Η μεταφορά της κιβωτού στην Ιερουσαλήμ
1 Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα, συγκέντρωσε πάλι ο Δαβίδ όλους τους επίλεκτους στρατιώτες του Ισραήλ, τριάντα χιλιάδες άντρες. 2 Μ’ αυτό το στρατό ξεκίνησε να πάει στη Βααλέ της φυλής Ιούδα, για να φέρουν από ’κει την κιβωτό του Θεού, η οποία και φέρει το όνομα του Κυρίου, του αρχηγού των ισραηλιτικών δυνάμεων, ο οποίος έχει το θρόνο του πάνω από τα χερουβίμ.πάνω από τα χερουβίμ. Για την προέλευση της φρ. βλ. Εξ 25:22.3,4 Η κιβωτός του Θεού βρισκόταν στο σπίτι του Αβιναδάβ, πάνω σ’ ένα λόφο.
Από ’κει την πήραν και την ανέβασαν σε μια καινούρια άμαξα, την οποία οδηγούσαν ο Ουζζά κι ο Αχιώ, γιοι του Αβιναδάβ. Ο Αχιώ πήγαινε μπροστά από την κιβωτό. 5 Ο Δαβίδ κι όλοι οι Ισραηλίτες χόρευαν για να τιμήσουν τον Κύριο και τραγουδούσαν μ’ όλη τους τη δύναμη, παίζοντας κιθάρες, άρπες, τύμπανα, κρόταλα και κύμβαλα.
6 Όταν έφτασαν στο αλώνι του Ναχών, ο Ουζζά άπλωσε το χέρι του στην κιβωτό του Θεού να τη συγκρατήσει, γιατί τα βόδια την είχαν γείρει. 7 Τότε οργίστηκε ο Κύριος εναντίον του και τον χτύπησε επί τόπου για την ανευλάβεια του· πέθανε εκεί, κοντά στην κιβωτό του Θεού. 8 Ο Δαβίδ λυπήθηκε που ο Κύριος θανάτωσε τον Ουζζά, και ονόμασε τον τόπο εκείνο Φαρές-Ουζζά (Θάνατος του Ουζζά), όπως λέγεται μέχρι σήμερα.
9 Εκείνη την ημέρα φοβήθηκε ο Δαβίδ τον Κύριο και είπε: «Πώς είναι δυνατόν τώρα να έρθει στο σπίτι μου η κιβωτός του Κυρίου;» 10 Και δεν ήθελε να πάρει την κιβωτό στην Πόλη Δαβίδ, αλλά την άφησε στο σπίτι του Ωβήδ-Εδώμ του Γαθίτη.
11 Η κιβωτός του Κυρίου έμεινε εκεί τρεις μήνες, κι ο Κύριος ευλόγησε τον Ωβήδ-Εδώμ και όλη την οικογένειά του. 12 Όταν έφεραν την είδηση στο βασιλιά Δαβίδ ότι ο Κύριος ευλόγησε την οικογένεια του Ωβήδ-Εδώμ, καθώς κι όλα τα υπάρχοντά του εξαιτίας της κιβωτού του Θεού, ο Δαβίδ πήγε κι ανέβασε την κιβωτό από το σπίτι του Ωβήδ-Εδώμ στην Πόλη Δαβίδ με πανηγυρική συνοδεία. 13 Κάθε έξι βήματα που έκαναν εκείνοι που βαστούσαν την κιβωτό του Κυρίου, ο Δαβίδ θυσίαζε ένα βόδι κι ένα παχύ μοσχάρι. 14 Μετά χόρευε μ’ όλη του τη δύναμη για να τιμήσει τον Κύριο, φορώντας μόνο το λινό εφώδ. 15 Έτσι, μετέφερε μαζί με όλους τους Ισραηλίτες την κιβωτό του Κυρίου με αλαλαγμούς και με σαλπίσματα.
Ο Δαβίδ και η δόξα του Κυρίου
16 Ενώ η κιβωτός του Κυρίου έμπαινε στην Πόλη Δαβίδ, η γυναίκα του η Μιχάλ, κόρη του Σαούλ, έσκυψε από το παράθυρο και είδε το βασιλιά Δαβίδ να πηδάει και να χορεύει ενώπιον του Κυρίου· κι ένιωσε βαθιά περιφρόνηση γι’ αυτόν.
17 Έφεραν την κιβωτό και την τοποθέτησαν στη θέση της, στη μέση της σκηνής που είχε στήσει ο Δαβίδ γι’ αυτήν κι ο βασιλιάς πρόσφερε ολοκαυτώματα ενώπιον του Κυρίου και θυσίες κοινωνίας. 18,19 Όταν τέλειωσε ο Δαβίδ με τις προσφορές των ολοκαυτωμάτων και των θυσιών, ευλόγησε όλο το λαό Ισραήλ στο όνομα του παντοδύναμου Κυρίου. Μετά μοίρασε στα πλήθη, άντρες και γυναίκες, από ένα γλυκό ψωμί στον καθένα, ένα κομμάτι ψητό κρέας κι ένα τσαμπί ξερές σταφίδες· κι έφυγαν όλοι, καθένας για το σπίτι του.
