א Álef
3.0 Esse capítulo é um poema acróstico com grupos de versículos, ou estrofes, iniciados com letras em ordem sucessiva do alfabeto hebraico. 1 Eu sou o homem que viu a aflição
trazida pela vara da sua ira.
2 Ele me conduziu e me fez andar
na escuridão, não na luz;
3 sim, ele voltou a mão contra mim
vez após vez, o tempo todo.
ב Bêt
4 Fez que a minha pele e a minha carne envelhecessem
e quebrou os meus ossos.
5 Ele me sitiou e me cercou
de amargura e de pesar.
6 Fez-me habitar na escuridão
como os que há muito morreram.
ג Guímel
7 Cercou-me de muros, e não posso escapar;
atou-me a pesadas correntes.
8 Mesmo quando chamo ou grito por socorro,
ele rejeita a minha oração.
9 Ele impediu o meu caminho com blocos de pedra lavrada;
fez tortuosas as minhas sendas.
ד Dálet
10 Como um urso à espreita,
como um leão escondido,
11 arrancou-me dos meus caminhos e despedaçou-me,
deixando-me abandonado.
12 Preparou o seu arco
e me fez alvo das suas flechas.
ה Hê
13 Atingiu o meu coração
com flechas3.13 Hebraico: filhos. da sua aljava.
14 Tornei-me objeto de riso de todo o meu povo;
nas suas canções, eles zombam de mim o tempo todo.
15 Fez-me comer ervas amargas
e fartou-me de fel.
ו Vav
16 Quebrou os meus dentes com pedras
e pisoteou-me na cinza.
17 Tirou-me a paz,
e esqueci-me do que é prosperidade.
18 Por isso, digo: "O meu esplendor já desapareceu,
bem como tudo o que eu esperava do Senhor".
ז Záin
19 Lembro-me da minha aflição e do meu delírio,
da minha amargura e do meu pesar.
20 Lembro-me bem disso tudo,
e a minha alma desfalece dentro de mim.
21 Todavia, lembro-me também
do que me pode dar esperança:
ח Hêt
22 Graças ao grande amor do Senhor é que não somos consumidos,
pois as suas misericórdias são inesgotáveis.
23 Renovam-se cada manhã;
grande é a sua fidelidade!
24 Digo a mim mesmo:
"A minha porção é o Senhor;
portanto, nele porei a minha esperança".
ט Têt
25 O Senhor é bom para com aqueles cuja esperança está nele,
para com aqueles que o buscam.
26 Bom é esperar em silêncio
pela salvação do Senhor.
27 Bom é que o homem suporte o jugo
enquanto é jovem.
י Iôd
28 Leve-o sozinho e em silêncio,
porque o Senhor o pôs sobre ele.
29 Ponha a sua boca no pó;
talvez ainda haja esperança.
30 Ofereça o rosto a quem o quer ferir
e engula a desonra.
כ Caf
31 Porque o Senhor
não o desprezará para sempre.
32 Embora ele traga tristeza, mostrará compaixão,
tão grande é o seu amor leal.
33 Porque não é do seu agrado trazer aflição
e tristeza aos filhos dos homens.
ל Lâmed
34 Esmagar com os pés
todos os prisioneiros da terra,
35 negar a alguém os seus direitos,
enfrentando o Altíssimo,
36 impedir a alguém o acesso à justiça
— não veria o Senhor tais coisas?
מ Mem
37 Quem poderá falar e fazer acontecer,
se o Senhor não o tiver decretado?
38 Não é da boca do Altíssimo que vêm
tanto as desgraças como as bênçãos?
39 Como pode um homem em vida reclamar
quando é punido pelos seus pecados?
נ Nun
40 Examinemos e ponhamos à prova os nossos caminhos
e depois voltemos ao Senhor.
41 Levantemos o coração e as mãos
para Deus, que está nos céus, e digamos:
42 "Pecamos e nos rebelamos,
e tu não nos perdoaste.
ס Sâmeq
43 "Tu te cobriste de ira e nos perseguiste,
massacraste-nos sem piedade.
44 Tu te escondeste atrás de uma nuvem
para que nenhuma oração chegasse a ti.
45 Tu nos tornaste escória
e refugo entre as nações.
פ Pê
46 "Todos os nossos inimigos
escancaram a sua boca contra nós.
47 Sofremos terror e ciladas,
ruína e destruição".
48 Rios de lágrimas correm dos meus olhos
porque o meu povo foi destruído.
ע Áin
49 Os meus olhos choram sem parar,
sem nenhum descanso,
50 até que o Senhor contemple dos céus
e veja.
51 O que eu enxergo enche-me a alma de tristeza,
por causa de todas as filhas da minha cidade.
צ Tsade
52 Aqueles que, sem motivo, eram meus inimigos
caçaram-me como a um passarinho.
