(Ψλ 42–72)
Όπως η ελαφίνα αποζητάει
1 Στον πρωτοψάλτη, ψαλμός διδακτικός· για τη συγγένεια του Κορέ.Οι ψαλμοί 42 και 43 αρχικά ήταν ενωμένοι. – Η συγγένεια του Κορέ ήταν μαζί με άλλες επιφορτισμένη με την υμνωδία στο ναό της Ιερουσαλήμ. Κατά το Α΄ Χρ 6:22 τα μέλη της ήταν απόγονοι του Κορέ (βλ. Αρ κεφ. 16).
2 Όπως η ελαφίνα αποζητάει τα τρεχούμενα νερά
έτσι η ψυχή μου σ’ αποζητάει Θεέ μου!
3 Είν’ η ψυχή μου διψασμένη για το Θεό,
για τον αληθινό Θεό.
Πότε θα ’ρθώ να δω το πρόσωπό σου, Θεέ μου;
4 Τα δάκρυά μου είναι ψωμί για μένα μέρα νύχτα,
όταν ακούω να μου λένε ολημερίς,
«πού είναι ο Θεός σου;»
5 Θυμάμαι –και λιώνει μέσα μου η καρδιά–
όταν με ένδοξη, πολυπληθή πορεία
βάδιζα προς τον οίκο του Θεού,
μες σε φωνές χαράς κι ευχαριστίας,
στο θόρυβο των πανηγυριστών.
6 Ψυχή μου, γιατί λυπάσαι και μ’ αναστατώνεις;
Έλπιζε στο Θεό· θα τον υμνήσω πάλι
της ύπαρξής μου το σωτήρα και Θεό μου.
7 Θλίβεται μέσα μου η ψυχή μου·
για τούτο, Κύριε, θα σε θυμηθώ
απ’ του Ιορδάνη τις πηγές,
πλάι στο βουνό Μισάρ,
κι απ’ του Ερμών τα υψώματα.
8 Η μια στην άλλη άβυσσο φωνάζει
με των καταρραχτών σου τη βοή·
όλα τα κύματά σου κι οι φουρτούνες σου
πέρασαν από πάνω μου.
9 Τη μέρα στέλνει ο Κύριος το έλεός του,
κι εγώ θα λέω τη νύχτα το τραγούδι του,
την προσευχή μου στης ζωής μου το Θεό.
10 Θα λέω στο Θεό, στο βράχο μου:
«Γιατί μ’ απολησμόνησες;
γιατί να ζω με λύπη,
κάτω απ’ του εχθρού μου την καταπίεση;»
11 Τσακίζονται τα κόκαλά μου
όταν μ’ εξευτελίζουν οι δυνάστες μου,
καθώς μου λένε ολημερίς,
«πού είναι ο Θεός σου;»
12 Ψυχή μου, γιατί λυπάσαι και μ’ αναστατώνεις;
Έλπιζε στο Θεό· θα τον υμνήσω πάλι
της ύπαρξής μου το σωτήρα και Θεό μου.
1 לַמְנַצֵּ֗חַ מַשְׂכִּ֥יל לִבְנֵי־קֹֽרַח׃ 2 כְּאַיָּ֗ל תַּעֲרֹ֥ג עַל־אֲפִֽיקֵי־מָ֑יִם כֵּ֤ן נַפְשִׁ֨י תַעֲרֹ֖ג אֵלֶ֣יךָ אֱלֹהִֽים׃ 3 צָמְאָ֬ה נַפְשִׁ֨י ׀ לֵאלֹהִים֮ לְאֵ֪ל חָ֥י מָתַ֥י אָב֑וֹא וְ֝אֵרָאֶ֗ה פְּנֵ֣י אֱלֹהִֽים׃ 4 הָֽיְתָה־לִּ֬י דִמְעָתִ֣י לֶ֭חֶם יוֹמָ֣ם וָלָ֑יְלָה בֶּאֱמֹ֥ר אֵלַ֥י כָּל־הַ֝יּ֗וֹם אַיֵּ֥ה אֱלֹהֶֽיךָ׃ 5 אֵ֤לֶּה אֶזְכְּרָ֨ה ׀ וְאֶשְׁפְּכָ֬ה עָלַ֨י ׀ נַפְשִׁ֗י כִּ֤י אֶֽעֱבֹ֨ר ׀ בַּסָּךְ֮ אֶדַּדֵּ֗ם עַד־בֵּ֥ית אֱלֹ֫הִ֥ים בְּקוֹל־רִנָּ֥ה וְתוֹדָ֗ה הָמ֥וֹן חוֹגֵֽג׃ 6 מַה־תִּשְׁתּ֬וֹחֲחִ֨י ׀ נַפְשִׁי֮ וַתֶּהֱמִ֪י עָ֫לָ֥י הוֹחִ֣ילִי לֵֽ֭אלֹהִים כִּי־ע֥וֹד אוֹדֶ֗נּוּ יְשׁוּע֥וֹת פָּנָֽיו׃ 7 אֱֽלֹהַ֗י עָלַי֮ נַפְשִׁ֪י תִשְׁתּ֫וֹחָ֥ח עַל־כֵּ֗ן אֶ֭זְכָּרְךָ מֵאֶ֣רֶץ יַרְדֵּ֑ן וְ֝חֶרְמוֹנִ֗ים מֵהַ֥ר מִצְעָֽר׃ 8 תְּהֽוֹם־אֶל־תְּה֣וֹם ק֭וֹרֵא לְק֣וֹל צִנּוֹרֶ֑יךָ כָּֽל־מִשְׁבָּרֶ֥יךָ וְ֝גַלֶּ֗יךָ עָלַ֥י עָבָֽרוּ׃ 9 יוֹמָ֤ם ׀ יְצַוֶּ֬ה יְהוָ֨ה ׀ חַסְדּ֗וֹ וּ֭בַלַּיְלָה שירה עִמִּ֑י תְּ֝פִלָּ֗ה לְאֵ֣ל חַיָּֽי׃ 10 אוֹמְרָ֤ה ׀ לְאֵ֥ל סַלְעִי֮ לָמָ֪ה שְׁכַ֫חְתָּ֥נִי לָֽמָּה־קֹדֵ֥ר אֵלֵ֗ךְ בְּלַ֣חַץ אוֹיֵֽב׃ 11 בְּרֶ֤צַח ׀ בְּֽעַצְמוֹתַ֗י חֵרְפ֥וּנִי צוֹרְרָ֑י בְּאָמְרָ֥ם אֵלַ֥י כָּל־הַ֝יּ֗וֹם אַיֵּ֥ה אֱלֹהֶֽיךָ׃ 12 מַה־תִּשְׁתּ֬וֹחֲחִ֨י ׀ נַפְשִׁי֮ וּֽמַה־תֶּהֱמִ֪י עָ֫לָ֥י הוֹחִ֣ילִי לֵֽ֭אלֹהִים כִּי־ע֣וֹד אוֹדֶ֑נּוּ יְשׁוּעֹ֥ת פָּ֝נַ֗י וֵֽאלֹהָֽי׃