Τα δάκρυα γίνονται χαρά
1 Ωδή των αναβαθμών.
Όταν ο Κύριος μας έφερε
απ’ την αιχμαλωσία πίσω στη Σιών,
ήμασταν σαν να βλέπαμε όνειρο.
2 Τότε γέλιο πλημμύρισε το στόμα μας
κι η γλώσσα μας ύμνους χαράς·
τότε λέγαν οι λαοί αναμεταξύ τους:
«Μεγάλα έργα έκανε ο Κύριος γι’ αυτούς!»
3 Μεγάλα έργα έκανε ο Κύριος για μας·
μας γέμισε ευφροσύνη.
4 Φέρε μας, Κύριε, ξανά
στην πρωτινή ευτυχία μας,Στην αρχή των στ. 1 και 4 το εβρ. χρησιμοποιεί την ίδια έκφραση, που μπορεί να έχει δύο έννοιες: «φέρνω πίσω από την αιχμαλωσία» και «αποκαθιστώ κάποιον στην προηγούμενη καλή του κατάσταση».
με μιας, όπως γεμίζουνε
οι ξερές κοίτες των χειμάρρων.
5 Όσοι με δάκρυα σπέρνουνε
θα χαίρονται στο θερισμό.
6 Αυτός που κλαίει στον πηγαιμό
το σπόρο κουβαλώντας,
γυρίζοντας θα τραγουδάει χαρούμενος
δεμάτια φορτωμένος.
1 שִׁ֗יר הַֽמַּ֫עֲל֥וֹת בְּשׁ֣וּב יְ֭הוָה אֶת־שִׁיבַ֣ת צִיּ֑וֹן הָ֝יִ֗ינוּ כְּחֹלְמִֽים׃ 2 אָ֤ז יִמָּלֵ֪א שְׂח֡וֹק פִּינוּ֮ וּלְשׁוֹנֵ֪נוּ רִ֫נָּ֥ה אָ֭ז יֹאמְר֣וּ בַגּוֹיִ֑ם הִגְדִּ֥יל יְ֝הוָ֗ה לַעֲשׂ֥וֹת עִם־אֵֽלֶּה׃ 3 הִגְדִּ֣יל יְ֭הוָה לַעֲשׂ֥וֹת עִמָּ֗נוּ הָיִ֥ינוּ שְׂמֵחִֽים׃ 4 שׁוּבָ֣ה יְ֭הוָה אֶת־שבותנו כַּאֲפִיקִ֥ים בַּנֶּֽגֶב׃ 5 הַזֹּרְעִ֥ים בְּדִמְעָ֗ה בְּרִנָּ֥ה יִקְצֹֽרוּ׃ 6 הָ֘ל֤וֹךְ יֵלֵ֨ךְ ׀ וּבָכֹה֮ נֹשֵׂ֪א מֶֽשֶׁךְ־הַ֫זָּ֥רַע בֹּֽ֬א־יָב֥וֹא בְרִנָּ֑ה נֹ֝שֵׂ֗א אֲלֻמֹּתָֽיו׃