1 Ο Σε ορισμένες μετ. ο στ. 1 του παρόντος κεφ. αριθμείται ως 1:15 και συνεπώς οι στ. 2:1-14 αριθμούνται σ’ αυτές ως 2:1-13. – Ο σκληρός εχθρός είναι πιθανότατα ο βασιλιάς της Ασσυρίας. αγγελιοφόρος με τις καλές ειδήσεις τρέχει κιόλας απάνω στα βουνά, το μήνυμα να φέρει της ειρήνης. Γιόρταζε πάλι τις γιορτές σου, λαέ του Ιούδα! Εκπλήρωσε τα τάματά σου. Δε θα περάσει πια απ’ τη χώρα σου ο σκληρός εχθρός, γιατί έχει ολότελα εξοντωθεί. 2,3 Οι εχθροί ερήμωσαν τη χώρα, τ’ αμπέλια τα ξερίζωσαν. Αλλά ο Κύριος θα ξαναφέρει τον Ισραήλ στην πρωτινή του δόξα.
Έρχεται κιόλας ο χαλαστής να σε χτυπήσει, Νινευή. Ετοιμάσου για τη μάχη! Πάρτε τα όπλα σας! Λάβετε θέσεις! Βάλτε φρουρούς στο δρόμο. 4 Νάτοι έρχονται! Οι ασπίδες των πολεμιστών είναι βαμμένες κόκκινες σαν τη φωτιά. Το ίδιο φλογάτες είναι κι οι στολές τους. Αστραποκοπούν οι άμαξες έτοιμες να ριχτούν στη μάχη και πάλλονται τα δόρατα. 5 Οι άμαξες χιμούν μ’ άγρια ορμή στους δρόμους, αλληλοσυγκρούονται στις πλατείες, λες κι αναμμένοι είναι πυρσοί, αιφνίδιες αστραπές.
6 Μέσα στην πόλη ο βασιλιάς καλεί τους αντρειωμένους. Εκείνοι τρέχουν, μα στο δρόμο τους σκοντάφτουν. Οι πολιορκητές ορμούν στα τείχη· έτοιμη είναι η πολιορκητική τους μηχανή. 7 Οι πύλες προς τους ποταμούςπρος τους ποταμούς. Η Νινευή περιβαλλόταν από τον ποταμό Τίγρη και έναν παραπόταμό του· τα ανάκτορα προστατεύονταν από μια διακλάδωση αυτού του παραποτάμου. ξάφνου ανοίγονται κι οι άνθρωποι του παλατιού τα χάνουν. 8 Οι εχθροί διαπομπεύουν το βασιλιά δημόσια, γυμνώνουν τη βασίλισσα και μακριά τη στέλνουν. Θρηνούνε σαν τα περιστέρια οι δούλες της και στηθοδέρνονται. 9 Όλοι τρέχουν να φύγουν απ’ τη Νινευή, καθώς νερά από σπασμένο φράγμα. «Σταθείτε, σταθείτε!» φωνάζουν· κι ούτε να δει κανείς πίσω του, δε γυρνά. 10 Αρπάξτε ασήμι, πορθητές, χρυσάφι αρπάξτε! Η πόλη είναι γεμάτη θησαυρούς, πληθώρα τα πολύτιμα αντικείμενα. 11 Κούρσεμα, αρπαγή, ξολοθρεμός. Παντού καρδιές σε απόγνωση και γόνατα που τρέμουν, εξαντλημένα σώματα και πρόσωπα ωχρά.
12 Ήσουν κρυψώνα Νινευή, όπου αναπαυόταν το λιοντάριΤο λιοντάρι ήταν το έμβλημα της Νινευή. και τα μικρά του με ασφάλεια. 13 Ξέσκιζε ο λέοντας το θήραμά του, για να το πάει στις λέαινες και στα μικρά του, και να το αποθηκεύσει στης κρυψώνας του τις γωνιές. Εκείνη η κρυψώνα τώρα τι απόγινε;
14 «Φυλάξου! Έρχομαι καταπάνω σου», λέει ο Κύριος του σύμπαντος. «Θα μετατρέψω σε καπνό το πλήθος των κτισμάτων σου.το πλήθος των κτισμάτων σου, σύμφωνα με ένα εβρ. χειρ και αρχαίες μετ. Το εβρ. έχει «τις άμαξές της». Τους νέους σου μαχαίρι θα τους πετσοκόψει, κι ό,τι αρπάξατε απ’ τους άλλους θα το εξαφανίσω από τη χώρα σας. Των αγγελιοφόρων σου η φωνή δε θ’ ακουστεί ξανά».
1 Un distruttore marcia contro di te o Ninive; custodisci bene la fortezza, sorveglia le strade, fortifica i tuoi lombi, raccogli tutte le tue forze! 2 Poiché l’Eterno ristabilisce la gloria di Giacobbe, e la gloria d’Israele; perché i saccheggiatori li hanno saccheggiati e hanno distrutto i loro tralci. 3 Lo scudo dei suoi prodi è tinto di rosso, i suoi guerrieri vestono di scarlatto; il giorno in cui egli si prepara, l’acciaio dei carri scintilla e si impugnano le lance di cipresso. 4 I carri si lanciano furiosamente per le strade, si precipitano per le piazze; hanno l’aspetto di fiaccole, guizzano come fulmini. 5 Il re si ricorda dei suoi prodi ufficiali; essi inciampano nella loro marcia, si precipitano verso le mura e la difesa è preparata. 6 Le porte dei fiumi si aprono e il palazzo crolla.
7 È fatto! Ninive è spogliata e portata via; le sue serve gemono come colombe e si battono il petto. 8 Ninive, dal giorno che esiste, è stata come un serbatoio pieno di acqua; e ora fuggono! Fermatevi! fermatevi! Ma nessuno si volta. 9 Saccheggiate l’argento, saccheggiate l’oro! Ci sono dei tesori senza fine, montagne di oggetti preziosi di ogni genere. 10 Essa è svuotata, spogliata, devastata; i cuori si sciolgono, le ginocchia tremano, tutti i fianchi sono doloranti, tutti i volti impallidiscono.
11 Dov’è questo covo di leoni, questo luogo dove facevano il pasto i leoncelli, dove passeggiavano il leone, la leonessa e i leoncelli, senza che nessuno li spaventasse? 12 Là il leone sbranava per i suoi piccoli, strangolava per le sue leonesse, e riempiva i suoi covi di preda e le sue tane di bottino. 13 "Eccomi a te", dice l’Eterno degli eserciti, "io brucerò i tuoi carri che andranno in fumo, e la spada divorerà i tuoi leoncelli; io farò scomparire dalla terra la tua preda, e non si udrà più la voce dei tuoi messaggeri".