεσα τους αρχηγούς Ελεάζαρ, Αριήλ, Σεμαΐα, Αλωνάμ, Ιαρίβ, Ελνάθαμ, Νάθαν, Ζαχαρία και Μεσουλλάμ, και τους δασκάλους Ιωϊαρίβ και Ελνάθαμ, 17 και τους έστειλα στον Ιδδώ, αρχηγό της κοινότητας Χασιφία· προηγουμένως τους είπα τι να πουν στον Ιδδώ και στους συντρόφους του,στον Ιδδώ και στους συντρόφους του, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «στον Ιδδώ, το σύντροφό του». τους υπηρέτες του ναού που κατοικούσαν στην περιοχή Χασιφία, ώστε να μας στείλουν υπηρέτες για το ναό του Θεού μας.

18 Χάρη στην εύνοια του Θεού απέναντί μας, αυτοί συμφώνησαν και μας έστειλαν έναν άντρα σοφό, το Σερεβία, από τη συγγένεια του Μααλί και απόγονο του Λευί, γιου του Ιακώβ, μαζί με τους γιους του και τους συγγενείς του συνολικά δεκαοκτώ άντρες· 19 επίσης μας έστειλαν το Χασαβία και μαζί του τον Ιεσαΐα, από τη συγγένεια του Μεραρί, με τους συγγενείς του και τους γιους του, είκοσι άντρες. 20 Κι από το κατώτερο προσωπικό του ναού, μάς έστειλαν διακόσιους είκοσι άντρες, απογόνους υπηρετών του ναού, που ο Δαβίδ και οι αξιωματούχοι του τους είχαν διορίσει στην υπηρεσία των λευιτών. Όλοι αυτοί ήταν καταγεγραμμένοι ονομαστικά.

Προετοιμασία για την επιστροφή

21 Τότε εκεί κοντά στον ποταμό Ααβά κήρυξα νηστεία, για να ταπεινωθούμε ενώπιον του Θεού μας και να του ζητήσουμε να προστατεύσει εμάς, τα παιδιά μας και τα υπάρχοντά μας. 22 Ντράπηκα να ζητήσω από το βασιλιά στρατιωτική δύναμη και ιππείς για να μας προστατεύσουν στο δρόμο μας από τους εχθρούς μας· του είχαμε πει ότι το χέρι του Θεού μας προστατεύει όλους εκείνους που τον αναζητούν με αγαθή πρόθεση, και η οργή του ξεσπάει με δύναμη ενάντια σεκείνους που τον εγκαταλείπουν. 23 Νηστέψαμε, λοιπόν, και παρακαλέσαμε το Θεό μας να μας προστατεύσει· κι αυτός άκουσε την παράκλησή μας.

24 Μετά ξεχώρισα δώδεκα από τους διευθύνοντες ιερείς, καθώς και τους Ζεραχία και Χασαβία και μαζί μαυτούς δέκα άντρες από τους συγγενείς τους. 25 Τους ζύγισα το ασήμι, το χρυσάφι και τα σκεύη που είχαν προσφέρει για το ναό του Θεού μας ο βασιλιάς, οι σύμβουλοι και οι άρχοντές του, καθώς και όλοι οι Ισραηλίτες που βρίσκονταν στη χώρα. 26 Τους μέτρησα εξακόσια πενήντα ασημένια τάλαντα, εκατό ασημένια σκεύη και εκατό τάλαντα χρυσά· 27 είκοσι χρυσά δοχεία αξίας χιλίων δαρεικώνδαρεικών. Βλ. υποσ. εις Α΄ Χρ 29:7. και δύο σκεύη καμωμένα από ωραίο λαμπερό χαλκό· τόσο πολύτιμα έμοιαζαν, σαν να ήταν από χρυσάφι.

28 Τους είπα: «Όπως εσείς είστε αφιερωμένοι στην υπηρεσία του Κυρίου, έτσι και τα σκεύη είναι κι αυτά αφιερωμένα στον Κύριο. Αυτό το ασήμι και το χρυσάφι είναι προαιρετική προσφορά στον Κύριο, το Θεό των προγόνων μας. 29 Φυλάξτε τα, λοιπόν, με προσοχή, ωσότου τα μετρήσετε μπροστά στους προϊσταμένους των ιερέων και των λευιτών, και στους αρχηγούς των συγγενειών του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ, στα παραοικοδομήματα του ναού του Κυρίου».