53 Procuraram fazer a minha vida acabar na cova
e atiraram pedras sobre mim.
54 As águas me encobriram a cabeça,
e cheguei a pensar que o fim de tudo tinha chegado.
ק Côf
55 Clamei pelo teu nome, Senhor,
das profundezas da cova.
56 Tu ouviste o meu clamor:
"Não feches os teus ouvidos ao meu pedido por alívio, aos meus gritos de socorro".
57 Tu te aproximaste quando a ti clamei
e disseste: "Não tenha medo".
ר Rêsh
58 Senhor, tu assumiste a minha causa
e redimiste a minha vida.
59 Viste, Senhor, o mal que me fizeram.
Julga a minha causa!
60 Viste toda a vingança deles,
todos os seus planos contra mim.
ש Sin e Shin
61 Senhor, tu ouviste os seus insultos,
todos os seus planos contra mim,
62 aquilo que os meus inimigos sussurram
e murmuram o tempo todo contra mim.
63 Olha para eles! Sentados ou em pé,
zombam de mim com as suas canções.
ת Tav
64 Dá-lhes o que merecem, Senhor,
conforme o que as suas mãos fizeram.
65 Coloca um véu sobre o coração deles,
e esteja a tua maldição sobre eles.
66 Persegue-os com fúria, ó Senhor,
e elimina-os de debaixo dos teus céus.
Ελπίδα στο έλεος του Θεού για αποκατάσταση
1 Εγώ είμαι ο άνθρωπος που γνώρισε τη δυστυχία
απ’ το ραβδί της οργής του Κυρίου.
2 Με έσυρε και μ’ έφερε μέσ’ στο βαθύ σκοτάδι, όχι στο φως.
3 Όλο εμένα χτυπάει καθημερινά.
4 Βασάνισε τη σάρκα και το δέρμα μου
και σύντριψε τα κόκαλά μου·
5 με απέκλεισε από παντού,
με περιστοίχισε με πίκρα και με πόνο.
6 Να ζήσω μέσα στο σκοτάδι μ’ έβαλε,
σαν τους νεκρούς του παρελθόντος.
7 Σε τείχη μέσα μ’ έκλεισε και δεν μπορώ να βγω·
μου ’κανε πιο βαριές τις αλυσίδες μου.
8 Ακόμη κι όταν με φωνές τον ικετεύω,
πνίγει την προσευχή μου
για να μη φτάσει ως αυτόν.
9 Τους δρόμους μου τους έφραξε με πέτρες πελεκητές
κι έτσι ακολούθησα λαθεμένο μονοπάτι.
10 Για μένα έγινε σαν αρκούδα
και σαν λιοντάρι που ενεδρεύει.
11 Μ’ έβγαλε απ’ το δρόμο μου
και μ’ έκανε κομμάτια,
με αφάνισε.
12 Το τόξο μου το τέντωσε
και για σημάδι μ’ έβαλε στο βέλος του.
13 Τα βέλη όλα της φαρέτρας μου
τα έμπηξε στα νεφρά μου.
14 Έγινα του λαού μου ο περίγελως,
το αδιάκοπο, χλευαστικό τραγούδι τους.
15 Πίκρες με χόρτασε,
με πότισε φαρμάκι.
16 Χαλίκια με τα δόντια μου με έκανε να φάω.
Μ’ έριξε μες στη στάχτη,
17 μου πήρε την ειρήνη της ψυχής μου,
τι είναι ευτυχία το λησμόνησα,
18 και είπα: «Χάθηκε η δύναμή μου,
αυτή η ελπίδα που ερχόταν απ’ τον Κύριο».
19 Ν’ αναλογίζομαι τη θλίψη και την ταλαιπωρία μου
είναι δηλητήριο και χολή.
20 Αδιάκοπα τα σκέφτομαι και θλίβεται η ψυχή μου.
21 Μα η ελπίδα έρχεται ετούτο όταν θυμάμαι:
22 πως του Κυρίου η ευσπλαχνία δεν εξαντλήθηκε,
ούτε και τέλειωσε το έλεός του.
23 Την κάθε αυγή ξαναγεννιούνται·
κι είν’ η πιστότητά του απέραντη.
24 Είπα: «Ο Κύριος για μένα είναι το παν,
γι’ αυτό και θα ’χω την ελπίδα μου σ’ αυτόν».
25 Ο Κύριος είναι καλός σ’ όποιον τον εμπιστεύεται,
σ’ αυτόν που τον αναζητάει.
26 Είναι καλό να περιμένει κάποιος σιωπηλά
από τον Κύριο τη βοήθεια.
27 Καλό είναι για τον άνθρωπο
να ’χει απ’ τα νιάτα του υπομείνει δυσκολίες.
