Ο Άβραμ ελευθερώνει το Λωτ
1 Εκείνη την εποχή, ο Αμραφέλ, βασιλιάς της Σεναάρ, ο Αριώχ, βασιλιάς της Ελλασάρ, ο Χοδολλογομέρ, βασιλιάς της Αιλάμ, και ο Θιδάλ, βασιλιάς των Γκογίμ,των Γκογίμ. Στα εβρ. σημαίνει: «των εθνών».2 κήρυξαν τον πόλεμο στο Βερά, βασιλιά των Σοδόμων, στο Βαρσά, βασιλιά των Γομόρρων, στο Σινόβ, βασιλιά της Αδαμά, στο Σεμαίβερ, βασιλιά της Σεβωίμ, κι επίσης στο βασιλιά της Βελά, δηλαδή της Σηγώρ. 3 Όλοι αυτοί οι τελευταίοι συγκεντρώθηκαν στην Κοιλάδα Σιδδίμ, δηλαδή στη Νεκρά Θάλασσα. 4 Δώδεκα χρόνια ήταν υπόδουλοι στο Χοδολλογομέρ, και το δέκατο τρίτο έτος επαναστάτησαν.
5 Το δέκατο τέταρτο έτος, όμως, ο Χοδολλογομέρ και οι σύμμαχοί του βασιλιάδες ήρθαν και σύντριψαν τους Ρεφαΐτες στην Ασταρώθ-Καρνάιμ, τους Ζουζίτες κοντά στην Αμ, τους Εμαίους στην πεδιάδα της Κιριαθάιμ, 6 και τους Χορραίους στα βουνά Σηείρ, ως την Ελ-Φαράν, στην έρημο. 7 Έπειτα ξαναγύρισαν στην Αιν-Μισπά,Αιν-Μισπά. Στα εβρ. σημαίνει «Πηγή της Κρίσεως». δηλαδή στην Κάδης· κατέστρεψαν όλη τη χώρα των Αμαληκιτών και νίκησαν τους Αμορραίους, που κατοικούσαν στη Χασεσών-Ταμάρ.
8 Τότε οι βασιλιάδες των Σοδόμων, των Γομόρρων, της Αδαμά, της Σεβωίμ και της Βελά (δηλαδή της Σηγώρ) βγήκαν στην Κοιλάδα Σιδδίμ και παρατάχθηκαν για πόλεμο 9 εναντίον του Χοδολλογομέρ βασιλιά της Αιλάμ, του Τιδάλ βασιλιά των Γκογίμ, του Αμραφέλ βασιλιά της Σεναάρ και του Αριώχ βασιλιά της Ελλασάρ –τέσσερις βασιλιάδες εναντίον πέντε. 10 Αλλά η Κοιλάδα Σιδδίμ είχε πολλούς λάκκους με πίσσα και κατά την υποχώρησή τους οι βασιλιάδες των Σοδόμων και των Γομόρρων έπεσαν μέσα εκεί· οι υπόλοιποι έφυγαν προς τα βουνά. 11 Οι νικητές λεηλάτησαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα και πήραν όλα τα αποθέματα τροφίμων. 12 Πήραν ακόμη αιχμάλωτο τον ανηψιό του Άβραμ, το Λωτ, που κατοικούσε στα Σόδομα, και όλα τα υπάρχοντά του, και έφυγαν.
13 Κάποιος όμως που γλίτωσε, ήρθε και τα ανάγγειλε όλα αυτά στον Άβραμ τον Εβραίο. Αυτός κατοικούσε κοντά στη Δρυ του Μαμβρή του Αμορραίου, αδερφού του Εσκώλ και του Ανέρ, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι του Άβραμ. 14 Όταν ο Άβραμ άκουσε ότι αιχμαλωτίστηκε ο συγγενής του, εξόπλισε τριακόσιους δεκαοχτώ από τους υπηρέτες του, που είχαν γεννηθεί στο σπίτι του, και καταδίωξε τους τέσσερις βασιλιάδες ως τη Δαν. 15 Τη νύχτα χώρισε τους άντρες του σε μικρές ομάδες, επιτέθηκε στους εχθρούς και τους κατατρόπωσε. Τους καταδίωξε ως τη Χοβά, βόρειαβόρεια. Κατά λ. «αριστερά», που στα εβρ. σημαίνει και «βόρεια». της Δαμασκού, 16 και πήρε πίσω όλα τους τα λάφυρα. Έφερε πίσω και τον συγγενή του το Λωτ και όλα του τα υπάρχοντα, μαζί με τις γυναίκες και τους άλλους αιχμαλώτους.
Ο Μελχισεδέκ ευλογεί τον Άβραμ
17 Καθώς ο Άβραμ επέστρεφε, μετά τη συντριβή του Χοδολλογομέρ και των συμμάχων του βασιλιάδων, βγήκε ο βασιλιάς των Σοδόμων να τον προϋπαντήσει στην Κοιλάδα Σαβέ, που λέγεται και «Κοιλάδα του Βασιλιά». 18 Επίσης και ο Μελχισεδέκ, ο βασιλιάς της Σαλήμ, που ήταν και ιερέας του ύψιστου Θεού, ήρθε κι έφερε στον Άβραμ ψωμί και κρασί. 19 Τον ευλόγησε και του είπε: «Ευλογημένος να είσαι, Άβραμ, από τον ύψιστο Θεό, το δημιουργό του ουρανού και της γης! 20 Ευλογημένος να είναι κι ο ύψιστος Θεός, που παρέδωσε τους εχθρούς σου στην εξουσία σου!» Ο Άβραμ τότε έδωσε στο Μελχισεδέκ το ένα δέκατο απ’ όλα του τα λάφυρα.
