Ο Αβεσσαλώμ επαναστατεί εναντίον του Δαβίδ
1 Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα, ο Αβεσσαλώμ προμηθεύτηκε μια άμαξα και άλογα, κι έβαλε πενήντα άντρες να τρέχουν μπροστά από την άμαξά του. 2 Σηκωνόταν το πρωί και στεκόταν στο πλάι του δρόμου που οδηγούσε στην πύλη. Κάθε φορά που ερχόταν στο βασιλιά για κρίση κάποιος που είχε μια διαφορά, ο Αβεσσαλώμ τον καλούσε και τον ρωτούσε: «Από ποια πόλη έρχεσαι;» Εκείνος του απαντούσε: «Ο δούλος σου είμαι από την τάδε φυλή του Ισραήλ». 3 Τότε ο Αβεσσαλώμ τού έλεγε: «Η υπόθεσή σου είναι σωστή και δίκαιη, αλλά κανείς δεν πρόκειται να σε ακούσει εκ μέρους του βασιλιά! 4 Αχ, και να με διόριζαν κριτή σ’ αυτήν τη χώρα! Όλοι όσοι θα είχαν διαφορές ή εκκρεμείς δίκες θα έρχονταν σ’ εμένα κι εγώ θα τους έδινα το δίκιο τους!» 5 Κι αν κανείς τον πλησίαζε για να τον προσκυνήσει, εκείνος άπλωνε το χέρι του, τον έπιανε και τον φιλούσε. 6 Αυτά έκανε ο Αβεσσαλώμ σ’ όλους όσοι πήγαιναν στο βασιλιά για να εκδικάσουν κάποια υπόθεσή τους. Έτσι κέρδιζε τις καρδιές των Ισραηλιτών.
7 Αφού πέρασαν τέσσερα χρόνιατέσσερα χρόνια, σύμφωνα με άλλες μεταφράσεις. Το εβρ. έχει «σαράντα χρόνια». είπε ο Αβεσσαλώμ στο βασιλιά: «Επίτρεψέ μου να πάω στη Χεβρών να εκπληρώσω ένα τάμα που έχω κάνει στον Κύριο. 8 Τον καιρό που ο δούλος σου έμενα στην Γεσούρ, στη Συρία, έκανα τάμα: Αν πράγματι με επαναφέρει ο Κύριος στην Ιερουσαλήμ, τότε θα του προσφέρω θυσίες στη Χεβρών». 9 Ο βασιλιάς τού είπε: «Πήγαινε στο καλό». Έτσι ο Αβεσσαλώμ κίνησε και πήγε στη Χεβρών. 10 Από ’κει ο Αβεσσαλώμ έστειλε κρυφά ανθρώπους του σ’ όλες τις φυλές του Ισραήλ και διέδιδε: «Όταν θ’ ακούσετε τον ήχο της σάλπιγγας, θα φωνάξετε: "ο Αβεσσαλώμ έγινε βασιλιάς στη Χεβρών!"»
11 Μαζί με τον Αβεσσαλώμ είχαν πάει και διακόσιοι άντρες από την Ιερουσαλήμ, καλεσμένοι του. Αυτοί όμως ήταν ανυποψίαστοι· δεν ήξεραν τίποτα. 12 Ενώ πρόσφερε τις θυσίες, έστειλε στη Γιλών να καλέσουν τον Αχιτόφελ το Γιλωνίτη, σύμβουλο του Δαβίδ. Έτσι η συνωμοσία απέκτησε ισχύ και ο λαός που ακολουθούσε τον Αβεσσαλώμ, γινόταν ολοένα και περισσότερος.
Η φυγή του Δαβίδ από την Ιερουσαλήμ
13 Ένας αγγελιοφόρος ήρθε στο Δαβίδ και του είπε: «Οι Ισραηλίτες είναι με το μέρος του Αβεσσαλώμ». 14 Τότε ο Δαβίδ είπε στους αξιωματούχους του, που ήταν μαζί του στην Ιερουσαλήμ: «Σηκωθείτε να φύγουμε, γιατί διαφορετικά δε θα μπορέσουμε να σωθούμε από τον Αβεσσαλώμ. Τρέξτε να γλιτώσουμε! Αυτός δεν θ’ αργήσει να μας προφτάσει· θα μας ρίξει στη δυστυχία και θα κατασφάξει τους κατοίκους της πόλης». 15 Οι αξιωματούχοι του τού είπαν: «Οι δούλοι σου είμαστε έτοιμοι να κάνουμε ό,τι αποφασίσει ο κύριός μας ο βασιλιάς». 16 Έτσι βγήκε ο βασιλιάς πεζός και τον ακολουθούσε όλη η οικογένειά του. Άφησε μόνο δέκα παλλακίδες να φυλάνε το ανάκτορο.