30 Έτσι, οι ιερείς και οι λευίτες παρέλαβαν το ασήμι, το χρυσάφι και τα πολύτιμα σκεύη, για να τα μεταφέρουν στην Ιερουσαλήμ, στο ναό του Θεού μας.

Άφιξη στην Ιερουσαλήμ

31 Τη δωδέκατη μέρα του πρώτου μήνα φύγαμε από τον ποταμό Ααβά για να πάμε στην Ιερουσαλήμ. Ο Θεός ήταν μαζί μας και μας προστάτευε στο δρόμο από τις ενέδρες των εχθρών μας. 32 Φτάσαμε στην Ιερουσαλήμ και ξεκουραστήκαμε εκεί τρεις μέρες. 33 Την τέταρτη μέρα μετρήσαμε το ασήμι, το χρυσάφι και τα πολύτιμα σκεύη στο ναό του Θεού μας και τα παραδώσαμε στον ιερέα Μερημώθ, γιο του Ουρία. Μαζί του ήταν παρών ο Ελεάζαρ, γιος του Φινεές κι επίσης οι λευίτες Ιωζαβάδ, γιος του Ιησού και Νωαδίας, γιος του Βιννούι. 34 Τα πάντα μετρήθηκαν και ζυγίστηκαν και το βάρος τους καταγράφτηκε.

35 Τότε αυτοί που είχαν έρθει από την αιχμαλωσία πρόσφεραν ολοκαυτώματα στο Θεό του Ισραήλ, δώδεκα μοσχάρια, για όλες τις φυλές των Ισραηλιτών, ενενήντα έξι κριάρια, εβδομήντα εφτά αρνιά, δώδεκα τράγους, για την εξιλέωση της αμαρτίας. Όλα αυτά τα ζώα κάηκαν εντελώς προς τιμήν του Κυρίου.

36 Επίσης επέδωσαν τα βασιλικά διατάγματα στους σατράπες και στους κυβερνήτες της επαρχίας δυτικά του Ευφράτη·της επαρχίας... Ευφράτη. Βλ. υποσ. εις κεφ. 4:10. κι αυτοί πρόσφεραν τη βοήθειά τους στο λαό σε ό,τι αφορούσε το ναό του Θεού.

