O Senhor rejeita Saul como rei
1 Samuel disse a Saul:
— Eu sou aquele a quem o Senhor enviou para ungi-lo como rei de Israel, o povo dele; por isso, escute agora a mensagem do Senhor. 2 Assim diz o Senhor dos Exércitos: "Castigarei os amalequitas pelo que fizeram a Israel, barrando-lhe o caminho quando subia do Egito. 3 Agora vão, ataquem os amalequitas e separem ao Senhor tudo o que lhes pertence para destruição.15.3 O termo hebraico indica um ato de consagração irrevogável a Deus, geralmente por meio da destruição de um objeto ou de seres vivos; também nos versículos 8, 9, 15, 18 e 20. Não os poupem; matem homens, mulheres, crianças, recém-nascidos, bois, ovelhas, camelos e jumentos".
4 Então, Saul convocou os homens e os reuniu em Telaim: duzentos mil soldados de infantaria e dez mil homens de Judá. 5 Saul foi à cidade de Amaleque e armou uma emboscada no vale. 6 Depois, disse aos queneus:
— Retirem-se, saiam do meio dos amalequitas para que eu não os destrua com eles, pois vocês foram bondosos com os israelitas, quando eles estavam vindo do Egito.
Então, os queneus saíram do meio dos amalequitas.
7 Saul atacou os amalequitas desde Havilá até Sur, a leste do Egito. 8 Capturou vivo Agague, rei dos amalequitas, e separou todo o seu povo para destruição com a espada. 9 Contudo, Saul e o exército pouparam Agague e o melhor das ovelhas e dos bois, os bezerros gordos e os cordeiros. Eles não quiseram separar para destruição tudo o que era bom, mas tudo o que era desprezível e inútil separaram para destruição.
10 Então, a palavra do Senhor veio a Samuel:
11 — Lamento ter posto Saul como rei, pois ele me abandonou e não seguiu as minhas instruções.
Samuel ficou irado e clamou ao Senhor toda aquela noite.
12 De madrugada, Samuel foi ao encontro de Saul, mas lhe disseram:
— Saul foi para o Carmelo, onde ergueu um monumento em sua própria honra; depois, voltando, passou e desceu a Gilgal.
13 Quando Samuel o encontrou, Saul disse:
— O Senhor te abençoe! Eu segui as instruções do Senhor.
14 Samuel, porém, perguntou:
— Então, que balido de ovelhas é este que ouço com os meus próprios ouvidos? Que mugido de bois é este que estou ouvindo?
15 Saul respondeu:
— Os soldados os trouxeram dos amalequitas; eles pouparam o melhor das ovelhas e dos bois para sacrificarem ao Senhor, o teu Deus, mas separamos para destruição o restante.
16 Samuel disse a Saul:
— Fique quieto! Eu direi a você o que o Senhor me falou esta noite.
Saul respondeu:
— Diz-me.
17 Samuel disse:
— Embora pequeno aos seus próprios olhos, você não se tornou o líder das tribos de Israel? O Senhor o ungiu como rei sobre Israel 18 e o enviou em uma missão,15.18 Hebraico: em um caminho. ordenando: "Vá e separe para destruição aquele povo pecador, os amalequitas; guerreie contra eles até que os tenha eliminado". 19 Por que você não obedeceu ao Senhor? Por que se lançou sobre os despojos e fez o que era mau aos olhos do Senhor?
20 Saul disse:
— Eu, porém, obedeci ao Senhor! Cumpri a missão que o Senhor me designou. Trouxe Agague, o rei dos amalequitas, mas separei os amalequitas para destruição. 21 Os soldados tomaram ovelhas e bois do despojo, o melhor do que estava consagrado a Deus para destruição, a fim de os sacrificarem ao Senhor, o seu Deus, em Gilgal.
22 Samuel, porém, respondeu:
"Acaso tem o Senhor tanto prazer em holocaustos15.22 Isto é, sacrifícios totalmente queimados. e em sacrifícios
quanto em que se obedeça à sua palavra?
A obediência é melhor do que o sacrifício,
e a submissão é melhor do que a gordura de carneiros.
23 Pois a rebeldia é como o pecado da adivinhação;
a arrogância, como o mal da idolatria.
