Επίκληση ενός καταδιωγμένου
1 Στον πρωτοψάλτη, με λαούτα. ΜασχίλΜασχίλ. Βλ. υποσ. εις Ψλ. 32:1. του Δαβίδ, 2 την εποχή που ήρθαν στο Σαούλ οι Ζιφίτες και του κατέδωσαν ότι ο Δαβίδ κρυβόταν στην περιοχή τους.
3 Θεέ,
με τη δική σου ύπαρξη σώσε με·
και με τη δύναμή σου
απόδωσε το δίκιο μου.
4 Θεέ,
την προσευχή μου άκουσε,
και πρόσεξε τα λόγια που σου λέω.
5 Γιατί αλλοεθνείς ξεσηκωθήκαν εναντίον μου,
και τύραννοι γυρεύουν τη ζωή μου·
και το Θεό
δεν τον υπολογίζουνε.
(Διάψαλμα)
6 Να όμως που ο Θεός είναι βοηθός μου·
ο Κύριος είναι της ζωής μου στήριγμα.
7 Θα στρέψει στους εχθρούς μου το κακό!
Εξόντωσέ τους, Κύριε,
γιατί κρατάς το λόγο σου.
8 Αυθόρμητα θυσία θα σου προσφέρω·
την ύπαρξή σου, Κύριε, θα υμνώ,
γιατ’ είσαι όλος καλοσύνη.
9 Γιατί με λύτρωσες
από τις θλίψεις μου όλες,
κι είδαν τα μάτια μου
τι πάθαν οι εχθροί μου.
1 לַמְנַצֵּ֥חַ בִּנְגִינֹ֗ת מַשְׂכִּ֥יל לְדָוִֽד׃ 2 בְּב֣וֹא הַ֭זִּיפִים וַיֹּאמְר֣וּ לְשָׁא֑וּל הֲלֹ֥א דָ֝וִ֗ד מִסְתַּתֵּ֥ר עִמָּֽנוּ׃ 3 אֱ֭לֹהִים בְּשִׁמְךָ֣ הוֹשִׁיעֵ֑נִי וּבִגְבוּרָתְךָ֥ תְדִינֵֽנִי׃ 4 אֱ֭לֹהִים שְׁמַ֣ע תְּפִלָּתִ֑י הַ֝אֲזִ֗ינָה לְאִמְרֵי־פִֽי׃ 5 כִּ֤י זָרִ֨ים ׀ קָ֤מוּ עָלַ֗י וְֽ֭עָרִיצִים בִּקְשׁ֣וּ נַפְשִׁ֑י לֹ֤א שָׂ֨מוּ אֱלֹהִ֖ים לְנֶגְדָּ֣ם סֶֽלָה׃ 6 הִנֵּ֣ה אֱ֭לֹהִים עֹזֵ֣ר לִ֑י אֲ֝דֹנָ֗י בְּֽסֹמְכֵ֥י נַפְשִֽׁי׃ 7 ישוב הָ֭רַע לְשֹׁרְרָ֑י בַּ֝אֲמִתְּךָ֗ הַצְמִיתֵֽם׃ 8 בִּנְדָבָ֥ה אֶזְבְּחָה־לָּ֑ךְ א֤וֹדֶה שִּׁמְךָ֖ יְהוָ֣ה כִּי־טֽוֹב׃ 9 כִּ֣י מִכָּל־צָ֭רָה הִצִּילָ֑נִי וּ֝בְאֹיְבַ֗י רָאֲתָ֥ה עֵינִֽי׃