1 Το δεύτερο έτος της βασιλείας του Δαρείου, την πρώτη του έκτου μήνα, μίλησε ο Κύριος στον προφήτη Αγγαίο και του έδωσε εντολή να μεταδώσει μήνυμα στο διοικητή της Ιουδαίας Ζοροβάβελ, γιο του Σαλαθιήλ, και στον αρχιερέα Ιησού, γιο του Ιωσαδάκ.Ο Δαρείος ήταν βασιλιάς των Περσών. – Το δεύτερο έτος... μήνα ήταν η εποχή προς το τέλος του Αυγούστου 520 π.Χ. – Ο Ζοροβάβελ, γιος του Σαλαθιήλ, κατά το Α΄ Χρ 3:17-19 ήταν εγγονός του βασιλιά Ιεχονία ή Ιωαχίν, και συνεπώς απόγονος του Δαβίδ. Ο βασιλιάς των Περσών τον είχε διορίσει διοικητή της Ιουδαίας.
2,3 Είπε, λοιπόν, ο Αγγαίος εκ μέρους του Κυρίου: «Ο Κύριος του σύμπαντος λέει: "ο λαός αυτός ισχυρίζεται ότι δεν ήρθε ακόμα ο καιρός να ξαναχτιστεί ο ναός μου. 4 Μα είναι τώρα καιρός να κατοικείτε εσείς σε σπίτια με ξύλινα φατνώματα, τη στιγμή που ο δικός μου οίκος είναι ακόμα ερειπωμένος; 5 Κοιτάξτε σε ποιο σημείο έχετε φτάσει: 6 Σπέρνετε πολλά μα συγκεντρώνετε λίγα· τρώτε αλλά δε χορταίνετε· πίνετε μα δεν ευχαριστιέστε· ντύνεστε αλλά δε ζεσταίνεστε και του εργάτη ο μισθός μπαίνει σε τρύπια τσέπη".
7 »Γι’ αυτό, λέει ο Κύριος του σύμπαντος: "σκεφτείτε το κατάντημά σας. 8 Μετά ανεβείτε στο βουνό και φέρτε ξύλα και ξαναχτίστε το ναό για να μ’ ευαρεστήσετε και να με τιμήσετε. 9 Επιδιώκετε πολλά, μα λίγα κατορθώνετε. Στο σπίτι σας τα φέρνετε μα εγώ τα εξανεμίζω. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή ο ναός μου είναι ερειπωμένος, κι εσείς ασχολείσθε καθένας με το δικό του σπίτι! 10 Γι’ αυτό οι ουρανοί δεν έβρεξαν κι η γη αρνήθηκε να δώσει τους καρπούς της. 11 Έφερα ξηρασία στη χώρα σας· στα βουνά και στα σταροχώραφα, στ’ αμπέλια και στους ελαιώνες, σ’ όλα τα γεννήματα της γης. Άνθρωποι και ζώα υποφέρουν· ό,τι κι αν κάνετε είναι μια αποτυχία"».
12 Ο Ζοροβάβελ, γιος του Σαλαθιήλ, κι ο αρχιερέας Ιησούς, γιος του Ιωσαδάκ, καθώς και ο λαός που είχε έρθει από την αιχμαλωσία, δέχτηκαν τα λόγια που ο Κύριος, ο Θεός, τούς είπε μέσω του προφήτη Αγγαίου, και αναγνώρισαν ότι ο Κύριος τους τον είχε στείλει· τρόμαξαν μάλιστα που δεν είχαν υπακούσει στον Κύριο. 13 Τότε ο Αγγαίος, ο αγγελιοφόρος του Κυρίου, είπε στο λαό αυτό που ο Κύριος τον είχε διατάξει: «Εγώ θα είμαι μαζί σας. Εγώ, ο Κύριος, το λέω». 14 Έτσι ο Κύριος έδωσε φώτιση στο διοικητή της Ιουδαίας Ζοροβάβελ, γιο του Σαλαθιήλ, και στον αρχιερέα Ιησού, γιο του Ιωσαδάκ, και στο λαό που είχε έρθει από την αιχμαλωσία. Ήρθαν λοιπόν και εργάζονταν στο ναό του Κυρίου του σύμπαντος, του Θεού τους. 15 Το έργο άρχισε στις είκοσι τέσσερις του έκτου μήνα.
1 Il secondo anno del re Dario, il sesto mese, il primo giorno del mese, la parola dell’Eterno fu rivolta, per mezzo del profeta Aggeo, a Zorobabele, figlio di Sealtiel, governatore di Giuda, e a Giosuè, figlio di Iosadac, sommo sacerdote, in questi termini: 2 "Così parla l’Eterno degli eserciti: ‘Questo popolo dice: Non è ancora venuto il tempo in cui la casa dell’Eterno deve essere ricostruita’". 3 Perciò la parola dell’Eterno fu rivolta loro per mezzo del profeta Aggeo, in questi termini: 4 "Vi sembra questo il tempo di abitare le vostre case ben rivestite di legno, mentre questo tempio giace in rovina?". 5 Ora così parla l’Eterno degli eserciti: "Riflettete bene sul vostro comportamento! 6 Voi avete seminato molto e avete raccolto poco; voi mangiate, ma senza saziarvi; bevete, ma senza soddisfare la vostra sete; vi vestite, ma non c’è chi si riscaldi; chi guadagna un salario mette il suo salario in una borsa bucata". 7 Così parla l’Eterno degli eserciti: "Riflettete bene sul vostro comportamento! 8 Salite nella regione montuosa, portate del legname e ricostruite la casa; io me ne compiacerò e sarò glorificato", dice l’Eterno. 9 "Voi vi aspettavate molto, ed ecco c’è poco; e quando lo avete portato in casa, io ci ho soffiato sopra. Perché?", dice l’Eterno degli eserciti. "A motivo della mia casa che giace in rovina, mentre ognuno di voi si dà premura per la propria casa. 10 Perciò il cielo sopra di voi è rimasto chiuso, non c’è stata rugiada, e la terra ha trattenuto il suo prodotto. 11 Io ho chiamato la siccità sul paese, sui monti, sul grano, sul vino, sull’olio, su tutto ciò che produce il suolo, sugli uomini, sul bestiame, e su tutto il lavoro delle mani". 12 Allora Zorobabele, figlio di Sealtiel, e Giosuè, figlio di Iosadac, il sommo sacerdote, e tutto il resto del popolo, diedero ascolto alla voce dell’Eterno, del loro Dio, e alle parole del profeta Aggeo, secondo il messaggio che l’Eterno, il loro Dio, gli aveva affidato; il popolo temette l’Eterno. 13 Aggeo, messaggero dell’Eterno, disse al popolo, secondo la missione ricevuta dall’Eterno: "‘Io sono con voi’, dice l’Eterno". 14 L’Eterno destò lo spirito di Zorobabele, figlio di Sealtiel, governatore di Giuda, e lo spirito di Giosuè, figlio di Iosadac, sommo sacerdote, e lo spirito di tutto il resto del popolo; essi vennero e misero mano all’opera nella casa dell’Eterno degli eserciti, il loro Dio, 15 il ventiquattresimo giorno del mese, il sesto mese, il secondo anno del re Dario.