Οι πιστοί κι ο Θεός τους σ’ έναν κόσμο διαφθοράς
(Ψλ 53:2-7)
1 Στον πρωτοψάλτη. Ψαλμός του Δαβίδ.
Είπε μες στην καρδιά του ο ασύνετος:
«Δεν υπάρχει Θεός που να ενεργεί».Δεν... ενεργεί. Νοείται η απουσία του Θεού από την Ιστορία.
Φθαρμένα είναι τα έργα τους κι ανόσια,
κανείς δεν είναι το αγαθό να πράττει.
2 Παρατηρεί απ’ τους ουρανούς
ο Κύριος τους ανθρώπους,
να δει αν υπάρχει συνετός κανείς,
που το Θεό γυρεύει.
3 Όλοι απομακρύνθηκαν, όλοι μαζί φθαρήκαν.
Κανείς δεν πράττει το καλό, έστω κι ένας μονάχος.
4 «Δεν έχουνε», λέει ο Θεός, «επίγνωση
οι δράστες όλοι του κακού.
Κατασπαράζουν το λαό μου
έτσι όπως τρώνε το ψωμί·
σ’ εμένα δεν προσεύχονται».
5 Θα πέσει μέγας φόβος
εκεί που φόβος δεν υπήρχε,
γιατί ο Θεός είναι με των δικαίων τη γενιά.
6 Τη σκέψη εκμηδενίσατε του αδύνατου
αλλ’ αυτός έχει την ελπίδα του στον Κύριο.
7 Ποιος θα χαρίσει απ’ τη Σιών
τη σωτηρία του Ισραήλ;
Όταν ο Κύριος ξαναφέρει το λαό του
στην πρωτινή ευτυχία του,
οι απόγονοι του Ιακώβ θ’ αγάλλονται,
όλος ο Ισραήλ θα χαίρεται.
1 לַמְנַצֵּ֗חַ לְדָ֫וִ֥ד אָ֘מַ֤ר נָבָ֣ל בְּ֭לִבּוֹ אֵ֣ין אֱלֹהִ֑ים הִֽשְׁחִ֗יתוּ הִֽתְעִ֥יבוּ עֲלִילָ֗ה אֵ֣ין עֹֽשֵׂה־טֽוֹב׃ 2 יְֽהוָ֗ה מִשָּׁמַיִם֮ הִשְׁקִ֪יף עַֽל־בְּנֵי־אָ֫דָ֥ם לִ֭רְאוֹת הֲיֵ֣שׁ מַשְׂכִּ֑יל דֹּ֝רֵשׁ אֶת־אֱלֹהִֽים׃ 3 הַכֹּ֥ל סָר֮ יַחְדָּ֪ו נֶ֫אֱלָ֥חוּ אֵ֤ין עֹֽשֵׂה־ט֑וֹב אֵ֝֗ין גַּם־אֶחָֽד׃ 4 הֲלֹ֥א יָדְעוּ֮ כָּל־פֹּ֪עֲלֵ֫י אָ֥וֶן אֹכְלֵ֣י עַ֭מִּי אָ֣כְלוּ לֶ֑חֶם יְ֝הוָ֗ה לֹ֣א קָרָֽאוּ׃ 5 שָׁ֤ם ׀ פָּ֣חֲדוּ פָ֑חַד כִּֽי־אֱ֝לֹהִ֗ים בְּד֣וֹר צַדִּֽיק׃ 6 עֲצַת־עָנִ֥י תָבִ֑ישׁוּ כִּ֖י יְהוָ֣ה מַחְסֵֽהוּ׃ 7 מִ֥י יִתֵּ֣ן מִצִּיּוֹן֮ יְשׁוּעַ֪ת יִשְׂרָ֫אֵ֥ל בְּשׁ֣וּב יְ֭הוָה שְׁב֣וּת עַמּ֑וֹ יָגֵ֥ל יַ֝עֲקֹ֗ב יִשְׂמַ֥ח יִשְׂרָֽאֵל׃