28 Ας περιμένει κι ας σιωπά,
αφού ο Κύριος τις επιτρέπει.
29 Ας ταπεινώνεται ως τη γη· ίσως υπάρχει ακόμα ελπίδα.
30 Και τα χτυπήματα ας τα δέχεται,
τις ταπεινώσεις ας τις υπομένει.
31 Γιατί ο Κύριος δεν θα τον ταλαιπωρεί για πάντα.
32 Κι όταν τις στενοχώριες δίνει,
πάλι γίνεται σπλαχνικός·
τόσο είναι μεγάλη η αγαθότητά του.
33 Δε χαίρεται όταν στενοχωρεί
κι όταν πικραίνει τους ανθρώπους.
34 Όταν ποδοπατιούνται
της χώρας μας οι αιχμάλωτοι,
35 όταν στα μάτια του Υψίστου μπρος
καταπατιέται το δίκιο ενός ανθρώπου,
36 όταν στο δικαστήριο κάποιος αδικείται,
αυτά ο Κύριος τάχα δεν τα βλέπει;
37 Ποιος είν’ αυτός που όταν πει κάτι, γίνεται;
Ο Κύριος δεν είναι εκείνος που προστάζει;
38 Αν κάτι γίνεται κακό ή κάτι καλό,
ο Ύψιστος το πρόσταξε!
39 Για ποιο πράγμα ο άνθρωπος μπορεί να παραπονεθεί,
αφού, παρόλα του τα λάθη,
βρίσκεται ακόμα στη ζωή;
40 Ας εξετάσουμε τον τρόπο της ζωής μας
κι ας τον διερευνήσουμε,
στον Κύριο ας επιστρέψουμε.
41 Καρδιές και χέρια στο Θεό του ουρανού ας υψώσουμε,
κι ας του προσευχηθούμε:
42 «Αμαρτήσαμε, αποστατήσαμε
κι εσύ ακόμα δε μας το συγχώρησες!
43 Σε κατέλαβε ο θυμός σου και μας καταδίωξες,
δίχως συμπόνια μάς εξόντωσες.
44 Με σύννεφο σκεπάστηκες,
έτσι που να μην μπορεί να το περάσει η προσευχή μας.
45 Μας έκανες σκουπίδια,
βδέλυγμα στους λαούς ανάμεσα.
46 Όλοι οι εχθροί μας με τα λόγια τους
μας κοροϊδεύουν.
47 Τρόμος και θάνατος έπεσε πάνω μας,
ερήμωση και καταστροφή.
48 Χειμάρρους δάκρυα κατεβάζουνε τα μάτια μου,
γιατί ο λαός μου καταστράφηκε!
49 Τα μάτια μου γίναν πηγές αστέρευτες χωρίς σταματημό,
50 ωσότου ο Κύριος να σκύψει
από τα ουράνια και να δει.
51 Τα μάτια μου με κάνουν και πονώ
από το συνεχές κλάμα για την πόλη μου.
52 «Εκείνοι που χωρίς λόγο μ’ εχθρεύονται,
με καταδίωξαν σαν να ’μουνα πετούμενο.
53 Μ’ έριξαν ζωντανό μες σ’ ένα λάκκο
και κλείσαν με μια πλάκα το άνοιγμα.
54 Τα νερά έφτασαν στο λαιμό μου
και μέσα μου είπα:
"χάθηκα!"
55 Επικαλέστηκα το όνομά σου, Κύριε,
απ’ τα βαθιά του λάκκου.
56 Είπα: "το αυτί σου μην το κλείσεις
στο στεναγμό μου, στην κραυγή μου".
Και τη φωνή μου εσύ την άκουσες.
57 Όταν σε φώναξα ήρθες κοντά
και μού ’πες: "μη φοβάσαι!"
58 Έγινες υπερασπιστής μου, Κύριε, στη δίκη μου,
έσωσες τη ζωή μου.
59 Κύριε, ξέρεις το άδικο που μού ’γινε·
απόδωσέ μου δικαιοσύνη!
60 Είδες όλο το μίσος τους,
όλα τα πονηρά τους σχέδια εναντίον μου.
61 Άκουσες, Κύριε, τις προσβολές τους,
όλα τα πονηρά τους σχέδια εναντίον μου.
62 Τα λόγια των εχθρών μου και οι σκέψεις τους
είν’ εναντίον μου όλη την ημέρα.
63 Κοίτα τους: είτε κάθονται είτε σηκώνονται,
εγώ είμαι το ειρωνικό τους το τραγούδι.
64 Κύριε, ανταπόδωσέ τους σύμφωνα με τα έργα τους.
65 Σκλήρυνε την καρδιά τους·
ας πέσει πάνω τους η κατάρα σου.
66 Μες στην οργή σου καταδίωξέ τους,
κι από τη γη εξαφάνισέ τους, Κύριε».