Como você rejeitou a palavra do Senhor,
assim ele o rejeitou como rei".
24 — Pequei — disse Saul. — Violei a ordem do Senhor e as instruções que tu me deste. Tive medo dos soldados e os atendi. 25 Agora eu te imploro, perdoa o meu pecado e volta comigo, para que eu adore ao Senhor.
26 Samuel, contudo, lhe disse:
— Não voltarei com você. Você rejeitou a palavra do Senhor, e o Senhor o rejeitou como rei de Israel!
27 Quando Samuel se virou para sair, Saul agarrou-se à barra do manto dele, o qual se rasgou. 28 Então, Samuel lhe disse:
— Hoje o Senhor rasgou de você o reino de Israel e o entregou a alguém que é melhor do que você. 29 Aquele que é a Glória de Israel não mente nem muda de parecer, pois não é homem para mudar de opinião.
30 Saul repetiu:
— Pequei. Honra-me agora diante das autoridades do meu povo e diante de Israel; volta comigo para que eu possa adorar ao Senhor, o teu Deus.
31 Então, Samuel voltou com ele, e Saul adorou ao Senhor.
32 Samuel disse:
— Traga-me Agague, o rei dos amalequitas.
Agague veio acorrentado,15.32 O significado desta palavra em hebraico é incerto. pensando:15.32 Ou veio tremendo, mas ao mesmo tempo pensava. "Com certeza, já passou a amargura da morte".
33 Samuel, porém, disse:
"Como a sua espada deixou mulheres sem filhos,
assim a sua mãe, entre as mulheres, ficará sem o seu filho".
Samuel despedaçou Agague diante do Senhor em Gilgal.
34 Então, Samuel partiu para Ramá, e Saul foi para casa, em Gibeá de Saul. 35 Até o dia em que morreu, nunca mais Samuel viu Saul, embora se entristecesse por causa dele porque o Senhor lamentou ter constituído Saul rei de Israel.
Ο πόλεμος εναντίον των Αμαληκιτών
1 Ο Σαμουήλ ήρθε στο Σαούλ και του είπε: «Εμένα έστειλε κάποτε ο Κύριος να σε χρίσω βασιλιά στο λαό του, τον Ισραήλ. Τώρα, λοιπόν, άκουσε τα λόγια του Κυρίου: 2 "θα τιμωρήσω τους Αμαληκίτες", λέει ο Κύριος των ισραηλιτικών δυνάμεων, "γι’ αυτό που έκαναν στους Ισραηλίτες, να τους κλείσουν το δρόμο, όταν εκείνοι έβγαιναν από την Αίγυπτο. 3 Πήγαινε, λοιπόν, τώρα να χτυπήσεις τους Αμαληκίτες και να καταστρέψεις εντελώς καθετί που έχουν· μην τους λυπηθείς. Θα εξοντώσεις άντρες, γυναίκες, παιδιά και βρέφη, βόδια και πρόβατα, καμήλες και γαϊδούρια"».