17 Ο βασιλιάς και όλοι όσοι τον ακολουθούσαν βγήκαν από την πόλη και στάθμευσαν στο τελευταίο σπίτι. 18 Όλοι οι αξιωματούχοι του Δαβίδ παρήλασαν μπροστά του: οι Χερεθαίοι και οι Φελεθαίοι σωματοφύλακές του και μετά οι εξακόσιοι Γαθίτες στρατιώτες, που τον είχαν ακολουθήσει από τη Γαθ. 19 Ο βασιλιάς σταμάτησε τον Ιτταΐ, τον αρχηγό τους, και τον ρώτησε: «Εσύ γιατί έρχεσαι μαζί μας; Γύρνα στην πόλη και μείνε κοντά στον καινούριο βασιλιά· γιατί εσύ είσαι ξένος για μας, εξόριστος από τον τόπο σου. 20 Μόλις χθες ήρθες και σήμερα θέλεις να σε πάρω μαζί μας; Εγώ δεν ξέρω πού πρόκειται να πάω. Γύρνα πίσω και πάρε και τους συμπατριώτες σου μαζί σου. Είθε ο Κύριος να σου δείξει την εύνοια και την πιστότητά του».
21 Ο Ιτταΐ όμως απάντησε στο βασιλιά: «Μα τον αληθινό Θεό και μα τη ζωή του κυρίου μου, του βασιλιά, όπου κι αν βρίσκεσαι, κύριέ μου βασιλιά, εκεί θα βρίσκομαι κι ο δούλος σου είτε ζωντανός είτε νεκρός». 22 Τότε ο Δαβίδ του είπε: «Καλά, προχώρα». Έτσι πέρασε ο Ιτταΐ, ο Γαθίτης, και μαζί του όλοι οι στρατιώτες του με τις οικογένειές τους. 23 Όλος ο κόσμος έκλαιγε με δυνατούς λυγμούς, καθώς περνούσαν μπροστά από το Δαβίδ αυτοί που θα τον ακολουθούσαν. Ο βασιλιάς και οι άντρες του πέρασαν το χείμαρρο των Κέδρων προς την κατεύθυνση της ερήμου.
24 Εκεί ήταν κι ο ιερέας Σαδώκ μαζί με τους Λευίτες που βάσταζαν την κιβωτό της διαθήκης του Θεού. Απόθεσαν κάτω την κιβωτό κι ο Αβιάθαρ πρόσφερε θυσίες ωσότου πέρασαν όλοι όσοι είχαν βγει από την πόλη. 25 Τότε είπε ο βασιλιάς στο Σαδώκ: «Πήγαινε πίσω την κιβωτό του Θεού, στην πόλη. Αν με ευνοήσει ο Κύριος, θα με ξαναφέρει εδώ και θα με αξιώσει να δω πάλι την κιβωτό και το κατοικητήριό του. 26 Αν όμως αποφασίσει ν’ αποσύρει την εύνοιά του από μένα, τότε εγώ είμαι στη διάθεσή του· ας με κάνει ό,τι θέλει».
27 Επίσης είπε ο βασιλιάς στο Σαδώκ: «Προσέξτε.Προσέξτε, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «Εσύ είσαι ο Βλέπων;» Γυρίστε ήσυχα στην πόλη, εσύ κι ο γιος σου ο Αχιμάας, καθώς κι ο Ιωνάθαν, γιος του Αβιάθαρ. 28 Εγώ θα παραμείνω στις στέπες της ερήμου ωσότου πάρω είδηση από σας». 29 Έτσι ο Σαδώκ και ο Αβιάθαρ ξανάφεραν την κιβωτό του Θεού στην Ιερουσαλήμ και έμειναν εκεί.
30 Ο Δαβίδ είχε πάρει την ανωφέρεια του όρους των Ελαιών. Βάδιζε ξυπόλητος με σκεπασμένο το κεφάλι κι έκλαιγε. Κι όλοι όσοι ήταν μαζί του είχαν σκεπασμένο το κεφάλι κι ανέβαιναν την ανηφόρα κλαίγοντας.
