ΧΟΡΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝ:
1 Πού πήγε ο αγαπημένος σου,
εσύ, μες στις γυναίκες η ομορφότερη;
Ποιον δρόμο πήρε ο αγαπημένος σου
ώστε να τον γυρέψουμε μαζί σου;
ΕΚΕΙΝΗ:
2 Ο αγαπημένος μου κατέβηκε στον κήπο του,
στα ευωδιαστά παρτέρια,
για να βοσκήσει μες στους κήπους το κοπάδι του
και να μαζέψει κρίνα.
3 Του αγαπημένου μου είμ’ εγώ
κι ο αγαπημένος μου δικός μου.
Στα κρίνα ανάμεσα βοσκάει το κοπάδι του.
«Καλή μου, είσαι ωραία...»
ΕΚΕΙΝΟΣ:
4 Καλή μου, είσαι ωραία όπως η Θίρσα,Για ορισμένο χρόνο η Θίρσα ήταν πρωτεύουσα του βόρειου βασιλείου του Ισραήλ (βλ. Α΄ Βασ. 15:33· 16:23).
χαριτωμένη όπως η Ιερουσαλήμ
και τρομερή καθώς στρατιές με φλάμπουρα.
5 Πάρε από πάνω μου τα μάτια σου
γιατί μ’ αναστατώνουν.
Ωσάν κοπάδι ερίφια τα μαλλιά σου,
που ροβολάνε από τις ράχες της Γαλαάδ.
6 Τα δόντια σου ωσάν κοπάδι αμνάδες,
που τωραδά τις πλύναν κι ανεβαίνουνε·
όλες γεννάνε δίδυμα,
στέρφα δεν βρίσκεται ανάμεσά τους.
7 Τα μάγουλά σου μέσ’ από το πέπλο σου
σαν δυο μισά ροδιού.
8 Εξήντα είν’ οι βασίλισσες
κι ογδόντα οι παλλακίδες
κι αμέτρητες οι κοπελιές.
9 Μια και μοναδική ’ναι η περιστέρα μου,
η λατρευτή μου,
της μάνας της μονάκριβη
και διαλεχτή εκεινής που την εγέννα.
Οι κοπελιές την είδαν και την καλοτύχισαν,
οι παλλακίδες κι οι βασίλισσες,
και την παινέψαν.
ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ:
10 Ποια είν’ ετούτη που ξεπροβάλλει
σαν την αυγή,
ωραία σαν τη σελήνη,
ακτινοβόλα σαν τον ήλιο
και τρομερή καθώς στρατιές με φλάμπουρα;
Προσμονή
ΕΚΕΙΝΟΣ:
11 Στον κήπο με τις καρυδιές κατέβηκα
να δω το χλόισμα της κοιλάδας,
να δω αν βλάστησε τ’ αμπέλι,
αν λουλουδίσαν οι ροδιές.
ΕΚΕΙΝΗ:
12 Δεν ξέρω πώς, μα τον εαυτό μου πια δεν τον κατέχω,
μ’ όλο που από ευγενική κατάγομαι γενιά.Η έννοια του στ. στα εβρ. είναι αβέβαιη.
1 אָ֚נָה הָלַ֣ךְ דּוֹדֵ֔ךְ הַיָּפָ֖ה בַּנָּשִׁ֑ים אָ֚נָה פָּנָ֣ה דוֹדֵ֔ךְ וּנְבַקְשֶׁ֖נּוּ עִמָּֽךְ׃ 2 דּוֹדִי֙ יָרַ֣ד לְגַנּ֔וֹ לַעֲרוּג֖וֹת הַבֹּ֑שֶׂם לִרְעוֹת֙ בַּגַּנִּ֔ים וְלִלְקֹ֖ט שֽׁוֹשַׁנִּֽים׃ 3 אֲנִ֤י לְדוֹדִי֙ וְדוֹדִ֣י לִ֔י הָרֹעֶ֖ה בַּשׁוֹשַׁנִּֽים׃ ס 4 יָפָ֨ה אַ֤תְּ רַעְיָתִי֙ כְּתִרְצָ֔ה נָאוָ֖ה כִּירוּשָׁלִָ֑ם אֲיֻמָּ֖ה כַּנִּדְגָּלֽוֹת׃ 5 הָסֵ֤בִּי עֵינַ֨יִךְ֙ מִנֶּגְדִּ֔י שֶׁ֥הֵ֖ם הִרְהִיבֻ֑נִי שַׂעְרֵךְ֙ כְּעֵ֣דֶר הָֽעִזִּ֔ים שֶׁגָּלְשׁ֖וּ מִן־הַגִּלְעָֽד׃ 6 שִׁנַּ֨יִךְ֙ כְּעֵ֣דֶר הָֽרְחֵלִ֔ים שֶׁעָל֖וּ מִן־הָרַחְצָ֑ה שֶׁכֻּלָּם֙ מַתְאִימ֔וֹת וְשַׁכֻּלָ֖ה אֵ֥ין בָּהֶֽם׃ 7 כְּפֶ֤לַח הָרִמּוֹן֙ רַקָּתֵ֔ךְ מִבַּ֖עַד לְצַמָּתֵֽךְ׃ 8 שִׁשִּׁ֥ים הֵ֨מָּה֙ מְּלָכ֔וֹת וּשְׁמֹנִ֖ים פִּֽילַגְשִׁ֑ים וַעֲלָמ֖וֹת אֵ֥ין מִסְפָּֽר׃ 9 אַחַ֥ת הִיא֙ יוֹנָתִ֣י תַמָּתִ֔י אַחַ֥ת הִיא֙ לְאִמָּ֔הּ בָּרָ֥ה הִ֖יא לְיֽוֹלַדְתָּ֑הּ רָא֤וּהָ בָנוֹת֙ וַֽיְאַשְּׁר֔וּהָ מְלָכ֥וֹת וּפִֽילַגְשִׁ֖ים וַֽיְהַלְלֽוּהָ׃ ס 10 מִי־זֹ֥את הַנִּשְׁקָפָ֖ה כְּמוֹ־שָׁ֑חַר יָפָ֣ה כַלְּבָנָ֗ה בָּרָה֙ כַּֽחַמָּ֔ה אֲיֻמָּ֖ה כַּנִּדְגָּלֽוֹת׃ ס 11 אֶל־גִּנַּ֤ת אֱגוֹז֙ יָרַ֔דְתִּי לִרְא֖וֹת בְּאִבֵּ֣י הַנָּ֑חַל לִרְאוֹת֙ הֲפָֽרְחָ֣ה הַגֶּ֔פֶן הֵנֵ֖צוּ הָרִמֹּנִֽים׃ 12 לֹ֣א יָדַ֔עְתִּי נַפְשִׁ֣י שָׂמַ֔תְנִי מַרְכְּב֖וֹת עַמִּי־נָדִֽיב׃