1 Αλίμονο στην πόλη την ακάθαρτη και μολυσμένη, στην πόλη την τυραννική! 2 Δεν άκουσε τις προειδοποιήσεις του Κυρίου, δε διορθώθηκε. Δεν εμπιστεύτηκε στον Κύριο, δε στράφηκε προς το Θεό της. 3 Βρυχιούνται σαν λιοντάρια οι άρχοντές της, σαν πεινασμένοι λύκοι οι κυβερνήτες της· κόκαλο δεν αφήνουν για το πρωί. 4 Είναι οι προφήτες της ανεύθυνοι κι επίβουλοι. Οι ιερείς της βεβηλώνουν το ναό και αθετούν το νόμο του Θεού.
5 Κι όλα αυτά, μολονότι ο Κύριος τους συμπεριφέρθηκε με δικαιοσύνη και την πολιτεία τους δεν την εγκατέλειψε. Δεν κάνει αδικίες. Κάθε πρωί, αδιάκοπα, αποκαλύπτει τα προστάγματά του· αυτοί όμως συνεχίζουν να διαπράττουν την αδικία χωρίς ντροπή.
6 «Ολόκληρα έθνη εξολόθρευσα», λέει ο Κύριος. «Κατέστρεψα τα τείχη και τους πύργους τους, ερήμωσα τους δρόμους τους, κανείς δεν τους διαβαίνει πια. Ερήμωσα τις πόλεις τους· δε συναντάς ψυχή, ούτε περαστικόν ούτε και κάτοικο. 7 Έπειτα σκέφτηκα πως θα με σεβαστείτε, θα καταλάβετε το μήνυμά μου και δε θα χρειαστεί να κάνω πράξη την απειλή μου, να καταστρέψω την πόλη σας. Εσείς όμως κάθε φορά με πιο μεγάλο ζήλο ριχνόσασταν στη διαφθορά. 8 Για τούτο, περιμένετέ με ως την ημέρα που θα σηκωθώ να σας λεηλατήσω. Γιατί η απόφασή μου είναι να συναθροίσω έθνη και βασίλεια, για να ξεχύσω πάνω σαςπάνω σας. Το πιθανότερο κείμενο, επειδή αναμένεται η καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Το εβρ. έχει «πάνω τους». την κατάρα μου, όλη τη λάβα της οργής μου. Με του θυμού μου τη φωτιά θα καταφαγωθεί η γη ολάκερη».
9 «Μετά απ’ αυτά», λέει ο Κύριος, «θα μεταστρέψω τους λαούς και θα εξαγνίσω τα χείλη τους για να προσεύχονται όλοι στ’ όνομά μου κι όλοι να με λατρεύουν με μια καρδιά. 10 Από τη μακρινή Αιθιοπία, οι διασκορπισμένοι του λαού μου θα ’ρθουν και θα μου φέρουν προσφορές.
11 »Δε θα ντρέπεστε πια εκείνη την ημέρα για καμιά από τις κακές σας πράξεις που μ’ αυτές επαναστατήσατε εναντίον μου· γιατί εγώ θα πάρω τους αλαζόνες απ’ ανάμεσά σας και θα πάψετε να κομπάζετε πάνω στο άγιο μου βουνό. 12 Θ’ αφήσω ένα υπόλοιπο ανάμεσά σας, από φτωχούς και ταπεινούς, κι αυτοί θα καταφεύγουνε σ’ εμένα. 13 Αυτό το υπόλοιπο του Ισραήλ δεν θα κάνει αδικίες, δε θα λέει πια ψέματα και δε θα κάνει απάτες. Θα είναι ήσυχοι να τρών’ και να κοιμούνται δίχως κανείς να τους τρομάζει».
14 Χαρείτε εσείς στην πόλη της Σιών! Φώναζε από χαρά, λαέ του Ισραήλ! Χαρείτε κι αναγαλλιάστε μ’ όλη σας την καρδιά, εσείς οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ! 15 Ο Κύριος δεν θα σας τιμωρήσει άλλο. Έδιωξε αυτός μακριά σας τους εχθρούς σας. Ο βασιλιάς του Ισραήλ, ο Κύριος ο ίδιος, είναι ανάμεσά σας· δεν έχετε να φοβηθείτε πια κακό.
16 Θα λέν’ εκείνη την ημέρα στην Ιερουσαλήμ: «Τίποτα μη φοβάσαι, πόλη του όρους Σιών, μην χάνεις το κουράγιο σου! 17 Ο Κύριος ο Θεός σου είναι μαζί σου, σε βοηθάει να νικήσεις ο δυνατός. Χαρά αισθάνεται για σένα· δεν σε απειλεί πια, γιατί σε αγαπάει. Χαίρεται και αναγαλλιάζει όταν σε βλέπει».