21 Ο βασιλιάς των Σοδόμων είπε στον Άβραμ: «Δώσ’ μου μόνο τους άντρες και κράτησε για τον εαυτό σου τα λάφυρα». 22 Αλλά ο Άβραμ τού απάντησε: «Ορκίζομαι στον Κύριο,Ορκίζομαι στον Κύριο. Κατά λ. «Υψώνω το χέρι μου στον Κύριο», κίνηση που δηλώνει όρκο. τον ύψιστο Θεό, που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη: 23 Ούτε μία κλωστή, ούτε ένα κορδόνι από σανδάλι, τίποτα δε θα κρατήσω απ’ όσα σου ανήκουν, για να μην πεις, "εγώ έκανα πλούσιο τον Άβραμ". 24 Τίποτα δε θα κρατήσω για τον εαυτό μου, παρά μόνον όσα έφαγαν οι άντρες μου. Επίσης οι σύμμαχοί μου Ανέρ, Εσκώλ και Μαμβρή θα πάρουν το μερίδιο τους».
Abrão socorre Ló
1 Na época em que Anrafel era rei de Sinar,14.1 Isto é, Babilônia; também no versículo 9. Arioque, rei de Elasar, Quedorlaomer, rei de Elão, e Tidal, rei de Goim, 2 foram à guerra contra Bera, rei de Sodoma, contra Birsa, rei de Gomorra, contra Sinabe, rei de Admá, contra Semeber, rei de Zeboim, e contra o rei de Belá, que é Zoar. 3 Todos estes juntaram as suas tropas no vale de Sidim, onde fica o mar Salgado.14.3 Isto é, o mar Morto.4 Por doze anos, serviram a Quedorlaomer; no décimo terceiro ano, porém, se rebelaram.
5 No décimo quarto ano, Quedorlaomer e os reis aliados a ele saíram e derrotaram os refains em Asterote-Carnaim, os zuzins em Hã, os emins em Savé-Quiriataim 6 e os horeus desde os montes de Seir até El-Parã, próximo ao deserto. 7 Depois, voltaram e foram para En-Mispate, que é Cades, e conquistaram todo o território dos amalequitas, assim como o dos amorreus que viviam em Hazazom-Tamar.
8 Então, os reis de Sodoma, de Gomorra, de Admá, de Zeboim e de Belá, que é Zoar, marcharam e tomaram posição de batalha no vale de Sidim 9 contra Quedorlaomer, rei de Elão, contra Tidal, rei de Goim, contra Anrafel, rei de Sinar, e contra Arioque, rei de Elasar. Eram quatro reis contra cinco. 10 O vale de Sidim era cheio de poços de betume; quando os reis de Sodoma e de Gomorra fugiram, alguns dos seus homens caíram nos poços, e o restante escapou para os montes. 11 Os vencedores levaram todos os bens de Sodoma e de Gomorra e todo o seu mantimento; então, partiram. 12 Levaram também Ló, sobrinho de Abrão, e os bens que ele possuía, visto que morava em Sodoma.
13 Alguém que tinha escapado veio e relatou tudo a Abrão, o hebreu, que vivia próximo aos carvalhos de Manre, o amorreu e irmão14.13 Ou parente; ou ainda aliado. de Escol e Aner, que eram parceiros em um acordo com Abrão. 14 Quando Abrão ouviu que o seu parente fora levado cativo, mandou convocar os trezentos e dezoito homens treinados, nascidos na sua casa, e saiu em perseguição aos invasores até Dã. 15 Durante a noite, ele dividiu os seus servos em grupos e atacou os invasores, perseguindo-os até Hobá, ao norte de Damasco. 16 Recuperou todos os bens e trouxe de volta o seu parente Ló com tudo o que possuía, com as mulheres e as outras pessoas.
Melquisedeque abençoa Abrão
17 Voltando Abrão da vitória sobre Quedorlaomer e sobre os reis aliados a ele, o rei de Sodoma foi ao seu encontro no vale de Savé, isto é, o vale do Rei.
18 Então, Melquisedeque, rei de Salém, trouxe pão e vinho. Ele era sacerdote do Deus Altíssimo 19 e abençoou Abrão, dizendo:
"Bendito seja Abrão pelo Deus Altíssimo,
Criador14.19 Ou Dono; também no versículo 22. dos céus e da terra.
20 Bendito seja o Deus Altíssimo,
que entregou os seus inimigos nas suas mãos!".
Então, Abrão lhe deu o dízimo de tudo.
21 O rei de Sodoma disse a Abrão:
— Dê-me as pessoas e pode ficar com os bens.
22 Abrão, porém, respondeu ao rei de Sodoma:
— Juro, de mãos levantadas ao Senhor, o Deus Altíssimo, Criador dos céus e da terra, 23 que não aceitarei nada do que pertence a você, nem mesmo um cordão ou uma correia de sandália, para que você jamais venha a dizer: "Eu enriqueci Abrão". 24 Nada aceitarei, a não ser o que os jovens comeram e a porção pertencente a Aner, Escol e Manre, os quais me acompanharam. Que eles recebam a sua porção.