Η ήρεμη ευτυχία των πιστών
1 Αλληλούια! Αινείτε τον Κύριο!
Μακάριος ο άνθρωπος
που σέβεται τον Κύριο,
που βρίσκει ευχαρίστηση στις εντολές του!
2 Πάνω στη γη θα ’ναι ισχυροί
οι απόγονοί του·
των τίμιων η γενιά θα ευλογηθεί.
3 Πολλά αγαθά και πλούτη θα ’χει το σπιτικό του
και πάντα θα τον αποδέχεται ο Θεός.
4 Ακόμα και στις μαύρες ώρες,
φως ανατέλλει για τους τίμιους·
έχει αγάπη κι είναι σπλαχνικός και δίκαιος ο Κύριος.
5 Όλα πάνε καλά για κείνον που είν’ απλόχερος
και τον φτωχό δανείζει·
που διαχειρίζεται τις υποθέσεις του
σύμφωνα με το δίκαιο,
6 γιατί ποτέ του δε θα κλονιστεί·
τον δίκαιο αιώνια θα τον μνημονεύουν.
7 Φήμες κακές δεν θα φοβάται·
αμετακίνητα η καρδιά του
στον Κύριο ελπίζει.
8 Μένει το φρόνημά του ακλόνητο,
προσμένει δίχως φόβο
να δει των αντιπάλων του την ήττα.
9 Μοίρασε γενναιόδωρα, έδωσε στους φτωχούς,
θα ’ναι πιστός παντοτινά στον Κύριο·
θ’ αυξαίνει η δύναμή του μες στη δόξα.
10 Ο ασεβής το βλέπει
κι εξαγριώνεται,
τρίζει τα δόντια του
και λιώνει·
η επιθυμία των ασεβών θ’ αφανιστεί.
1 הַ֥לְלוּ יָ֨הּ ׀ אַשְׁרֵי־אִ֭ישׁ יָרֵ֣א אֶת־יְהוָ֑ה בְּ֝מִצְוֺתָ֗יו חָפֵ֥ץ מְאֹֽד׃ 2 גִּבּ֣וֹר בָּ֭אָרֶץ יִהְיֶ֣ה זַרְע֑וֹ דּ֭וֹר יְשָׁרִ֣ים יְבֹרָֽךְ׃ 3 הוֹן־וָעֹ֥שֶׁר בְּבֵית֑וֹ וְ֝צִדְקָת֗וֹ עֹמֶ֥דֶת לָעַֽד׃ 4 זָ֘רַ֤ח בַּחֹ֣שֶׁךְ א֭וֹר לַיְשָׁרִ֑ים חַנּ֖וּן וְרַח֣וּם וְצַדִּֽיק׃ 5 טֽוֹב־אִ֭ישׁ חוֹנֵ֣ן וּמַלְוֶ֑ה יְכַלְכֵּ֖ל דְּבָרָ֣יו בְּמִשְׁפָּֽט׃ 6 כִּֽי־לְעוֹלָ֥ם לֹא־יִמּ֑וֹט לְזֵ֥כֶר ע֝וֹלָ֗ם יִהְיֶ֥ה צַדִּֽיק׃ 7 מִשְּׁמוּעָ֣ה רָ֭עָה לֹ֣א יִירָ֑א נָכ֥וֹן לִ֝בּ֗וֹ בָּטֻ֥חַ בַּיהוָֽה׃ 8 סָמ֣וּךְ לִ֭בּוֹ לֹ֣א יִירָ֑א עַ֖ד אֲשֶׁר־יִרְאֶ֣ה בְצָרָֽיו׃ 9 פִּזַּ֤ר ׀ נָ֘תַ֤ן לָאֶבְיוֹנִ֗ים צִ֭דְקָתוֹ עֹמֶ֣דֶת לָעַ֑ד קַ֝רְנ֗וֹ תָּר֥וּם בְּכָבֽוֹד׃ 10 רָ֘שָׁ֤ע יִרְאֶ֨ה ׀ וְכָעָ֗ס שִׁנָּ֣יו יַחֲרֹ֣ק וְנָמָ֑ס תַּאֲוַ֖ת רְשָׁעִ֣ים תֹּאבֵֽד׃