31 Έφεραν τότε στο Δαβίδ την είδηση ότι ο Αχιτόφελ ήταν ανάμεσα στους συνωμότες με τον Αβεσσαλώμ. Τότε είπε ο Δαβίδ: «Κύριε, σε παρακαλώ, κάνε να φανούν ανόητες οι συμβουλές του Αχιτόφελ».
32 Όταν έφτασε ο Δαβίδ στην κορυφή του λόφου, εκεί που προσκυνούσαν το Θεό, είδε να έρχεται προς το μέρος του ο Χουσαΐ, ο Αρχίτης, με σχισμένα τα ρούχα του και με χώμα στο κεφάλι.Βλ. υποσ. εις Γεν 37:29.33 Ο Δαβίδ του είπε: «Αν έρθεις μαζί μου, θα μου είσαι βάρος. 34 Αν όμως γυρίσεις στην πόλη και πεις στο βασιλιά Αβεσσαλώμ, ότι δήθεν θα είσαι δούλος του, όπως ήσουν και πρωτύτερα δούλος στον πατέρα του, τότε θα μπορέσεις να ματαιώσεις για χάρη μου τις συμβουλές του Αχιτόφελ. 35 Επιπλέον θα βοηθάς το Σαδώκ και τον Αβιάθαρ, τους ιερείς. Ο,τιδήποτε ακούς από το ανάκτορο του βασιλιά, θα το μεταφέρεις σ’ αυτούς. 36 Μαζί τους έχουν τους δύο γιους τους: ο Σαδώκ τον Αχιμάας κι ο Αβιάθαρ τον Ιωνάθαν. Μ’ αυτούς θα μου στέλνετε ό,τι πέφτει στην αντίληψή σας».
37 Ο Χουσαΐ, σύμβουλος του Δαβίδ, έμπαινε στην Ιερουσαλήμ την ώρα που έφτανε εκεί κι ο Αβεσσαλώμ.
A conspiração de Absalão
1 Algum tempo depois, Absalão adquiriu uma carruagem, cavalos e uma escolta de cinquenta homens. 2 Ele se levantava cedo e ficava junto ao caminho que levava à porta da cidade. Sempre que alguém trazia uma causa para ser julgada pelo rei, Absalão o chamava e dizia: "De que cidade você é?". "Teu servo é de uma das tribos de Israel", a pessoa respondia. 3 Então, Absalão dizia: "A sua causa é válida e legítima, mas não há nenhum representante do rei para ouvi-lo". 4 Depois, Absalão acrescentava: "Quem me dera ser designado juiz desta terra! Todos os que tivessem uma causa ou uma questão legal viriam a mim, e eu lhes faria justiça".
5 Sempre que alguém se aproximava dele para prostrar-se em sinal de respeito, Absalão estendia a mão, abraçava-o e beijava-o. 6 Absalão agia assim com todos os israelitas que vinham pedir que o rei lhes fizesse justiça. Desse modo, ele foi conquistando o coração das pessoas em Israel.
7 Ao final de quatro15.7 Conforme alguns manuscritos da Septuaginta, a Versão Siríaca e Josefo. O Texto Massorético traz quarenta. anos, Absalão disse ao rei:
— Deixa-me ir a Hebrom para cumprir um voto que fiz ao Senhor. 8 Quando o teu servo estava em Gesur, em Arã, fez este voto: "Se o Senhor me permitir voltar a Jerusalém, prestarei culto a ele em Hebrom".15.8 Conforme alguns manuscritos da Septuaginta. O Texto Massorético não traz em Hebrom.
9 Então, o rei disse:
— Vá em paz!
Ele foi para Hebrom.
10 Absalão, porém, enviou secretamente mensageiros a todas as tribos de Israel, dizendo:
— Assim que vocês ouvirem o som das trombetas, digam: "Absalão é rei em Hebrom".
11 Absalão levou duzentos homens de Jerusalém. Eles tinham sido convidados e nada sabiam nem suspeitavam do que estava acontecendo. 12 Depois de oferecer sacrifícios, Absalão mandou chamar o gilonita Aitofel, conselheiro de Davi, da cidade de Gilo. A conspiração ganhou força, e cresceu o número dos que seguiam Absalão.