Lista degli esuli tornati con Esdra. Viaggio e arrivo a Gerusalemme

1 Questi sono i capi delle case patriarcali e la lista genealogica di quelli che tornarono con me da Babilonia, sotto il regno di Artaserse. 2 Dei figli di Fineas, Ghersom; dei figli di Itamar, Daniele; dei figli di Davide, Cattus. 3 Dei figli di Secania: dei figli di Paros, Zaccaria, e con lui furono registrati centocinquanta maschi. 4 Dei figli di Paat-Moab, Elioenai, figlio di Zeraia, e con lui duecento maschi. 5 Dei figli di Secania, il figlio di Iaaziel, e con lui trecento maschi. 6 Dei figli di Adin, Ebed, figlio di Ionatan, e con lui cinquanta maschi. 7 Dei figli di Elam, Isaia, figlio di Atalia, e con lui settanta maschi. 8 Dei figli di Sefatia, Zebadia, figlio di Micael, e con lui ottanta maschi. 9 Dei figli di Ioab, Obadia, figlio di Ieiel, e con lui duecentodiciotto maschi. 10 Dei figli di Selomit, il figlio di Iosifia, e con lui centosessanta maschi. 11 Dei figli di Bebai, Zaccaria, figlio di Bebai, e con lui ventotto maschi. 12 Dei figli di Azgad, Iocanan, figlio di Accatan, e con lui centodieci maschi. 13 Dei figli di Adonicam, gli ultimi, dei quali questi sono i nomi: Elifelet, Ieiel, Semaia, e con loro sessanta maschi. 14 E dei figli di Bigvai, Utai e Zabbud, e con lui settanta maschi. 15 Io li radunai presso il fiume che scorre verso Aava, e rimanemmo accampati tre giorni; e, avendo passato in rassegna il popolo e i sacerdoti, non trovai tra di loro nessun figlio di Levi. 16 Allora feci chiamare i capi Eliezer, Ariel, Semaia, Elnatan, Iarib, Elnatan, Natan, Zaccaria, Mesullam, e i dottori Ioiarib ed Elnatan, 17 e ordinai loro di andare dal capo Iddo, che stava a Casifia, e misi loro in bocca le parole che dovevano dire a Iddo e ai suoi fratelli Netinei che erano a Casifia, perché ci portassero degli uomini per fare il servizio della casa del nostro Dio. 18 E siccome la benefica mano del nostro Dio era su di noi, ci portarono Serebia, uomo intelligente, dei figli di Mali, figlio di Levi, figlio d’Israele, e con lui i suoi figli e i suoi fratelli, in numero di diciotto; 19 Casabia, e con lui Isaia, dei figli di Merari, i suoi fratelli e i suoi figli, in numero di venti; 20 e dei Netinei, che Davide e i capi avevano messo al servizio dei Leviti, duecentoventi Netinei, tutti quanti designati per nome. 21 E , presso il fiume Aava, io bandii un digiuno per umiliarci davanti al nostro Dio, per chiedergli un buon viaggio per noi, per i nostri bambini, e per tutto quello che ci apparteneva; 22 perché, io mi vergognavo di chiedere al re una scorta armata e dei cavalieri per difenderci lungo il cammino dal nemico, poiché avevamo detto al re: "La mano del nostro Dio assiste tutti quelli che lo cercano; ma la sua potenza e la sua ira sono contro tutti quelli che lo abbandonano". 23 Così digiunammo e invocammo il nostro Dio a questo proposito, ed egli ci esaudì. 24 Allora io separai dodici dei capi sacerdoti: Serebia, Casabia e dieci dei loro fratelli, 25 e gli pesai l’argento, l’oro, gli utensili, che erano l’offerta fatta per la casa del nostro Dio dal re, dai suoi consiglieri, dai suoi capi, e da tutti quelli d’Israele che si trovavano . 26 Misi dunque nelle loro mani seicentocinquanta talenti d’argento, degli utensili d’argento per il valore di cento talenti, cento talenti d’oro, 27 venti coppe d’oro del valore di mille darici, due vasi di bronzo lucente finissimo, prezioso come l’oro, 28 e dissi loro: "Voi siete consacrati all’Eterno; questi utensili sono sacri, e quest’argento e quest’oro sono un’offerta volontaria fatta all’Eterno, all’Iddio dei vostri padri; 29 vigilate e custoditeli, finché li peserete in presenza dei capi sacerdoti, dei Leviti e dei capi delle famiglie d’Israele a Gerusalemme, nelle camere della casa dell’Eterno". 30 I sacerdoti e i Leviti dunque ricevettero l’argento e l’oro, e gli utensili, pesati per portarli a Gerusalemme nella casa del nostro Dio. 31 E noi partimmo dal fiume di Aava il dodicesimo giorno del primo mese per andare a Gerusalemme; e la mano di Dio fu su di noi, e ci liberò dalla mano del nemico e da ogni insidia, durante il viaggio. 32 Arrivammo a Gerusalemme; e dopo esserci riposati tre giorni, 33 il quarto giorno pesammo nella casa del nostro Dio l’argento, l’oro e gli utensili, che consegnammo al sacerdote Meremot, figlio di Uria; con lui c’era Eleazar, figlio di Fineas, e con loro c’erano i Leviti Iozabad, figlio di Iesua, e Noadia, figlio di Binnu. 34 Tutto fu contato e pesato, e nello stesso tempo il peso di tutto fu messo per iscritto. 35 Gli esuli, tornati dall’esilio, offrirono in olocausti all’Iddio d’Israele dodici giovenchi per tutto Israele, novantasei montoni, settantasette agnelli; e, come sacrificio per il peccato, dodici capri: tutto questo, in olocausto all’Eterno. 36 E presentarono i decreti del re ai satrapi del re e ai governatori di oltre il fiume, i quali furono ben disposti verso il popolo e la casa di Dio.

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-