Pular para o conteúdo
Publicidade

Cânticos 5

TGVD

0

1 Entro no meu jardim, minha irmã, minha noiva, colho a minha mirra e o meu bálsamo, como o meu favo com meu mel, bebo o meu vinho com o meu leite. Amigos, comei e bebei; inebriai-vos, ó caríssimos.

3 Tirei minha túnica; como irei revesti-la? Lavei os meus pés; por que sujá-los de novo?

4 Meu bem-amado passou a mão pela abertura (da porta) e o meu coração estremeceu.

5 Levantei-me para abrir ao meu amado; a mirra escorria de minhas mãos, de meus dedos a mirra líquida sobre os trincos do ferrolho.

6 Abri ao meu bem-amado, mas ele se tinha ido, tinha desaparecido; ouvindo-o falar, eu ficava fora de mim. Procurei-o e não o encontrei; chamei-o, mas ele não respondeu.

7 Os guardas encontraram-me, quando faziam sua ronda na cidade. Bateram-me, feriram-me, arrancaram-me o manto os guardas das muralhas.

8 Conjuro-vos, ó filhas de Jerusalém, se encontrardes o meu amado, que lhe haveis de dizer? Dizei-lhe que estou enferma de amor.

9 Que tem o teu bem-amado a mais que os outros, ó tu, a mais bela das mulheres? Que tem o teu bem-amado a mais que os outros, para que assim nos conjures?

10 Meu amado é forte e corado, distingue-se entre dez mil.

11 Sua cabeça é de ouro puro, seus cachos flexíveis são negros como o corvo.

12 Seus olhos são como pombas à beira dos regatos, banhando-se em leite, pousadas nas praias.

13 Suas faces são um jardim perfumado onde crescem plantas perfumadas. Seus lábios são lírios que destilam mirra líquida.

14 Suas mãos são argolas de ouro incrustadas de pedrarias. Seu corpo é um bloco de marfim recoberto de safiras.

15 Suas pernas são colunas de alabastro erguidas sobre pedestais de ouro puro. Seu aspecto é como o do Líbano, imponente como os cedros.

16 Sua boca é cheia de doçura, tudo nele é encanto. Assim é o meu amigo, tal é o meu amado, ó filhas de Jerusalém!

ΕΚΕΙΝΟΣ:

1 Μπαίνω μες στο περβόλι μου, καλή μου κι αδερφή μου,

τρυγώ τη σμύρνα μου, τρυγώ ταρώματά μου·

γεύομαι την κερήθρα μου αντάμα με το μέλι μου

και το κρασί μου πίνω με το γάλα μου μαζί.

Φίλοι μου, φάτε, πιείτε

και μεθύστε απαγάπη!

Νυχτερινοί στοχασμοί

ΕΚΕΙΝΗ:

2 Εγώ κοιμόμουν, μα ξαγρύπνα μου η καρδιά.

Άκου, χτυπάει ο αγαπημένος μου και λέει:

ΕΚΕΙΝΟΣ:

«Καλή μου, άνοιξέ μου, κι αδερφή μου,

περιστεράκι μου και λατρευτή μου,

γιατί η δροσιά σκέπασε το κεφάλι μου

κι οι βραδινές σταλαγματιές νοτίσαν τα μαλλιά μου».

ΕΚΕΙΝΗ:

3 «Έβγαλα το χιτώνα μου·

τώρα ξανά πρέπει

να τον φορέσω.

Τα πόδια μου τα έπλυνα·

τώρα ξανά πρέπει

να λερωθούν».

4 Άπλωσε ο αγαπημένος μου το χέρι του

μέσαπτης θύρας μου τη χαραμάδα

κι αναταράχτηκαν τα σπλάχνα μου γιαυτόν.

5 Σηκώθηκα νανοίξω στον καλό μου

και σμύρνα στάλαζε απτα χέρια μου,

κι από τα δάχτυλά μου σμύρνα ρέουσα

στης κλειδωνιάς απάνω τη λαβή.

6 Άνοιξα στον αγαπημένο μου,

μα ο καλός μου είχε φύγει.

Λαχτάρησα νακούσω τη λαλιά του.

Τον αναζήτησα και δεν τον βρήκα.

Του φώναξα κι αυτός δε μαποκρίθηκε.

7 Με συναπάντησαν οι φύλακες

που τριγυρνάνε μες στην πόλη·

με χτύπησαν, με πλήγωσαν,

μου βγάλανε το πέπλο μου

εκείνοι που στα τείχη είναι φρουροί.

Η νύφη ζητάει βοήθεια

ΕΚΕΙΝΗ:

8 Σας εξορκίζω, κόρες της Ιερουσαλήμ,

σόσα ζαρκάδια κι ελαφίνες έχει ο κάμπος,Βλ. υποσ. εις κεφ. 2:7.

αν τον καλό μου βρείτε, να του πείτε

ότι πεθαίνω απτης αγάπης την πληγή.

ΧΟΡΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝ:

9 Τι έχει τάχα ο καλός σου πιότερο

από έναν άλλο αγαπημένο,

εσύ, μες στις γυναίκες η ομορφότερη;

Τι έχει τάχα ο καλός σου πιότερο

από έναν άλλο αγαπημένο,

ώστε να μας ξορκίζεις με τον τρόπο αυτό;

ΕΚΕΙΝΗ:

10 Ο αγαπημένος μου είναι άσπρος κι είναι ρόδινος

και ξεχωρίζει μέσα σε μυριάδες.

11 Η κεφαλή του είναι καθάριο μάλαμα

και τα μαλλιά του χουρμαδιάς κλαδιά, μαύρα σαν το κοράκι.

12 Τα μάτια του, καθώς τα περιστέρια

στις όχθες των ρυακιών·

λούζονται μες στο γάλα,

κάθονται δίπλα στο νερό.

13 Τα μάγουλά του είναι πρασιές μυριστικά,

βραγιές λουλούδια ευωδιασμένα,

τα χείλη του είναι κρίνα

που στάζουν σμύρνα ρέουσα.

14 Βέργες χρυσές τα χέρια του,

με της Θαρσείς πετράδια στολισμένα·

τεχνουργημένο η κοιλιά του ελεφαντόδοντο

ζαφείρια σκεπασμένο.

15 Οι κνήμες του κολόνες αλαβάστρινες

σε χρυσαφένια βάθρα στηριγμένες.

Η όψη του καθώς ο Λίβανος,

έξοχος σαν τους κέδρους.

16 Τό στόμα του είναι γλύκα μοναχή

και μυριοπόθητη ολάκερη η ύπαρξή του.

Τέτοιος ο αγαπημένος μου

και τέτοιος ο καλός μου,

κοπέλες της Ιερουσαλήμ.

Veja também