Η δόξα του Θεού και η μεγαλοσύνη του ανθρώπου
1 Στον πρωτοψάλτη, όπως το γκιττίθ.γκιττίθ. Ο όρος σημαίνει το είδος της μελωδίας, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να ψάλλεται ο ψαλμός. Ψαλμός του Δαβίδ.
2 Δέσποτα, Κύριέ μας,
πόσο είναι θαυμαστή η ύπαρξή σου
σ’ ολόκληρη τη γη!
Τη δόξα σου ως τους ουρανούς θα ψάλλω.
3 Την κραυγή των μικρών και των ανίσχυρωντων μικρών και των ανίσχυρων. Η έκφραση πιθανότατα θα πρέπει να κατανοηθεί μεταφορικά. Πρβλ. Θρ 2:18-19· 4:2-4, όπου η Σιών αναφέρεται ως χήρα και ο ηττημένος λαός ως μικρά παιδιά.
την κάνεις δύναμη εναντίον των εχθρών σου,
ώστε να βουβαθεί ο εχθρός κι ο διώκτης τους.
4 Όσες φορές βλέπω στους ουρανούς σου
–έργα της αξιοσύνης σου–
τ’ αστέρια, τη σελήνη,
που εσύ τα στέριωσες,
αναλογίζομαι:
5 Τι τάχα είν’ ο άνθρωπος
ώστε να τον φροντίζεις;
ο κάτοικος της γης
ώστε να νοιάζεσαι γι’ αυτόν;
6 Τον έκανες ωστόσο
λίγο μικρότερο από σένα·από σένα. Κατά τους Ο΄: από τους αγγέλους.
με δόξα τον στεφάνωσες και με τιμή.
7 Κύριο τον έκανες πάνω στα πλάσματά σου,
όλα στην εξουσία του τα ’δωσες.
8 Όλα τα πρόβατα, τα βόδια,
ακόμη και τα ζώα τ’ άγρια,
9 τ’ ουρανού τα πετούμενα,
της θάλασσας τα ψάρια
κι αυτά που πλέουν στους δρόμους των νερών.
10 Δέσποτα, Κύριέ μας,
πόσο είναι θαυμαστή η ύπαρξή σου
σ’ ολόκληρη τη γη!
1 לַמְנַצֵּ֥חַ עַֽל־הַגִּתִּ֗ית מִזְמ֥וֹר לְדָוִֽד׃ 2 יְהוָ֤ה אֲדֹנֵ֗ינוּ מָֽה־אַדִּ֣יר שִׁ֭מְךָ בְּכָל־הָאָ֑רֶץ אֲשֶׁ֥ר תְּנָ֥ה ה֝וֹדְךָ֗ עַל־הַשָּׁמָֽיִם׃ 3 מִפִּ֤י עֽוֹלְלִ֨ים ׀ וְֽיֹנְקִים֮ יִסַּ֪דְתָּ֫ עֹ֥ז לְמַ֥עַן צוֹרְרֶ֑יךָ לְהַשְׁבִּ֥ית א֝וֹיֵ֗ב וּמִתְנַקֵּֽם׃ 4 כִּֽי־אֶרְאֶ֣ה שָׁ֭מֶיךָ מַעֲשֵׂ֣י אֶצְבְּעֹתֶ֑יךָ יָרֵ֥חַ וְ֝כוֹכָבִ֗ים אֲשֶׁ֣ר כּוֹנָֽנְתָּה׃ 5 מָֽה־אֱנ֥וֹשׁ כִּֽי־תִזְכְּרֶ֑נּוּ וּבֶן־אָ֝דָ֗ם כִּ֣י תִפְקְדֶֽנּוּ׃ 6 וַתְּחַסְּרֵ֣הוּ מְּ֭עַט מֵאֱלֹהִ֑ים וְכָב֖וֹד וְהָדָ֣ר תְּעַטְּרֵֽהוּ׃ 7 תַּ֭מְשִׁילֵהוּ בְּמַעֲשֵׂ֣י יָדֶ֑יךָ כֹּ֝ל שַׁ֣תָּה תַֽחַת־רַגְלָֽיו׃ 8 צֹנֶ֣ה וַאֲלָפִ֣ים כֻּלָּ֑ם וְ֝גַ֗ם בַּהֲמ֥וֹת שָׂדָֽי׃ 9 צִפּ֣וֹר שָׁ֭מַיִם וּדְגֵ֣י הַיָּ֑ם עֹ֝בֵ֗ר אָרְח֥וֹת יַמִּֽים׃ 10 יְהוָ֥ה אֲדֹנֵ֑ינוּ מָֽה־אַדִּ֥יר שִׁ֝מְךָ֗ בְּכָל־הָאָֽרֶץ׃