Saul é ungido rei
1 Samuel apanhou uma vasilha com óleo, derramou-o sobre a cabeça de Saul e o beijou, dizendo:
— O Senhor o ungiu como líder da herança dele.10.1 A Septuaginta traz líder de Israel, o seu povo. Você reinará sobre o povo do Senhor e o salvará do poder dos seus inimigos ao redor. E isto lhe será um sinal de que o Senhor o ungiu como líder sobre a herança dele.2 Hoje, quando você partir, encontrará dois homens perto do túmulo de Raquel, em Zelza, na fronteira de Benjamim. Eles dirão: "As jumentas que você foi procurar já foram encontradas. Agora o seu pai deixou de se importar com elas e está preocupado com vocês. Ele está perguntando: ‘Como encontrarei o meu filho?’ ".
3 — Dali você prosseguirá para o carvalho de Tabor. Três homens subirão a caminho do santuário de Deus, em Betel, e encontrarão você ali. Um levará três cabritos; outro, três pães; e outro, um odre cheio de vinho. 4 Eles o cumprimentarão e oferecerão a você dois pães, que você deve aceitar.
5 — Depois, você irá a Gibeá de Deus, onde há um destacamento filisteu. Ao chegar à cidade, você encontrará um grupo de profetas, que desce do santuário local, tocando liras, tamborins, flautas e harpas, e profetizando. 6 O Espírito do Senhor virá sobre você com poder, e com eles você profetizará e será um novo homem. 7 Assim que esses sinais se cumprirem, faça o que estiver ao seu alcance, pois Deus está com você.
8 — Desça à minha frente até Gilgal. Depois, eu descerei até você para oferecer holocaustos10.8 Isto é, sacrifícios totalmente queimados. e sacrifícios de comunhão, mas você deve esperar sete dias, até que eu chegue e lhe diga o que fazer.
9 Quando se virou para afastar-se de Samuel, Deus mudou o coração de Saul, e todos aqueles sinais se cumpriram naquele dia. 10 Chegando a Gibeá, um grupo de profetas veio em sua direção; o Espírito de Deus veio com poder sobre Saul, e este profetizou no meio deles. 11 Quando os que já o conheciam o viram profetizando com os profetas, perguntaram uns aos outros:
— O que aconteceu ao filho de Quis? Saul também está entre os profetas?
12 Um homem daquele lugar respondeu:
— E quem é o pai deles?
De modo que isto se tornou um ditado: "Saul também está entre os profetas?". 13 Depois que Saul parou de profetizar, foi para o santuário local.
14 Então, o tio de Saul perguntou a ele e ao seu servo:
— Aonde vocês foram?
Ele respondeu:
— Procurar as jumentas. Quando, porém, vimos que não seriam encontradas, fomos falar com Samuel.
15 — Conte-me, por favor, o que Samuel disse a vocês? — perguntou o tio.
16 Saul respondeu-lhe:
— Ele nos garantiu que as jumentas tinham sido encontradas.
Contudo, Saul não contou ao tio o que Samuel tinha dito sobre o reino.
17 Samuel convocou o povo de Israel ao Senhor, em Mispá, 18 e disse a eles:
— Assim diz o Senhor, o Deus de Israel: "Eu tirei Israel do Egito e libertei vocês do poder do Egito e de todos os reinos que os oprimiam". 19 Vocês, porém, agora rejeitaram o Deus que os salva de todas as suas desgraças e angústias e lhe disseram: "Não! Escolhe um rei para nós". Por isso, agora, apresentem-se diante do Senhor, de acordo com as suas tribos e os seus clãs.
20 Tendo Samuel feito todas as tribos de Israel se aproximarem, escolheu por sorteio a tribo de Benjamim. 21 Então, fez ir à frente a tribo de Benjamim, clã por clã, e foram escolhidos por sorteio o clã de Matri e também Saul, filho de Quis. Quando, porém, o procuraram, ele não foi encontrado. 22 Consultaram novamente o Senhor:
— Ele já chegou?
O Senhor disse:
— Sim, ele está escondido no meio da bagagem.
