1 Σαλπίστε στη Σιών, σημάνετε συναγερμό στο άγιο μου βουνό! Ας τρέμουν όλοι οι κάτοικοι της χώρας, γιατί η ημέρα του Κυρίου έρχεται! Είναι κιόλας κοντά! 2 Μέρα του σκότους και της καταχνιάς, μέρα της συννεφιάς και της ομίχλης. Σαν την αυγή απλώνεται απάνω στα βουνά ο εχθρός, λαός πολύς και δυνατός. Σαν αυτόν άλλος ποτέ δεν υπήρξε ούτε ποτέ θα υπάρξει ύστερ’ απ’ αυτόν, ως την εποχή των γενεών των πιο απομακρυσμένων.
3 Μπροστά απ’ αυτούς η φωτιά καίει τα πάντα, πίσω τους δεν αφήνει τίποτα. Μπροστά τους είν’ η χώρα σαν τον κήπο της Εδέμ, πίσω τους πεδιάδα ερημωμένη. Δεν τους γλιτώνει τίποτα. 4 Μοιάζουν με άλογα· τρέχουν σαν άλογα πολεμικά. 5 Ηχούνε καθώς οι άμαξες πάνω σε κορφές βουνών χοροπηδούν, τρίζουν όπως η φλόγα της φωτιάς, που καίει την καλαμιά. Παρατεταγμένοι σαν στρατός πολύς και δυνατός, έτοιμος για τη μάχη. 6 Καθώς αυτοί πλησιάζουν, τρέμουν από τον πόνο οι λαοί, όλων τα πρόσωπα χλωμιάζουν. 7 Σαν στρατιώτες κάνουν έφοδο και σαν πολεμιστές στο τείχος ανεβαίνουν. Καθένας προχωρεί ίσια μπροστά του, χωρίς να παρεκκλίνει απ’ την πορεία του. 8 Δεν μπαίνει ο ένας μέσ’ το δρόμο του άλλου· βαδίζει ο καθένας στη δική του τη γραμμή. Τρέχουν ανάμεσα στα βέλη που τους σημαδεύουν, τίποτα δεν τους σταματά. 9 Ενάντια στην πόλη ορμούν, πηδούν πάνω στα τείχη, στα σπίτια ανεβαίνουν και μπαίνουν σαν τον κλέφτη απ’ τα παράθυρα.
10 Καθώς πλησιάζουν σειέται η γη, τρέμει ο ουρανός, ο ήλιος κι η σελήνη σκοτεινιάζουν, τ’ αστέρια χάνουνε τη λάμψη τους. 11 Ο Κύριος τους οδηγεί· τους δίνει εντολές με της φωνής του τη βροντή· και το τεράστιο στράτευμά τους το θέλημά του εκτελεί. Αλήθεια, μεγάλη είναι η ημέρα της κρίσης του Κυρίου, άπειρα φοβερή. Και ποιος μπορεί να την αντέξει;
12 «Και τώρα ακόμα», λέει ο Κύριος, «μπορείτε να επιστρέψετε σ’ εμένα μ’ όλη σας την καρδιά. Νηστέψτε, κλάψτε και θρηνήστε. 13 Ξεσκίστε την καρδιά σας κι όχι τα ρούχα σας!»Ξεσκίστε... ρούχα σας. Αναφορά στη συνήθεια να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους (βλ. υποσ. εις Γεν 37:29).
Ναι, στον Κύριο, το Θεό σας επιστρέψτε! Ξέρετε πως είναι γεμάτος καλοσύνη κι έλεος, υπομονετικός, αξιόπιστος και πρόθυμος να συγχωρήσει. 14 Ποιος ξέρει; Ίσως σας λυπηθεί κι αλλάξει γνώμη και ξαναευλογήσει τα χωράφια και τ’ αμπέλια σας. Και τότε θα μπορέσετε να ξαναφέρετε στον Κύριο το Θεό σας σπονδές κι αναίμακτες θυσίες.