20 Πηγαίνοντας ο Δαβίδ να χαιρετήσει την οικογένειά του, βγήκε η γυναίκα του η Μιχάλ, κόρη του Σαούλ, να τον προϋπαντήσει, και του είπε: «Πόσο δοξάστηκε σήμερα ο βασιλιάς του Ισραήλ, όταν ξεγυμνώθηκε μπροστά στα μάτια των υπηρετριών των υπηκόων του! Αυτό θα έκανε κι ο τελευταίος ανυπόληπτος». 21 Ο Δαβίδ όμως της απάντησε: «Εγώ για να τιμήσω τον Κύριο φέρθηκα έτσι! Αυτός προτίμησε εμένα από τον πατέρα σου κι απ’ όλη την οικογένειά του, προκειμένου να με κάνει ηγεμόνα του λαού του του Ισραήλ. Προς τιμήν του, λοιπόν, θα χορεύω ενώπιόν του, 22 και θα ταπεινωθώ ακόμα περισσότερο! Μπορεί έτσι να ξευτελίζομαι στα μάτια σου,στα μάτια σου, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «στα μάτια μου». αλλά θα δοξαστώ απ’ αυτές τις δούλες, που ανέφερες».
23 Η Μιχάλ, η κόρη του Σαούλ, σ’ όλη της τη ζωή δεν γέννησε παιδί.
A arca é levada para Jerusalém
1 De novo, Davi reuniu os melhores guerreiros de Israel; trinta mil ao todo. 2 Ele e todas as tropas que o acompanhavam partiram rumo a Baalá, em Judá,6.2 Isto é, Quiriate-Jearim. para buscar a arca de Deus, arca sobre a qual é invocado o Nome,6.2 Conforme o hebraico; a Septuaginta e a Vulgata não trazem o Nome. o nome do Senhor dos Exércitos, cujo trono está entre os querubins sobre a arca. 3 Puseram a arca de Deus em uma carroça nova e a levaram da casa de Abinadabe, que ficava em uma colina. Uzá e Aiô, filhos de Abinadabe, conduziam a carroça 4 com a arca de Deus;6.3,4 Conforme os manuscritos do mar Morto e alguns da Septuaginta. O Texto Massorético traz carroção 4 e o trouxeram com a arca de Deus desde a casa de Abinadabe, que ficava na colina. Aiô andava na frente dela. 5 Davi e todos os israelitas celebravam com grande entusiasmo diante do Senhor, ao som de canções,6.5 Texto Massorético; os manuscritos do mar Morto e a Septuaginta adicionam cantando. Veja 1Cr 13.8. harpas, liras, tamborins, chocalhos e címbalos.
6 Quando chegaram à eira de Nacom, Uzá esticou o braço e segurou a arca de Deus, porque os bois haviam tropeçado. 7 A ira do Senhor se acendeu contra Uzá por esse ato de irreverência. Por isso, Deus o feriu, e ele morreu ali mesmo, ao lado da arca de Deus.
8 Davi ficou irado porque o Senhor havia atacado Uzá. Até hoje aquele lugar é chamado Perez-Uzá.6.8 Perez-Uzá significa ataque contra Uzá.
9 Naquele dia, Davi teve medo do Senhor e se perguntou: "Como a arca do Senhor chegará até mim?". 10 Assim, Davi já não quis levar a arca do Senhor para ficar com ele na Cidade de Davi. Em vez disso, levou-a para a casa de Obede-Edom, o giteu. 11 A arca do Senhor ficou na casa de Obede-Edom, o giteu, por três meses, e o Senhor o abençoou e a toda a sua família.
12 Disseram ao rei Davi:
— O Senhor tem abençoado a família de Obede-Edom e tudo o que ele possui, por causa da arca de Deus.
Então, Davi, com grande festa, foi à casa de Obede-Edom e ordenou que levassem a arca de Deus para a Cidade de Davi. 13 Quando os que carregavam a arca do Senhor davam seis passos, ele sacrificava um boi e um novilho gordo. 14 Davi, vestindo o colete sacerdotal de linho, foi dançando com todas as suas forças diante do Senhor. 15 Assim, ele e todos os israelitas levavam a arca do Senhor com gritos de alegria e ao som de trombetas.
16 Aconteceu que, entrando a arca do Senhor na Cidade de Davi, Mical, filha de Saul, observava de uma janela. Ao ver o rei Davi saltando e dançando diante do Senhor, ela o desprezou em seu coração.
17 Eles trouxeram a arca do Senhor e a colocaram na tenda que Davi lhe havia preparado. Então, Davi ofereceu holocaustos6.17 Isto é, sacrifícios totalmente queimados; também no versículo 18. e ofertas de comunhão diante do Senhor. 18 Depois de oferecer os holocaustos e as ofertas de comunhão, Davi abençoou o povo em nome do Senhor dos Exércitos 19 e deu uma rosca, um bolo de tâmaras e um bolo de uvas-passas a cada homem e a cada mulher israelita na multidão. Então, todo o povo partiu, cada um para a sua casa.
20 Voltando Davi para casa para abençoar a sua família, Mical, filha de Saul, saiu ao seu encontro e lhe disse:
— Como o rei de Israel se destacou hoje, despindo-se sem pudor diante das escravas dos seus servos, como um homem vulgar!
21 Davi, porém, disse a Mical:
— Tudo o que fiz foi diante do Senhor, aquele que me escolheu em lugar do seu pai e de toda a casa dele, quando me designou príncipe sobre o povo do Senhor, sobre Israel; por isso, celebrarei diante do Senhor. 22 Eu me rebaixarei ainda mais e me humilharei aos meus próprios olhos. Contudo, serei honrado por essas escravas que você mencionou.
23 Mical, filha de Saul, jamais teve filhos até o final da sua vida.