Publicidade

Êxodo 17

IRB20
Νερό από το βράχο

1 Ολόκληρη η Ισραηλιτική κοινότητα έφυγε από την έρημο Σιν και έφτασε, με ενδιάμεσους σταθμούς, στη Ραφιδίν, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου. Εκεί στρατοπέδευσαν, αλλά δεν υπήρχε νερό να πιουν. 2 Άρχισαν τότε να τα βάζουν με το Μωυσή: «Δώσε μας νερό να πιούμε», του φώναζαν.

Ο Μωυσής τους είπε: «Γιατί τα βάζετε μαζί μου; Γιατί προκαλείτε τον Κύριο;» 3 Αλλά ο λαός διψούσε όλο και περισσότερο και συνέχισαν να καταφέρονται ενάντια στο Μωυσή: «Τι μας ξεσήκωσες από την Αίγυπτο;» του έλεγαν. «Για να πεθάνουμε από τη δίψα εμείς και τα παιδιά μας και τα ζώα μας;»

4 Τότε ο Μωυσής προσευχήθηκε στον Κύριο και είπε: «Τι να κάνω γιαυτόν το λαό; Λίγο ακόμα και θα με λιθοβολήσουν».

5 Ο Κύριος είπε στο Μωυσή: «Προχώρα μπροστά από το λαό, πάρε μαζί σου τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ, πάρε στο χέρι και το ραβδί σου με το οποίο χτύπησες το Νείλο, και πήγαινε. 6 Εγώ θα βρίσκομαι εκεί πριν από σένα, πάνω στο βράχο, στο όρος Χωρήβ. Χτύπα το βράχο, και θα βγει από κει νερό για να πιει ο λαός».

Έτσι κι έκανε ο Μωυσής ενώπιον των πρεσβυτέρων του λαού Ισραήλ.

7 Ο τόπος εκείνος ονομάστηκε Μασσά (Πειρασμός) και Μεριβά (Λοιδορία), επειδή εκεί αγανάκτησαν οι Ισραηλίτες και προκάλεσαν τον Κύριο λέγοντας: «Είναι μαζί μας ο Κύριος ή όχι;»

Ο πόλεμος με τους Αμαληκίτες

8 Στη Ραφιδίν ήρθαν οι Αμαληκίτες να πολεμήσουν τους Ισραηλίτες. 9 Είπε τότε ο Μωυσής στον Ιησού: «Διάλεξε άντρες ικανούς να μας υπερασπιστούν και πήγαινε να πολεμήσεις αύριο τους Αμαληκίτες. Εγώ θα σταθώ στην κορυφή του λόφου κρατώντας στο χέρι μου το ραβδί του Θεού».

10 Ο Ιησούς έκανε ό,τι ακριβώς του είπε ο Μωυσής, και πήγε να πολεμήσει τους Αμαληκίτες, ενώ ο Μωυσής, ο Ααρών και ο Χουρ ανέβηκαν στην κορυφή του λόφου. 11 Όσο ο Μωυσής είχε υψωμένα τα χέρια του, νικούσαν οι Ισραηλίτες· όταν τα κατέβαζε, νικούσαν οι Αμαληκίτες. 12 Τα χέρια όμως του Μωυσή κουράζονταν. Τότε ο Ααρών και ο Χουρ πήραν μια πέτρα, την έβαλαν εκεί που στεκόταν ο Μωυσής, κι αυτός κάθισε πάνω της. Ο Ααρών και ο Χουρ ο ένας από τη μια μεριά κι ο άλλος από την άλλη, στήριζαν τα χέρια του. Μαυτό τον τρόπο, τα χέρια του Μωυσή έμειναν σταθερά υψωμένα ως τη δύση του ήλιου. 13 Έτσι, ο Ιησούς κατατρόπωσε τους Αμαληκίτες και το στρατό τους.

14 Τότε είπε ο Κύριος στο Μωυσή: «Γράψτο αυτό το περιστατικό σε βιβλίο, για να μην ξεχαστεί, και θέσε το υπόψη του Ιησού, ότι εξάπαντος θα εξαφανίσω τους Αμαληκίτες, ακόμα και τη θύμησή τους, από τη γη». 15 Ο Μωυσής έχτισε ένα θυσιαστήριο και το ονόμασε Γιαχβέ-Νισσί,Γιαχβέ-Νισσί. Στα εβρ. σημαίνει «ο Κύριος είναι σημαία μου».16 και είπε: «Οι Αμαληκίτες επαναστάτησαν ενάντια στην εξουσία του Κυρίου. Γιαυτό και θα τους μάχεται ο Κύριος από γενιά σε γενιά».

Mormorii del popolo a Refidim

1 Poi tutta la comunità dei figli d’Israele partì dal deserto di Sin, marciando a tappe secondo gli ordini dell’Eterno, e si accampò a Refidim; ma non c’era acqua da bere per il popolo. 2 Allora il popolo contese con Mosè, e disse: "Dateci dell’acqua da bere". E Mosè rispose loro: "Perché contendete con me? perché tentate l’Eterno?". 3 , il popolo patì la sete, e mormorò contro Mosè, dicendo: "Perché ci hai fatti uscire dall’Egitto per far morire di sete noi, i nostri figli e il nostro bestiame?". 4 Allora Mosè gridò all’Eterno, dicendo: "Che farò io per questo popolo? Non manca molto che mi lapiderà".

La roccia di Oreb

5 E l’Eterno disse a Mosè: "Passa oltre davanti al popolo, e prendi con te degli anziani d’Israele; prendi anche in mano il bastone con il quale hai percosso il Fiume, e va. 6 Ecco, io starò davanti a te, sulla roccia che è in Oreb; tu percuoterai la roccia, e ne scaturirà dell’acqua, e il popolo berrà". Mosè fece così alla presenza degli anziani d’Israele. 7 E chiamò quel luogo Massa e Meriba a causa della contesa dei figli d’Israele e perché avevano tentato l’Eterno, dicendo: "L’Eterno è in mezzo a noi, o no?".

Vittoria d’Israele sugli Amalechiti

8 Allora venne Amalec per ingaggiare battaglia contro Israele a Refidim. 9 E Mosè disse a Giosuè: "Scegli degli uomini ed esci a combattere contro Amalec; domani io starò sulla vetta del colle con il bastone di Dio in mano". 10 Giosuè fece come Mosè gli aveva detto e combatté contro Amalec; e Mosè, Aaronne e Cur salirono sulla cima del colle. 11 E avvenne che, quando Mosè teneva la mano alzata, Israele vinceva, e quando la lasciava cadere, vinceva Amalec. 12 Ora, siccome le mani di Mosè si erano stancate, essi presero una pietra, gliela posero sotto, ed egli si mise a sedere; e Aaronne e Cur gli sostenevano le mani: l’uno da una parte, l’altro dall’altra; così le sue mani rimasero immobili fino al tramonto del sole. 13 E Giosuè sconfisse Amalec e la sua gente, passandoli a fil di spada. 14 Allora l’Eterno disse a Mosè: "Scrivi questo fatto in un libro, perché se ne conservi il ricordo, e fasapere a Giosuè che io cancellerò interamente sotto al cielo la memoria di Amalec". 15 E Mosè costruì un altare che chiamò: "L’Eterno è la mia bandiera"; e disse: 16 "La mano è stata alzata contro il trono dell’Eterno, e l’Eterno farà guerra ad Amalec di età in età".

Veja também

Bíblia Online Bíblia Online

Bíblia Online • Versão: 2026-07-05_19-25-13-