4 Ο Σαούλ συγκέντρωσε το στρατό στην Τελαΐμ και τους καταμέτρησε· ήταν διακόσιες χιλιάδες πεζοί και επιπλέον δέκα χιλιάδες άντρες από τη φυλή Ιούδα. 5 Ο Σαούλ οδήγησε το στρατό του στην πόλη των ΑμαληκιτώνΆγνωστο ποια ήταν αυτή η «πόλη των Αμαληκιτών». κι έστησε ενέδρα στο φαράγγι. 6 Έπειτα έστειλε μήνυμα στους Κεναίους: «Φύγετε», τους έλεγε, «βγείτε απ’ την περιοχή των Αμαληκιτών, για να μην έχετε την ίδια τύχη μ’ αυτούς. Εσείς δείξατε καλοσύνη στους Ισραηλίτες, όταν εκείνοι έβγαιναν από την Αίγυπτο». Έτσι οι Κεναίοι έφυγαν από τους Αμαληκίτες. 7 Τότε ο Σαούλ χτύπησε τους Αμαληκίτες από τη Χαβιλά ως τη Σουρ,Σουρ: κατά το Εξ 15:22, «έρημος Σουρ». Αποτελούσε το βόρειο τμήμα της χερσονήσου του Σινά, ανάμεσα στο «χείμαρρο της Αιγύπτου» (βλ. υποσ. εις Αρ 34:5) και στη σημερινή διώρυγα του Σουέζ. ανατολικά της Αιγύπτου. 8 Αιχμαλώτισε τον Αγάγ, βασιλιά των Αμαληκιτών, και κατέσφαξε όλο τον πληθυσμό της περιοχής. 9 Αλλά ο Σαούλ και ο στρατός του λυπήθηκαν τον ίδιο τον Αγάγ και τα καλύτερα λάφυρα από τη μάχη: πρόβατα και βόδια, νεογέννητα μοσχάρια και αρνιά και γενικά κάθε αγαθό αξίας δε θέλησαν να τα καταστρέψουν. Αλλά, ό,τι δεν είχε αξία και ήταν για πέταμα, αυτό το κατέστρεψαν εντελώς.νεογέννητα μοσχάρια και αρνιά...ό,τι δεν είχε αξία...για πέταμα. Οι φρ. στο εβρ. είναι ασαφείς. Για τη σημασία της ολοκληρωτικής καταστροφής βλ. Λευ 27:28-29 και σχετική υποσ.
Ο Σαούλ απορρίπτεται από το βασιλικό αξίωμα
10 Τότε ο Κύριος μίλησε στο Σαμουήλ και του είπε: 11 «Μετάνιωσα που έκανα το Σαούλ βασιλιά, γιατί αυτός μου γύρισε τα νώτα και δεν εκτέλεσε τις εντολές μου». Ο Σαμουήλ λυπήθηκε βαθιά κι όλη εκείνη τη νύχτα προσευχόταν στο Θεό. 12 Το πρωί σηκώθηκε νωρίς και πήγε να συναντήσει το Σαούλ. Αλλά τον πληροφόρησαν ότι ο Σαούλ είχε πάει στην πόλη Κάρμηλο για να χτίσει εκεί ένα μνημείο για τον εαυτό του· μετά έφυγε από ’κει και είχε κατεβεί στα Γάλγαλα. 13 Ο Σαμουήλ πήγε και βρήκε το Σαούλ κι εκείνος του είπε: «Να ’σαι ευλογημένος από τον Κύριο! Εκπλήρωσα την εντολή του Κυρίου». 14 Ο Σαμουήλ τότε τον ρώτησε: «Από πού, λοιπόν, προέρχονται αυτά τα βελάσματα των προβάτων και τα μουκανητά των βοδιών, που ακούω;» 15 Ο Σαούλ απάντησε: «Οι στρατιώτες λυπήθηκαν τα καλύτερα πρόβατα και τα καλύτερα βόδια και τα έφεραν από τους Αμαληκίτες εδώ, για να τα προσφέρουν θυσία στον Κύριο, το Θεό σου· τα υπόλοιπα τα καταστρέψαμε».
16 Τότε είπε ο Σαμουήλ στο Σαούλ: «Στάσου να σου πω τι μου είπε ο Κύριος αυτή τη νύχτα». «Λέγε», απάντησε ο Σαούλ. 17 Ο Σαμουήλ είπε: «Έγινες αρχηγός των ισραηλιτικών φυλών, αν και τότε θεωρούσες μικρό τον εαυτό σου. Ο Κύριος ήταν που σε έχρισε βασιλιά του Ισραήλ, 18 και τώρα σ’ έστειλε εκστρατεία και σου είπε "πήγαινε να καταστρέψεις εντελώς αυτούς τους αμαρτωλούς, τους Αμαληκίτες· πολέμησέ τους ώσπου να τους εξοντώσεις ολοσχερώς". 19 Γιατί, λοιπόν, δεν υπάκουσες στην προσταγή του Κυρίου, αλλά όρμησες στα λάφυρα κι έτσι έκανες ό,τι ακριβώς ο Κύριος απεχθάνεται;»
20 Ο Σαούλ απάντησε στο Σαμουήλ: «Κι όμως, εγώ υπάκουσα στην προσταγή του Κυρίου και πήγα εκεί που μ’ έστειλε. Έφερα αιχμάλωτο τον Αγάγ, βασιλιά των Αμαληκιτών, κι εξόντωσα τους Αμαληκίτες. 21 Οι στρατιώτες όμως πήραν μερικά από τα λάφυρα, τα καλύτερα πρόβατα και τα βόδια, που ήταν απαγορευμένα, για να τα προσφέρουν θυσία στον Κύριο, το Θεό σου, στα Γάλγαλα».