23 Correram e o tiraram de lá. Ele ficou em pé no meio do povo e era mais alto do que todos, sobressaindo-se dos ombros para cima. 24 Então, Samuel disse a todos:
— Vocês veem o homem que o Senhor escolheu? Não há ninguém como ele no meio de todo o povo.
Então, todos gritaram:
— Viva o rei!
25 Samuel expôs ao povo as ordenanças do reino. Ele as escreveu em um livro e o pôs diante do Senhor. Depois disso, Samuel mandou o povo de volta, cada um para a sua casa.
26 Saul também foi para a sua casa, em Gibeá, acompanhado por guerreiros em cujo coração Deus tinha tocado. 27 Alguns homens perversos, porém, disseram:
— Como este homem pode nos salvar?
Desprezaram-no e não lhe trouxeram presente algum. Contudo, Saul ficou em silêncio.
1 Τότε πήρε ο Σαμουήλ το δοχείο με το λάδι και το έχυσε πάνω στο κεφάλι του Σαούλ, τον φίλησε και του είπε: «Ο Κύριος σε έχρισε άρχοντα στο λαό του που του ανήκει. 2 Σήμερα όταν θα φύγεις από ’δω, θα βρεις στη Σελσά, δυο ανθρώπους κοντά στον τάφο της Ραχήλ, στα σύνορα της φυλής Βενιαμίν, δυο ανθρώπους, οι οποίοι θα σου πουν ότι βρέθηκαν τα γαϊδούρια που έψαχνες, και τώρα ο πατέρας σου έπαψε να νοιάζεται γι’ αυτά κι ανησυχεί για σας. "Τι να κάνω", λέει, "για να βρω το γιο μου;" 3 Εσύ θα προχωρήσεις πέρα από ’κει, ωσότου φτάσεις στη Βελανιδιά του Θαβώρ. Εκεί θα σε βρουν τρεις άντρες, που θ’ ανεβαίνουν στο ιερό της Βαιθήλ και θα ’χουν μαζί τους για να προσφέρουν ο ένας τρία κατσίκια, ο άλλος τρία καρβέλια ψωμί και ο άλλος ένα ασκί κρασί. 4 Θα σε χαιρετήσουν και θα σου δώσουν δύο καρβέλια ψωμί. Θα τα δεχτείς απ’ αυτούς 5 και θα έρθεις στο λόφο του Θεού, στη Γιβεά, όπου υπάρχει φρουρά των Φιλισταίων. Μόλις μπεις στην πόλη, θα συναντήσεις μια ομάδα προφητών, που θα κατεβαίνουν από τον ιερό τόπο, παίζοντας άρπα, τύμπανο, φλογέρα και κιθάρα, και θα προφητεύουν. 6 Τότε θα έρθει το Πνεύμα του Κυρίου πάνω σου και θα προφητεύεις κι εσύ μαζί τους και θα γίνεις άλλος άνθρωπος. 7 Κι όταν αυτά τα σημεία σού συμβούν, τότε μπορείς να δράσεις, γιατί ο Θεός θα είναι μαζί σου. 8 Θα κατεβείς στα Γάλγαλα πριν από μένα, κι εγώ θα έρθω να σε συναντήσω, για να προσφέρω ολοκαυτώματα και θυσίες κοινωνίας. Περίμενέ με εκεί εφτά μέρες, ώσπου να ’ρθώ και τότε θα σου πω τι πρέπει να κάνεις».