15 Σαλπίστε στη Σιών! Ορίστε μέρες νηστείας και συγκαλέστε σύναξη ιερή! 16 Μαζέψτε το λαό, ορίστε σύναξη ιερή και συναθροίστε γέροντες και νέους, μέχρι και νήπια. Ως και τα νιόπαντρα ζευγάρια ας βγουν απ’ τους κοιτώνες τους! 17 Ανάμεσα στο άγιο του ναού και στο θυσιαστήριο ας κλάψουν οι ιερείς που υπηρετούν τον Κύριο, κι ας πουν: «Λυπήσου, Κύριε, το λαό σου, και στην ντροπή μην παραδώσεις εκείνους που σου ανήκουνε! Μην επιτρέψεις να τους κυριέψουν τα έθνη, και μην αφήσεις τους ξένους λαούς να μας περιγελούν και να μας λένε: "πού είναι ο Θεός σας;"»
18 Ο Κύριος δείχνει ένθερμη αγάπη για τη χώρα του και έλεος για το λαό του. 19 Ο Κύριος απάντησε στο λαό του και είπε: «Κοιτάξτε, εγώ σας στέλνω το σιτάρι, το κρασί και το λάδι και θα χορτάσετε μ’ αυτά· δε θα αφήσω πια να σας περιγελούνε τ’ άλλα έθνη. 20 Αυτόν που έρχεται απ’ το βορράαπ’ το βορρά. Ο βορράς για τον Ισραήλ ήταν τόπος απ’ όπου ξεκινούσε η καταστροφή. Εδώ οι εχθροί «απ’ το βορρά» παρομοιάζονται με ακρίδες (κεφ. 1) και με στράτευμα Κυρίου (κεφ. 2). θα τον απομακρύνω από σας. Στη Νεκρά Θάλασσα θα ρίξω την εμπροσθοφυλακή του και στη Μεσόγειο την οπισθοφυλακή του. Όλο το στράτευμα στην άνυδρη έρημο θα το διασκορπίσω. Η δυσωδία από τα πτώματά τους θα υψωθεί εκεί και θα μολύνει τον αέρα. Αυτό θα γίνει επειδή υπερηφανεύτηκαν».
21 Χωράφια μη φοβάστε! Χαρείτε κι ευφρανθείτε, γιατί ο Κύριος κάνει μεγάλα έργα! 22 Και μη φοβάστε ζώα εσείς των αγρών, γιατί βλασταίνουν τα λιβάδια! Τα δέντρα κάνουνε καρπό, τ’ αμπέλια κι οι συκιές καρποφορούνε μ’ όλη τους τη δύναμη. 23 Χαρείτε, κι ευφρανθείτε, κάτοικοι της Σιών, για τον Κύριο το Θεό σας, γιατί σας δίνει τη βροχή τη φθινοπωρινή, που τόσο είν’ απαραίτητη, δίνει την πρώιμη και την όψιμη βροχή όπως και πρώτα. 24 Γεμίζουνε τ’ αλώνια στάρι· κρασί και λάδι τα πιθάρια ξεχειλίζουνε.
25 Ο Κύριος λέει: «Θα σας αποζημιώσω γι’ αυτά που έφαγαν οι φτερωτές ακρίδες, οι κάμπιες, οι νύμφες κι οι νεαρές ακρίδες,φτερωτές... ακρίδες. Βλ. υποσ. εις κεφ. 1:4. το μεγάλο μου στράτευμα που έστειλα εναντίον σας. 26 Τότε θα φάτε όσο θέλετε και θα χορτάσετε. Εμένα, θα δοξάσετε, τον Κύριο το Θεό σας, που έκανα θαύματα για σας. Ποτέ πια δεν πρόκειται να καταφρονεθεί ο λαός μου. 27 Έτσι θα μάθετε, Ισραηλίτες, πως κατοικώ εγώ ανάμεσα στο λαό μου, και πως εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας κι άλλος κανένας δεν υπάρχει. Ποτέ πια ο λαός μου δεν πρόκειται να καταφρονεθεί».
1 Suonate la tromba in Sion! Date l’allarme sul mio monte santo! Tremino tutti gli abitanti del paese, poiché il giorno dell’Eterno viene, è vicino, 2 giorno di tenebre, di densa oscurità, giorno di nubi, di fitta nebbia! Come l’aurora, si spande sui monti un popolo numeroso e potente, come non si è mai visto prima, né mai più si vedrà dopo, negli anni delle generazioni future. 3 Davanti a lui un fuoco divora e dietro di lui divampa una fiamma; prima di lui il paese era come il giardino dell’Eden; dopo di lui è un deserto desolato; nulla gli sfugge.
