Ο Κύριος ύστατο καταφύγιο του καταδιωγμένου
1 ΜασχίλΜασχίλ. Βλ. υποσ. εις Ψλ. 32:1. του Δαβίδ. Προσευχή όταν ήταν στη σπηλιά.
2 Με δυνατή φωνή κράζω στον Κύριο
και φωναχτά τον Κύριο ικετεύω.
3 Σκορπώ μπροστά του το παράπονό μου,
μπροστά του εκθέτω εγώ τη θλίψη μου.
4 Όταν λιγοψυχώ,
ξέρεις εσύ πού πάω.
Στο δρόμο ετούτον που πορεύομαι
μου στήσανε παγίδα.
5 Δεξιά μου κοίταξα και είδα πως
κανείς δεν ήταν που να με γνωρίζει·
για μένα εχάθη κάθε καταφύγιο,
κανένας που για τη ζωή μου να νοιαστεί.
6 Σ’ εσένα, Κύριε, φώναξα!
Είπα: Εσύ ’σαι ο προστάτης μου,
ό,τι μου ανήκει στη γη των ζωντανών.
7 Στη δέησή μου δώσε προσοχή,
γιατί πολύ εξασθένησα·
απάλλαξέ με απ’ τους διώκτες μου,
γιατ’ είναι δυνατότεροι από μένα.
8 Λευτέρωσέ με από τη φυλακή μου.
Και τότε στων δικαίων τη σύναξη
θα σε δοξολογήσω
γιατί με φρόντισες.
1 מַשְׂכִּ֥יל לְדָוִ֑ד בִּהְיוֹת֖וֹ בַמְּעָרָ֣ה תְפִלָּֽה׃ 2 ק֭וֹלִי אֶל־יְהוָ֣ה אֶזְעָ֑ק ק֝וֹלִ֗י אֶל־יְהוָ֥ה אֶתְחַנָּֽן׃ 3 אֶשְׁפֹּ֣ךְ לְפָנָ֣יו שִׂיחִ֑י צָ֝רָתִ֗י לְפָנָ֥יו אַגִּֽיד׃ 4 בְּהִתְעַטֵּ֬ף עָלַ֨י ׀ רוּחִ֗י וְאַתָּה֮ יָדַ֪עְתָּ נְֽתִיבָ֫תִ֥י בְּאֹֽרַח־ז֥וּ אֲהַלֵּ֑ךְ טָמְנ֖וּ פַ֣ח לִֽי׃ 5 הַבֵּ֤יט יָמִ֨ין ׀ וּרְאֵה֮ וְאֵֽין־לִ֪י מַ֫כִּ֥יר אָבַ֣ד מָנ֣וֹס מִמֶּ֑נִּי אֵ֖ין דּוֹרֵ֣שׁ לְנַפְשִֽׁי׃ 6 זָעַ֥קְתִּי אֵלֶ֗יךָ יְה֫וָ֥ה אָ֭מַרְתִּי אַתָּ֣ה מַחְסִ֑י חֶ֝לְקִ֗י בְּאֶ֣רֶץ הַֽחַיִּים׃ 7 הַקְשִׁ֤יבָה ׀ אֶֽל־רִנָּתִי֮ כִּֽי־דַלּ֪וֹתִ֫י מְאֹ֥ד הַצִּילֵ֥נִי מֵרֹדְפַ֑י כִּ֖י אָמְצ֣וּ מִמֶּֽנִּי׃ 8 ה֘וֹצִ֤יאָה מִמַּסְגֵּ֨ר ׀ נַפְשִׁי֮ לְהוֹד֪וֹת אֶת־שְׁ֫מֶ֥ךָ בִּ֭י יַכְתִּ֣רוּ צַדִּיקִ֑ים כִּ֖י תִגְמֹ֣ל עָלָֽי׃