9 Μόλις ο Σαούλ γύρισε να φύγει από το Σαμουήλ, ο Θεός τον έκανε καινούριο άνθρωπο, και όλα εκείνα τα σημεία πραγματοποιήθηκαν την ίδια μέρα. 10 Όταν έφτασε με το δούλο του στη Γιβεά τους συνάντησε η ομάδα των προφητών· τότε κατέβηκε σ’ αυτόν το Πνεύμα του Θεού και προφήτευε κι αυτός μαζί τους. 11 Εκείνοι που τον γνώριζαν από πρωτύτερα, όταν τον είδαν να προφητεύει μαζί με τους προφήτες, έλεγαν μεταξύ τους: «Τι συνέβη στο γιο του Κις; Κι ο Σαούλ ανάμεσα στους προφήτες;» 12 Ένας απ’ αυτούς είπε: «Και ποιος είναι ο πατέρας τους;»Το νόημα της ερώτησης δεν είναι απόλυτα σαφές. Πιθανόν δηλώνει έκπληξη που δεν έβλεπαν κανέναν επικεφαλής της ομάδας των προφητών· πιθανόν πάλι οι προφήτες αυτοί να ήταν κατώτερης κοινωνικής τάξης και δεν ήταν γνωστός ο «πατέρας τους». Από ’κει βγήκε και η παροιμία: «Κι ο Σαούλ ανάμεσα στους προφήτες;»
13 Όταν τέλειωσε ο Σαούλ να προφητεύει, ήρθε στον ιερό τόπο. 14 Ο θείος του Σαούλ τον ρώτησε: «Πού πήγατε με τον υπηρέτη σου;» Κι ο Σαούλ απάντησε: «Πήγαμε να βρούμε τα γαϊδούρια κι επειδή δεν τα βρήκαμε, πήγαμε στο Σαμουήλ». 15 Ο θείος του τον ρώτησε: «Πες μου, λοιπόν, τι σας είπε ο Σαμουήλ;» 16 Ο Σαούλ απάντησε: «Μας βεβαίωσε πως τα γαϊδούρια είχαν βρεθεί». Αλλά δε φανέρωσε τίποτε απ’ όσα του είπε ο Σαμουήλ σχετικά με τη βασιλεία.
Ο Σαούλ βασιλιάς του λαού Ισραήλ
17 Ο Σαμουήλ συγκέντρωσε το λαό ενώπιον του Κυρίου στη Μισπά, 18 και είπε στους Ισραηλίτες: «Να τι λέει ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ: "εγώ σας έβγαλα από την Αίγυπτο και σας ελευθέρωσα από την εξουσία των Αιγυπτίων κι από όλους τους βασιλιάδες που σας καταπίεζαν. 19 Αλλά σήμερα εσείς περιφρονήσατε το Θεό σας, εκείνον που σας απάλλαξε απ’ όλα τα δεινά και τις θλίψεις σας, και μου ζητήσατε να σας δώσω βασιλιά. Τώρα λοιπόν, παραταχθείτε ενώπιον του Κυρίου κατά φυλές και κατά συγγένειες"».
20 Ο Σαμουήλ διέταξε να πλησιάσουν όλες οι φυλές των Ισραηλιτών, έριξαν κλήρο κι ο κλήρος έπεσε στη φυλή Βενιαμίν. 21 Μετά διέταξε να πλησιάσει η φυλή Βενιαμίν κατά οικογένειες κι ο κλήρος έπεσε στην οικογένεια του Ματρεί· έπειτα ο κλήρος έπεσε στο Σαούλ, γιο του Κις. Αλλά όταν τον αναζήτησαν, δεν τον βρήκαν πουθενά.
22 Τότε ρώτησαν πάλι τον Κύριο: «Ήρθε εδώ αυτός ο άνθρωπος;» Ο Κύριος αποκρίθηκε: «Είναι κρυμμένος ανάμεσα στις αποσκευές». 23 Έτρεξαν, λοιπόν, και τον έφεραν από ’κει και στάθηκε ανάμεσα στο λαό· ήταν ένα κεφάλι ψηλότερος απ’ όλους.
24 Είπε τότε ο Σαμουήλ στο λαό: «Κοιτάξτε αυτόν που διάλεξε ο Κύριος. Πραγματικά δεν υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν μέσα σ’ όλον το λαό». 25 Μετά ο Σαμουήλ τους ανακοίνωσε το βασιλικό δίκαιο και το έγραψε σε βιβλίο, το οποίο το τοποθέτησε μέσα στο αγιαστήριο. Έπειτα απέλυσε το λαό κι έφυγαν καθένας για το σπίτι του.
26 Έφυγε κι ο Σαούλ και πήγε στο σπίτι του στην Γιβεά, και τον συνόδεψαν μερικοί τίμιοι και γενναίοι άντρες, που ο Θεός είχε αγγίξει την καρδιά τους. 27 Υπήρχαν όμως και μερικοί τιποτένιοι που έλεγαν: «Πώς θα μας ελευθερώσει αυτός;» Και τον περιφρονούσαν και δεν του πρόσφεραν δώρα.