Pular para o conteúdo
Publicidade

Ψαλμοι 142

WLC

Ο Κύριος ύστατο καταφύγιο του καταδιωγμένου

1 ΜασχίλΜασχίλ. Βλ. υποσ. εις Ψλ. 32:1. του Δαβίδ. Προσευχή όταν ήταν στη σπηλιά.

2 Με δυνατή φωνή κράζω στον Κύριο

και φωναχτά τον Κύριο ικετεύω.

3 Σκορπώ μπροστά του το παράπονό μου,

μπροστά του εκθέτω εγώ τη θλίψη μου.

4 Όταν λιγοψυχώ,

ξέρεις εσύ πού πάω.

Στο δρόμο ετούτον που πορεύομαι

μου στήσανε παγίδα.

5 Δεξιά μου κοίταξα και είδα πως

κανείς δεν ήταν που να με γνωρίζει·

για μένα εχάθη κάθε καταφύγιο,

κανένας που για τη ζωή μου να νοιαστεί.

6 Σ’ εσένα, Κύριε, φώναξα!

Είπα: Εσύ ’σαι ο προστάτης μου,

ό,τι μου ανήκει στη γη των ζωντανών.

7 Στη δέησή μου δώσε προσοχή,

γιατί πολύ εξασθένησα·

απάλλαξέ με απ’ τους διώκτες μου,

γιατ’ είναι δυνατότεροι από μένα.

8 Λευτέρωσέ με από τη φυλακή μου.

Και τότε στων δικαίων τη σύναξη

θα σε δοξολογήσω

γιατί με φρόντισες.

1 מַשְׂכִּ֥יל לְדָוִ֑ד בִּהְיוֹת֖וֹ בַמְּעָרָ֣ה תְפִלָּֽה׃ 2 ק֭וֹלִי אֶל־יְהוָ֣ה אֶזְעָ֑ק ק֝וֹלִ֗י אֶל־יְהוָ֥ה אֶתְחַנָּֽן׃ 3 אֶשְׁפֹּ֣ךְ לְפָנָ֣יו שִׂיחִ֑י צָ֝רָתִ֗י לְפָנָ֥יו אַגִּֽיד׃ 4 בְּהִתְעַטֵּ֬ף עָלַ֨י ׀ רוּחִ֗י וְאַתָּה֮ יָדַ֪עְתָּ נְֽתִיבָ֫תִ֥י בְּאֹֽרַח־ז֥וּ אֲהַלֵּ֑ךְ טָמְנ֖וּ פַ֣ח לִֽי׃ 5 הַבֵּ֤יט יָמִ֨ין ׀ וּרְאֵה֮ וְאֵֽין־לִ֪י מַ֫כִּ֥יר אָבַ֣ד מָנ֣וֹס מִמֶּ֑נִּי אֵ֖ין דּוֹרֵ֣שׁ לְנַפְשִֽׁי׃ 6 זָעַ֥קְתִּי אֵלֶ֗יךָ יְה֫וָ֥ה אָ֭מַרְתִּי אַתָּ֣ה מַחְסִ֑י חֶ֝לְקִ֗י בְּאֶ֣רֶץ הַֽחַיִּים׃ 7 הַקְשִׁ֤יבָה ׀ אֶֽל־רִנָּתִי֮ כִּֽי־דַלּ֪וֹתִ֫י מְאֹ֥ד הַצִּילֵ֥נִי מֵרֹדְפַ֑י כִּ֖י אָמְצ֣וּ מִמֶּֽנִּי׃ 8 ה֘וֹצִ֤יאָה מִמַּסְגֵּ֨ר ׀ נַפְשִׁי֮ לְהוֹד֪וֹת אֶת־שְׁ֫מֶ֥ךָ בִּ֭י יַכְתִּ֣רוּ צַדִּיקִ֑ים כִּ֖י תִגְמֹ֣ל עָלָֽי׃

Estes versículos te tocaram? Ore agora!

+581 estão orando agora.

Junte-se à corrente de oração.