Os filisteus desconfiam de Davi
1 Os filisteus reuniram todas as suas tropas em Afeque, e Israel acampou junto à fonte de Jezreel. 2 Enquanto os governantes filisteus avançavam com os seus grupos de cem e de mil, Davi e os seus homens iam na retaguarda com Aquis. 3 Os comandantes dos filisteus perguntaram:
— O que estes hebreus fazem aqui?
Aquis respondeu:
— Este é Davi, que era oficial de Saul, rei de Israel. Ele já está comigo há mais de um ano e, desde o dia em que deixou Saul, nada fez que mereça desconfiança.
4 Contudo, os comandantes filisteus se iraram contra Aquis e disseram:
— Mande embora este homem para a cidade que você lhe designou. Ele não deve ir à guerra conosco, senão se tornará nosso adversário durante o combate. Qual seria a melhor maneira de recuperar a boa vontade do seu senhor, Saul, senão à custa da cabeça dos nossos homens? 5 Não é ele o Davi de quem cantavam nas danças:
" ‘Saul matou milhares;
Davi, dezenas de milhares’?".
6 Então, Aquis chamou Davi e lhe disse:
— Tão certo como vive o Senhor, você tem sido leal, e eu ficaria contente em tê-lo servindo comigo no exército. Desde o dia em que você veio a mim, nunca desconfiei de você, mas os governantes não o aprovam. 7 Agora, volte e vá em paz! Não faça nada que desagrade aos governantes filisteus.
8 Então, Davi perguntou:
— O que foi que eu fiz? O que descobriste contra o teu servo, desde o dia em que cheguei? Por que não posso ir lutar contra os inimigos do rei, o meu senhor?
9 Aquis respondeu:
— Reconheço que você tem feito o que é bom aos meus olhos, como um anjo de Deus.29.9 Ou como um mensageiro de Deus. Os comandantes filisteus, no entanto, dizem que você não deve ir à batalha conosco. 10 Agora, levante-se bem cedo, com os servos do seu senhor que vieram com você, e partam de manhã, assim que clarear o dia.
11 Então, Davi e os seus soldados levantaram-se de madrugada para voltar à terra dos filisteus; por sua vez, os filisteus foram para Jezreel.
Οι Φιλισταίοι αποπέμπουν το Δαβίδ
1 Οι Φιλισταίοι συγκέντρωσαν όλο το στρατό τους στην Αφέκ. Οι Ισραηλίτες στρατοπέδευσαν στην πηγή πριν από την Ιζρεέλ. 2 Οι αρχηγοί των Φιλισταίων προέλαυναν με τις μονάδες τους ανά εκατό και ανά χίλιους άντρες.
Ο Δαβίδ και οι άντρες του ακολουθούσαν μαζί με τον Αχίς. 3 «Τι θέλουν εδώ αυτοί οι Εβραίοι;» ρώτησαν οι αρχηγοί. Ο Αχίς τους απάντησε: «Αυτός είναι ο Δαβίδ, που ήταν στην υπηρεσία του Σαούλ, βασιλιά του Ισραήλ. Είναι μαζί μου εδώ και πολύν καιρό. Από τότε που ήρθε σ’ εμένα δεν έχει κάνει τίποτε το αξιόμεμπτο».
4 Αυτοί όμως οργίστηκαν εναντίον του Αχίς. «Στείλε τον πίσω αυτόν τον άνθρωπο», του είπαν. «Να καθίσει στον τόπο που του όρισες και να μην έρθει μαζί μας στη μάχη, γιατί αυτοί στη διάρκεια της μάχης θα στραφούν εναντίον μας. Ο ίδιος θα κοιτάξει να συμφιλιωθεί με τον κύριό του παίρνοντας τα κεφάλια αυτών εδώ των αντρών μας! 5 Αυτός δεν είναι ο Δαβίδ, για τον οποίο οι γυναίκες χορεύοντας αποκρίνονταν η μια στην άλλη:
"Ο Σαούλ σκότωσε χιλιάδες
μα ο Δαβίδ μυριάδες";»
6 Τότε κάλεσε ο Αχίς το Δαβίδ και του είπε: «Ορκίζομαι στον αληθινό Θεό πως είσαι άξιος της εμπιστοσύνης μου, και θα μου άρεσε να πολεμούσες μαζί μου στη μάχη· από τη μέρα που ήρθες κοντά μου μέχρι σήμερα δεν έχεις κάνει τίποτα το αξιόμεμπτο εναντίον μου. Αλλά στα μάτια των άλλων αρχηγών των Φιλισταίων δεν είσαι αγαπητός. 7 Τώρα, λοιπόν, γύρνα πίσω και πήγαινε στο καλό, για να μη δυσαρεστηθούν». 8 Ο Δαβίδ απάντησε στον Αχίς: «Μα τι έκανα; Τι κακό βρήκες, κύριέ μου βασιλιά, σ’ εμένα το δούλο σου, από τη μέρα που ήρθα σ’ εσένα μέχρι σήμερα, ώστε να μην πάω να πολεμήσω εναντίον των εχθρών σου;» 9 Ο Αχίς του αποκρίθηκε: «Ξέρω ότι μου είσαι αγαπητός σαν άγγελος του Θεού· αλλά οι άλλοι αρχηγοί των Φιλισταίων είπαν: "να μην έρθει αυτός μαζί μας στον πόλεμο". 10 Τώρα λοιπόν, εσύ και οι άντρες που σ’ ακολουθούν, σηκωθείτε νωρίς το πρωί όταν φέξει και φύγετε».
11 Νωρίς νωρίς, λοιπόν, την άλλη μέρα το πρωί ο Δαβίδ και οι άντρες του σηκώθηκαν κι έφυγαν για τη χώρα των Φιλισταίων. Στο μεταξύ οι Φιλισταίοι έφτασαν στην Ιζρεέλ.