A fuga de Davi
13 Então, um mensageiro chegou e disse a Davi:
— O coração dos israelitas está do lado de Absalão!
14 Em vista disso, Davi disse aos conselheiros que estavam com ele em Jerusalém:
— Vamos fugir; caso contrário, não escaparemos de Absalão. Se não partirmos imediatamente, ele nos alcançará, causará a nossa ruína e matará à espada todos na cidade.
15 Os conselheiros do rei lhe responderam:
— Os teus servos estão dispostos a fazer tudo o que o rei, nosso senhor, decidir.
16 O rei partiu, seguido por todos os da sua família; deixou, porém, dez concubinas para tomarem conta do palácio. 17 Assim, o rei partiu com todo o povo. Pararam na última casa da cidade, 18 e todos os seus soldados marcharam, passando por ele: todos os queretitas e peletitas e os seiscentos giteus que o acompanhavam desde Gate.
19 Então, o rei disse a Itai, o giteu:
— Por que você está indo conosco? Volte e fique com o novo rei, pois você é estrangeiro, um exilado da sua terra. 20 Faz pouco tempo que você chegou. Como eu poderia fazê-lo andar de um lado para outro? Volte e leve com você os seus irmãos. Que o Senhor o trate com bondade e fidelidade!15.20 Conforme a Septuaginta. O Texto Massorético traz Que a bondade e a misericórdia estejam com vocês!
21 Itai, contudo, respondeu ao rei:
— Tão certo como vive o Senhor e assim como o rei, meu senhor, vive, onde quer que o rei, meu senhor, estiver, ali estará este teu servo, quer para viver, quer para morrer!
22 Então, Davi disse a Itai:
— Está bem, pode ir adiante.
Itai, o giteu, marchou, com todos os seus soldados e com as famílias que estavam com ele.
23 Todo o povo do lugar chorava em alta voz enquanto o exército passava. O rei atravessou o vale do Cedrom, e todo o povo foi com ele em direção ao deserto.
24 Zadoque também estava lá e com ele todos os levitas que carregavam a arca da aliança de Deus. Puseram no chão a arca de Deus, enquanto Abiatar oferecia sacrifícios até que todo o povo saísse da cidade.15.24 Ou enquanto Abiatar também chegava lá, e até que todo o povo terminasse de sair da cidade.
25 Então, o rei disse a Zadoque:
— Leve a arca de Deus de volta para a cidade. Se o Senhor me mostrar benevolência, ele me trará de volta e me deixará ver a arca e o lugar onde ela deve permanecer. 26 Se, porém, ele disser que já não sou do seu agrado, aqui estou! Faça ele comigo o que for bom aos olhos dele.
27 O rei disse ainda ao sacerdote Zadoque:
— Você não é vidente? Volte em paz para a cidade. Leve o seu filho, Aimaás, e o filho de Abiatar, Jônatas. Você e Abiatar devem voltar com os dois filhos. 28 Ficarei esperando notícias de vocês pelos desfiladeiros do deserto.
29 Então, Zadoque e Abiatar levaram a arca de Deus de volta para Jerusalém e lá permaneceram.
30 Davi, porém, continuou subindo ao monte das Oliveiras, caminhando e chorando, com a cabeça coberta e os pés descalços. Todos os que iam com ele também tinham a cabeça coberta e subiam chorando. 31 Então, informaram Davi: "Aitofel é um dos conspiradores que apoiam Absalão". Diante disso, Davi orou:
— Ó Senhor, transforma em loucura os conselhos de Aitofel.
32 Quando Davi chegou ao alto do monte, ao lugar onde o povo costumava adorar a Deus, veio ao seu encontro Husai, o arquita, com a roupa rasgada e com terra sobre a cabeça. 33 Davi lhe disse:
— Se você vier comigo, será um peso para mim. 34 Contudo, se voltar à cidade, poderá dizer a Absalão: "Estarei ao teu serviço, ó rei. No passado, estive a serviço do teu pai, mas agora estarei ao teu serviço". Assim, você me ajudará, frustrando o conselho de Aitofel. 35 Os sacerdotes Zadoque e Abiatar estarão lá com você. Informe-os do que você souber no palácio real. 36 Também estão lá os dois filhos deles: Aimaás e Jônatas. Por meio deles, mandem notícias de tudo o que você ouvir.
37 Assim, Husai, amigo de Davi, chegou a Jerusalém quando Absalão estava entrando na cidade.