18 Λέει ο Κύριος: «Θα πάρω το βάρος της ντροπής από την Ιερουσαλήμ. Θα φέρω πίσω όλους εκείνους που ζουν μακριά της και δεν μπορούν να συμμετάσχουν στις γιορτές μου.Θα πάρω... γιορτές μου. Η κατανόηση του στ. στα εβρ. παρουσιάζει δυσκολίες.19 Θα ’ρθεί καιρός που θα τιμωρήσω όλους εκείνους που σας έχουν καταπιέσει. Θα συγκεντρώσω τα παραπλανημένα πρόβατα και θα φροντίσω για τ’ ανάπηρα. Ένδοξους θα σας κάνω κι ονομαστούς σ’ όλη τη γη, εκεί που τη ντροπή είχατε δοκιμάσει. 20 Τότε είναι που θα σας συγκεντρώσω και θα σας φέρω εδώ. Θα σας κάνω ονομαστούς και ένδοξους ανάμεσα σ’ όλους τους λαούς της γης, γιατί θ’ αλλάξω την κατάστασή σας και θα το δείτε! Εγώ, ο Κύριος το λέω».
1 Guai alla città ribelle, contaminata, alla città prepotente! 2 Essa non dà ascolto a nessuna voce, non accetta correzione, non confida nell’Eterno, non si accosta al suo Dio. 3 I suoi capi, in mezzo a lei, sono leoni ruggenti; i suoi giudici sono lupi della sera, che non avanzano nulla per la mattina. 4 I suoi profeti sono boriosi, perfidi, i suoi sacerdoti profanano le cose sante, violano la legge.
5 L’Eterno è giusto in mezzo a lei; egli non commette ingiustizie; ogni mattina egli porta alla luce i suoi giudizi e non manca mai; ma il perverso non conosce vergogna. 6 "Io ho sterminato delle nazioni; le loro torri sono distrutte; ho rovinato le loro strade, al punto che non vi passa più nessuno; le loro città sono distrutte, al punto che non c’è più nessuno, più nessun abitante. 7 Io dicevo: ‘Se soltanto tu volessi temermi, accettare la correzione! la tua dimora non sarebbe distrutta, nonostante tutte le punizioni che ti ho inflitto’. Ma essi si sono affrettati a pervertire tutte le loro azioni.
8 Perciò, aspettami", dice l’Eterno, "per il giorno che mi alzerò per il bottino; poiché ho decretato di radunare le nazioni, di riunire i regni, per versare su di loro la mia indignazione, tutto l’ardore della mia ira; poiché tutta la terra sarà divorata dal fuoco della mia gelosia.
9 Allora io trasformerò le labbra dei popoli in labbra pure, affinché tutti invochino il nome dell’Eterno, per servirlo di comune accordo. 10 Di là dai fiumi di Etiopia i miei supplicanti, i miei figli dispersi, mi porteranno le loro offerte. 11 In quel giorno, tu non avrai da vergognarti di tutte le tue azioni con le quali hai peccato contro di me; perché, allora, io toglierò di mezzo a te quelli che trionfano con superbia, e tu non farai più l’orgogliosa sul mio monte santo. 12 Lascerò in mezzo a te un popolo umile e povero, che confiderà nel nome dell’Eterno. 13 Il residuo d’Israele non commetterà iniquità, non dirà menzogne e non si troverà nella loro bocca un linguaggio ingannatore; poiché essi pascoleranno, si coricheranno, e non ci sarà chi li spaventi".
14 Grida di gioia, o figlia di Sion! Grida di allegrezza, o Israele! Rallegrati ed esulta con tutto il cuore, o figlia di Gerusalemme! 15 L’Eterno ha revocato le sue sentenze contro di te, ha scacciato il tuo nemico; il Re d’Israele, l’Eterno, è in mezzo a te e non dovrai più temere alcun male. 16 In quel giorno si dirà a Gerusalemme: "Non temere, o Sion, le tue mani non s’indeboliscano! 17 L’Eterno, il tuo Dio, è in mezzo a te, come un Potente che salva; egli si rallegrerà con grande gioia per causa tua, si acquieterà nel suo amore, esulterà, per causa tua, con grida di gioia.
18 Io raccoglierò quelli che sono nel dolore lontano dalle feste solenni; sono tuoi; su di loro pesa la vergogna! 19 In quel tempo io agirò contro tutti quelli che ti opprimono; salverò la pecora che zoppica e raccoglierò quella che è stata cacciata via; li renderò gloriosi e famosi, in tutti i paesi dove sono stati nella vergogna. 20 In quel tempo, io vi ricondurrò, in quel tempo, vi raccoglierò; poiché vi renderò famosi e gloriosi fra tutti i popoli della terra, quando farò tornare, sotto i vostri occhi, quelli che sono in esilio", dice l’Eterno.