22 Τότε ο Σαμουήλ του είπε: «Μήπως ο Κύριος επιθυμεί ολοκαυτώματα και θυσίες; Πιο πολύ επιθυμεί να υπακούμε στις εντολές του. Η υπακοή είναι γι’ αυτόν καλύτερη από το πάχος των κριαριών. 23 Η ανυπακοή είναι όπως η αμαρτία της μαγείας, και η ισχυρογνωμοσύνη όπως η αμαρτία της ειδωλολατρίας. Επειδή, λοιπόν, περιφρόνησες τις εντολές του Κυρίου, γι’ αυτό κι εκείνος σε απέρριψε από το αξίωμα του βασιλιά».
24 Ο Σαούλ είπε τότε στο Σαμουήλ: «Αμάρτησα! Δεν ακολούθησα την εντολή του Κυρίου και τις δικές σου οδηγίες, γιατί φοβήθηκα τους στρατιώτες κι έκανα ό,τι μου ζητούσαν. 25 Τώρα όμως συγχώρησε, σε παρακαλώ, την αμαρτία μου κι έλα πάλι μαζί μου, για να μπορέσω να πάω να προσκυνήσω τον Κύριο». 26 Ο Σαμουήλ όμως του απάντησε: «Δε θα ’ρθω μαζί σου, γιατί απέρριψες τις εντολές του Κυρίου, κι ο Κύριος σε απέρριψε από το αξίωμα του βασιλιά του Ισραήλ».
Ο Σαούλ αποχωρίζεται από το Σαμουήλ
27 Όπως γύρισε ο Σαμουήλ να φύγει, τον έπιασε ο Σαούλ από την άκρη του μανδύα του και του τον έσκισε. 28 Τότε ο Σαμουήλ του είπε: «Ο Κύριος σήμερα έσκισε κι έκοψε από πάνω σου τη βασιλεία του Ισραήλ και την έδωσε σ’ έναν άλλο, που είναι καλύτερός σου. 29 Ο Κύριος, που είναι η δύναμη του Ισραήλ, δε λέει ψέματα ούτε αλλάζει γνώμη· δεν είναι άνθρωπος για ν’ αλλάξει γνώμη».
30 Ο Σαούλ είπε: «Αμάρτησα· αλλά τουλάχιστον τίμησέ με, μπροστά στους πρεσβυτέρους του λαού μου και μπροστά στους Ισραηλίτες κι έλα μαζί μου για να προσκυνήσω τον Κύριο, το Θεό σου».
31 Έτσι ακολούθησε ο Σαμουήλ το Σαούλ, και ο Σαούλ πήγε να λατρεύσει τον Κύριο. 32 Τότε ο Σαμουήλ είπε: «Φέρτε μου εδώ τον Αγάγ, τον βασιλιά των Αμαληκιτών». Ο Αγάγ ήρθε τρέμοντας μπροστά του, γιατί σκεφτόταν: «Τι πικρός που είναι ο θάνατος!»Στα εβρ. ο στ. δεν είναι πολύ σαφής.33 Ο Σαμουήλ του είπε: «Όπως το σπαθί σου άφησε γυναίκες χωρίς παιδιά, έτσι και η δική σου μάνα θα μείνει χωρίς παιδί». Κι εκτέλεσε τον Αγάγ εκεί στα Γάλγαλα, ενώπιον του Κυρίου.
34 Μετά ο Σαμουήλ πήγε στη Ραμά, και ο Σαούλ ανέβηκε στο σπίτι του, στη Γιβεά, την πόλη του. 35 Ο Σαμουήλ όσο ζούσε δεν είδε πια το Σαούλ· ήταν όμως βαθιά λυπημένος γι’ αυτόν, όπως κι ο Κύριος είχε μετανιώσει που διάλεξε το Σαούλ για βασιλιά στον Ισραήλ.