4 A vederli, sembrano cavalli, corrono come dei cavalieri. 5 Sembra un fragore di carri quando saltano sulle vette dei monti; crepitano come la fiamma che brucia la stoppia; sono come un popolo poderoso schierato in battaglia. 6 Davanti a loro i popoli sono in angoscia, ogni volto impallidisce. 7 Corrono come uomini prodi, scalano le mura come guerrieri; ognuno va diritto davanti a sé e non devia dal proprio sentiero; 8 nessuno spinge il suo vicino, ognuno avanza per la sua strada; si slanciano in mezzo alle frecce, non rompono le file. 9 Invadono la città, corrono sulle mura; salgono sulle case, entrano per le finestre come un ladro. 10 Davanti a loro trema la terra, i cieli sono scossi, il sole e la luna si oscurano, le stelle ritirano il loro splendore. 11 L’Eterno fa sentire la sua voce davanti al suo esercito, perché il suo campo è immenso e l’esecutore della sua parola è potente. Sì, il giorno dell’Eterno è grande, oltremodo terribile; chi lo potrà sostenere?
12 "Tuttavia, anche adesso", dice l’Eterno, "tornate a me con tutto il vostro cuore, con digiuni, con pianti, con lamenti!". 13 Stracciatevi il cuore, non le vesti; tornate all’Eterno, al vostro Dio, poiché egli è misericordioso e pietoso, lento all’ira e pieno di bontà, e si pente del male che manda. 14 Può darsi che egli torni e si penta, lasciando dietro a sé una benedizione, delle offerte e delle libazioni per l’Eterno, per il vostro Dio. 15 Suonate la tromba in Sion, proclamate un digiuno, convocate un’assemblea solenne! 16 Radunate il popolo, santificate un’assemblea! Radunate i vecchi, i fanciulli e quelli che poppano ancora! Esca lo sposo dalla sua camera e la sposa dalla camera nuziale! 17 Fra il portico e l’altare piangano i sacerdoti, ministri dell’Eterno, e dicano: "Risparmia, o Eterno, il tuo popolo, non esporre la tua eredità all’infamia, allo scherno delle nazioni! Perché dovrebbero dire fra i popoli: ‘Dov’è il loro Dio?’".
18 L’Eterno ha provato gelosia per il suo paese e ha avuto pietà del suo popolo. 19 L’Eterno ha risposto e ha detto al suo popolo: "Ecco, io vi manderò del grano, del vino, dell’olio, e voi ne sarete saziati; non vi esporrò più all’infamia tra le nazioni. 20 Allontanerò da voi il nemico che viene dal settentrione e lo respingerò in una terra arida e desolata; la sua avanguardia, verso il mare orientale; la sua retroguardia, verso il mare occidentale; la sua infezione salirà, aumenterà il suo fetore, perché ha fatto cose grandi.
21 Non temere, o terra del paese, gioisci, rallegrati, poiché l’Eterno ha fatto cose grandi! 22 Non temete, o bestie della campagna, perché i pascoli del deserto rinverdiscono, perché gli alberi portano il loro frutto, il fico e la vite producono abbondantemente! 23 Voi, figli di Sion, gioite, rallegratevi nell’Eterno, nel vostro Dio, perché vi dà la pioggia autunnale in giusta misura e fa cadere per voi la pioggia, quella autunnale e quella primaverile, come in passato. 24 Le aie saranno piene di grano e i tini traboccheranno di vino e di olio; 25 vi compenserò delle annate divorate dal grillo, dalla cavalletta, dalla locusta e dal bruco, il grande esercito che avevo mandato contro di voi. 26 Voi mangerete a sazietà e loderete il nome dell’Eterno, del vostro Dio, che avrà operato per voi delle meraviglie, e il mio popolo non sarà mai più coperto di vergogna. 27 Voi conoscerete che io sono in mezzo a Israele, che io sono l’Eterno, il vostro Dio, e non ce n’è nessun altro; il mio popolo non sarà mai più coperto di vergogna".
28 "Dopo questo, avverrà che io spargerò il mio Spirito sopra ogni carne, i vostri figli e le vostre figlie profetizzeranno, i vostri vecchi avranno dei sogni, i vostri giovani avranno delle visioni. 29 Anche sui servi e sulle serve, spanderò il mio Spirito in quei giorni. 30 Farò dei prodigi nei cieli e sulla terra: sangue, fuoco e colonne di fumo. 31 Il sole sarà cambiato in tenebre, la luna in sangue prima che venga il grande e terribile giorno dell’Eterno. 32 Avverrà che chiunque invocherà il nome dell’Eterno sarà salvato; poiché sul monte Sion e in Gerusalemme ci sarà salvezza, come ha detto l’Eterno, così pure fra i superstiti che l’Eterno chiamerà".