1 Η υπόσχεση ότι θα μπούμε στον τόπο, που ετοίμασε ο Θεός για ανάπαυση, ισχύει ακόμη. Ας προσέξουμε, λοιπόν, μήπως κανείς από σας βρεθεί απ’ έξω. 2 Γιατί κι εμείς ακούσαμε τη χαρμόσυνη είδηση, όπως κι εκείνοι στην έρημο. Εκείνους όμως δεν τους ωφέλησε το ότι άκουσαν αυτή την είδηση, γιατί δεν αποδέχτηκαν με πίστη αυτά που άκουσαν. 3 Ενώ εμείς που πιστέψαμε, θα μπούμε στον τόπο της ανάπαυσης, αντίθετα μ’ εκείνους για τους οποίους λέει η Γραφή:
Μες στην οργή μου ορκίστηκα:
«ποτέ δεν θα μπουν στην ανάπαυση που ετοίμασα».
Κι αυτό το είπε, παρ’ όλο που το έργο του Θεού είχε ολοκληρωθεί από τότε που δημιούργησε τον κόσμο. 4 Γιατί κάπου στη Γραφή λέει για την έβδομη μέρα τα εξής: Και την έβδομη μέρα σταμάτησε ο Θεός κάθε έργο του κι αναπαύθηκε.5 Και στο σημείο που αναφέραμε: Ποτέ δε θα μπουν στη χώρα της ανάπαυσης που τους ετοίμασα.6 Απομένει, λοιπόν, ακόμη να μπουν μερικοί στη χώρα της ανάπαυσης· κι επίσης εκείνοι που άκουσαν τότε τη χαρμόσυνη είδηση δεν μπήκαν σ’ αυτήν, εξαιτίας της απιστίας τους. 7 Γι’ αυτό και ο Θεός ορίζει πάλι κάποια μέρα που την ονομάζει σήμερα, για την οποία ο Δαβίδ πολλά χρόνια αργότερα είπε, όπως αναφέρει η Γραφή:
Σήμερα, αν ακούσετε τη φωνή του Θεού,
μη γίνετε σκληρόκαρδοι.
8 Αν, λοιπόν, ο Ιησούς του Ναυή, είχε οδηγήσει εκείνους στον τόπο της ανάπαυσης, δε θα έκανε λόγο ο Θεός για άλλη μεταγενέστερη μέρα. 9 Επομένως, υπολείπεται κάποια μέρα που θα αναπαυθεί ο λαός του Θεού, όπως ο Θεός το Σάββατο. 10 Γιατί αυτός που θα μπει στη γη της επαγγελίας, θα αναπαυθεί κι ο ίδιος από τα έργα του, όπως ακριβώς κι ο Θεός αναπαύθηκε από τα δικά του. 11 Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να μπούμε στον τόπο της ανάπαυσης, για να μην πέσει κανείς στο ίδιο παράπτωμα της απιστίας.
12 Ο λόγος του Θεού είναι ζωντανός και δραστικός, πιο κοφτερός κι από κάθε δίκοπο σπαθί· εισχωρεί βαθιά, ως εκεί που χωρίζει την ψυχή απ’ το πνεύμα, το κόκαλο απ’ το μεδούλι, και κρίνει τους διαλογισμούς και τις προθέσεις της καρδιάς. 13 Δεν υπάρχει δημιούργημα στον κόσμο που να μπορεί να κρυφτεί απ’ το Θεό· όλα είναι γυμνά και φανερά μπροστά στα μάτια του· σ’ αυτόν θα δώσουμε λόγο.
14 Ας κρατήσουμε, λοιπόν, σταθερά την πίστη που ομολογούμε. Γιατί έχουμε μέγαν αρχιερέα –τον Ιησού, τον Υιό του Θεού– που έφτασε ως το θρόνο του Θεού. 15 Δεν έχουμε αρχιερέα που να μην μπορεί να συμμεριστεί τις αδυναμίες μας. Αντίθετα, έχει δοκιμαστεί σε όλα, επειδή έγινε άνθρωπος σαν κι εμάς, χωρίς όμως να αμαρτήσει. 16 Ας πλησιάσουμε, λοιπόν, με θάρρος το θρόνο της χάριτος του Θεού, για να μας σπλαχνιστεί και να μας δωρίσει τη χάρη του, την ώρα που τη χρειαζόμαστε.
1 Perciò, mentre la promessa di entrare nel suo riposo è ancora valida, temiamo che qualcuno di voi pensi di rimanerne escluso. 2 Poiché a noi come a loro è stata annunciata una buona notizia, ma la parola udita non giovò loro nulla non essendo stata assimilata per fede da quelli che l’avevano udita. 3 Poiché noi che abbiamo creduto entriamo in quel riposo, come Dio ha detto:
"Così giurai nella mia ira: ‘Non entreranno nel mio riposo!’".
E così disse, benché le sue opere fossero terminate fin dalla fondazione del mondo. 4 Perché in qualche luogo, a proposito del settimo giorno, è detto così: E Dio si riposò il settimo giorno da tutte le sue opere
5 e di nuovo in questo passo disse:
"Non entreranno nel mio riposo!".
6 Poiché risulta che alcuni devono entrarci, e quelli ai quali la buona notizia fu prima annunciata non vi entrarono a motivo della loro disubbidienza, 7 egli determina di nuovo un giorno: "Oggi", dicendo per mezzo di Davide, dopo tanto tempo, come si è detto prima:
"Oggi, se udite la sua voce, non indurite i vostri cuori!".
8 Infatti, se Giosuè avesse dato loro il riposo, Dio non avrebbe poi parlato di un altro giorno. 9 Rimane dunque un riposo di sabato per il popolo di Dio, 10 poiché chi è entrato nel suo riposo si riposa anch’egli dalle proprie opere, come Dio si riposò dalle sue.
11 Sforziamoci dunque di entrare in quel riposo, affinché nessuno cada seguendo lo stesso esempio di disubbidienza.
12 Perché la parola di Dio è vivente ed efficace, più affilata di qualunque spada a due tagli, penetra fino a dividere l’anima dallo spirito, le giunture dalle midolla e giudica i sentimenti e i pensieri del cuore. 13 E non c’è nessuna creatura che possa nascondersi davanti a lui, ma tutte le cose sono nude e scoperte davanti agli occhi di colui al quale dobbiamo rendere conto.
14 Avendo noi dunque un grande sommo sacerdote che è passato attraverso i cieli, Gesù, il Figlio di Dio, riteniamo fermamente la professione della nostra fede. 15 Perché non abbiamo un sommo sacerdote che non possa simpatizzare con noi nelle nostre debolezze, ma ne abbiamo uno che in ogni cosa è stato tentato come noi, però senza peccare. 16 Accostiamoci dunque con piena fiducia al trono della grazia, affinché otteniamo misericordia e troviamo grazia per essere soccorsi al momento opportuno.